Κι όλους τους άλλους με σοφά ευχαριστώντας λόγια
έδιωχνε ο γέρος· κι εκειδά μονάχα τον Παραίβιο
να μείνει με τους έξοχους τον διάταξε αργοναύτες·
465 κι ευτύς τον παρακίνησε από τα πρόβατά του
να πάει και το καλύτερο αμέσως να του φέρει.
Και σαν από το μέγαρο έφυγ᾽ εκείνος, τότε
μίλησε ο γέρος μαλακά στους μαζεμένους ναύτες.
«Φίλοι μου, φαίνεται άδικοι δεν είν᾽ όλοι οι ανθρώποι,
ούτε ξεχνούνε το καλό. Καθώς κι αυτός ο άντρας
470 τέτοιος πού ηταν και μου ᾽ρθε δω, την τύχη του να μάθει.
Γιατί όσο πιο πολύ λοιπόν δούλευε και μοχθούσε,
τόσο πιο περισσότερη κι αδιάκοπη ανάγκη
για τη ζωή τον παίδευε· κι η μέρα με τη μέρα
ξημέρωνε χειρότερη, κι ανασασμό δεν είχε.
475 Μα εκείνος πλήρωνε κακή ποινή για του γονιού του
το σφάλμα. Γιατί μόνος του στα όρη απάνω δέντρα
κόβοντας, δε λογάριασεν Αμαδρυάδας νύμφης
τα παρακάλια κάποτε, που κλαίγοντας, με λόγια
πολλά τον παρακάλαγε το κούτσουρο μην κόψει
μιας δρυς παλιάς, που αδιάκοπα χρόνια πολλά καθόταν
480 μέσα σ᾽ αυτήν· μόν᾽ άσκεφτα το ᾽κοψε εκείνος τότε
με την ορμή της νιότης του. Μα η νύμφη τότε τύχη
του ᾽δωσε να ᾽χει ανώφελη κι αυτός και τα παιδιά του.
Εγώ λοιπόν όταν αυτός ήρθε σε μέ, το σφάλμα
κατάλαβα· και διάταξα βωμό στη Θυνιάδα
485 νύμφη να κάνει, και σ᾽ αυτόν σφαχτά να θυσιάσει
μαλαχτικά, την πατρική τη μοίρα να ξεφύγει.
Και σαν απ᾽ το θεόσταλτο κακό γλίτωσε τότε,
ποτέ δε με λησμόνησε κι ούτε μ᾽ έχει αψηφήσει·
και μετά βιας του κι άθελα τον βγάζω από τη θύρα,
γιατί ποθεί μαζί μ᾽ εμέ να μένει, που υποφέρω.»
490 Έτσ᾽ είπε ο γιος του Αγήνορα· κι αυτός κοντά τους ήρθε
απ᾽ το κοπάδι φέρνοντας δυο πρόβατα. Κι ο Ιάσων
σηκώθηκε, και του Βοριά οι γιοι, σαν είπε ο γέρος
κι ευτύς, σαν στον Απόλλωνα τον μαντικό ευχηθήκαν,
στην παραστιά θυσιάζανε, σαν άρχιζε η νια μέρα·
495 κι οι νιότεροι απ᾽ τους σύντροφους τοιμάζανε τραπέζι.
Και σαν εφάγανε καλά, άλλοι σιμά στου πλοίου
εξαπλωθήκαν τα σκοινιά, κι άλλοι μέσα στο σπίτι.
Και το πρωί φυσήξανε μελτέμια, όπου σ᾽ όλη
τη γη μαζί τότε φυσάν, γιατί έτσι θέλει ο Δίας.
500 Κάποια Κυρήνη, λεν, κοντά στου Πηνειού ένα βάλτο
πρόβατα πως εβόσκαγε στα περασμένα χρόνια·
της άρεσεν η παρθενιά, τ᾽ ανέγγιχτο κρεβάτι.
Μα ο Απόλλωνας την άρπαξε σαν βόσκαε στο ποτάμι
και την παράδωσε μακριά από την Θεσσαλία
στις γήινες νύμφες, που σιμά προς το βουνό Μυρτώσιο,
505 κει στη Λιβύη κατοικούν. Και γέννησε του Φοίβου
τον Αρισταίο, που τον λεν και Νόμιο, κι Αγρέα,
οι Θεσσαλοί οι πολύσταχοι. Κι ο θεός απ᾽ την αγάπη
την έκανε παντοτινά νά ειναι νύμφη δική του
κι αγροτική· και το παιδί μικρό τότε το φέρνει
510 μες στη σπηλιά του Χείρωνα για να του τ᾽ ανατρέφει.
Κι όταν μεγάλωσε, οι θεές τού προξενέψαν γάμο,
οι Μούσες, και τον δίδαξαν μαντείες και γιατρείες·
και τον εβάλαν φύλακα στα πρόβατά των, όσα
βόσκαν στην Αθαμάντια της Φθίας πεδιάδα,
και γύρω στην απόγκρεμνη την Όθρυ, και το ρέμα
515 του ποταμού τ᾽ Απιδανού το αγιασμένο. Κι όταν
έκαιγε από τον ουρανό τις νήσους τις Κυκλάδες
ο Σείριος, και οι κάτοικοι καιρό γιατρειά δεν βλέπαν,
τότε τον εκαλέσανε με συμβουλή του Εκάτου,
ναν τους γλιτώσει απ᾽ το κακό· κι αυτός τη Φθία αφήνει
με του γονιού τη διαταγή, και πάει στην Κω τη νήσο
520 λαό μαζεύοντας πολύ, Παρράσιους, που λένε
πως από του Λυκάονα κατάγονται το γένος,
και μέγαν έκανε βωμό του Δροσηνού του Δία
και στα βουνά θυσίαζε θυσία στ᾽ άστρο εκείνο
το Σείριο, και στον ίδιονε τον Δία τον Κρονίδη.
525 Γι᾽ αυτό τη γη δροσίζουνε του Δία τ᾽ αγεράκια
σαράντα μέρες· και στην Κων οι ιερείς και τώρα
θυσίες θυσιάζουνε, πριν το Σκυλί ανατείλει.
|