Διάβασις των Συμπληγάδων.
Αυτά ετσι λεν πως έγιναν· κι οι ήρωες κρατιόνταν
από τους άνεμους εκεί· κι αμέτρητα τους στέλναν
530 δώρα οι Θυνοί καθημερνώς για χάρη του Φινέα.
Κι από τα εδώ στ᾽ αντικρινό το περιγιάλι εκάναν
βωμό στους Δώδεκα θεούς και σφάγια εθυσιάσαν·
κι έπειτα μπαίναν στο γοργό πλοίο να ταξιδέψουν,
κι ούτε λησμόνησαν δειλό να πάρουν περιστέρι·
535 μα από το φόβο ζαρωτό στο χέρι το κρατούσεν
ο Εύφημος, και τα διπλά σκοινιά απ᾽ την γην ελύσαν.
Ούτε πως κίνησαν στα μπρος της Αθηνάς ξεφύγαν·
κι ευτύς γοργά σε σύννεφο ανάλαφρο πατώντας
ανέβη, που και αν ήτανε βαριά, τηνε κρατούσε·
540 και για τη θάλασσα κινάει, τους ναύτες αγαπώντας.
Κι ως όταν τριγυρνάει κανείς μακριά από την πατρίδα,
όπως συχνά πλανιόμαστε βασανισμένοι ανθρώποι,
στη σκέψη μας χώρα καμιά δεν φαίνεται πως είναι
μακριά, μα μπρος στα μάτια μας φαίνονται οι πόλεις όλες,
και βλέπουμε το σπίτι μας, και στο μυαλό μας μέσα
545 δρόμοι στεριάς και θάλασσας μαζί ξεπεταγόνται,
κι άλλοτε δω κι άλλοτε εκεί γοργοπετάει η σκέψη·
έτσι λοιπόν σαν πέταξε γοργά του Δία η κόρη
στον αφιλόξενο γιαλό πάτησε της Θυνίας.
Κι αυτοί στου γυριστού στενού το πέρασμα σαν φτάσαν
550 πού ηταν κλεισμένο κι απ᾽ τις δυο μεριές με τραχιούς βράχους
και κάτωθε πλημμύριζε το πλοίο, που επροχώρα,
το ρέμα το τριγυριστό, και μπρος πολύ με φόβον
προχώρησαν, και κρότος πια των βράχων, που τσιγκρούσαν,
αδιάκοπα τους χτύπαγε τ᾽ αυτιά, κι αντιβοούσαν
555 οι θαλασσόδαρτοι γιαλοί, τότε δα πια εσηκώθη
το περιστέρι ο Εύφημος στο χέρι του κρατώντας
να πάει στην πλώρη να σταθεί· κι οι ναύτες με του Τίφυ
του Αγνιάδη διαταγή με προθυμιά τραβούσαν
κουπί, για να περάσουνε κατόπι του απ᾽ τους βράχους,
στη δύναμη πιστεύοντας· κι ευτύς για τελευταία
560 φορά ν᾽ ανοίγουν είδανε σαν στρέψαν ένα αγκώνα
και των ταράχτηκε η καρδιά· κι ο Εύφημος να ορμήσει
το περιστέρι αφήνει εμπρός με τα φτερά· κι αυτοί όλοι
σηκώσαν τα κεφάλια των κοιτώντας· και στους Βράχους
ανάμεσα πετούσε αυτό· κι οι βράχοι μαζί πάλι
αντίκρυ ένας στον άλλονε κι οι δυο μαζί σαν ήρθαν
565 εβρόντησαν κι άλμη πολλή σηκώθη αναβρασμένη
σαν σύννεφο· και φοβερά εβούιξεν ο πόντος·
και γύρω ο μέγας ουρανός αντιβροντούσεν όλος.
Και κάτω οι κουφωτές σπηλιές απ᾽ τους τρανούς τους βράχους
σαν επλημμύρα η θάλασσα βομβούσαν· και στην όχτη
570 ψηλά άχνη πέταγε λευκή απ᾽ τ᾽ αφρισμένο κύμα.
Κι έπειτα στριφογύριζε το ρέμα το καράβι.
Κι οι βράχοι του περιστεριού εκόψαν της ουράς του
τις άκρες· μα αυτό ξέφυγε· και αλάλαξαν οι ναύτες·
κι ο Τίφυς φώναξε κι αυτός με δύναμη να λάμνουν.
575 Γιατί άνοιγαν πάλι στα δυο. Κι εκείνοι ως λάμναν τρέμαν
μη το νερό ως θα γύριζε κι ανέβαινε, τους κλειούσε
μέσα στους βράχους. Κι όλους των σκληρός έπιασε φόβος·
γιατί ηταν στο κεφάλι των χαμός που δεν ξεφεύγαν.
Και τώρα κάπου φαίνοταν πια κι ο πλατύς ο Πόντος,
580 κι άξαφνα κύμα μέγα εμπρός καμπυλωτό σηκώθη,
ίσα με βράχο απόγκρεμνο· κι εκείνοι μόλις τό ειδαν
γείραν λοξά τις κεφαλές, γιατί τους φάνη τάχα
πάνω απ᾽ το πλοίο ολόκληρο πηδώντας θαν τους πνίξει.
Μα ο Τίφυς πρόφτασε, καθώς εβάραινε το πλοίο,
585 ναν τ᾽ αλαφρώσει λάμνοντας· και κάτω απ᾽ την καρίνα
το πολύ κύμα πέρασε, και την Αργώ απ᾽ την πρύμη
ψηλά απ᾽ τους βράχους τράβηξε· κι ώρα πολλή το πλοίο
ψηλά ψηλά το πήγαινε· κι ο Εύφημος απ᾽ όλους
περνώντας τους συντρόφους του, τους φώναξε να λάμνουν
μ᾽ όλη τη δύναμη, κι αυτοί μ᾽ αλαλητό χτυπούσαν
590 το κύμα· κι όσο γλήγορα θα τρέχαν πλοίο οι ναύτες
διπλά πίσω το γύριζε· και τα κουπιά σαν τόξα
καμπυλωτά λυγίζανε απ᾽ των ναυτών τη φόρα.
Κι έπειτα κατηφορικό πηδάει αμέσως κύμα
και κύλαγε σαν κύλινδρος το πλοίο με τα μούτρα
595 στης φουσκωτής της θάλασσας τ᾽ ορμητικό το ρέμα·
και το κρατεί στο γύρισμα καταμεσής των βράχων·
κι εκείνοι από τις δυο μεριές κουνιόνταν και βροντούσαν·
και σαν δεμένα ηταν εκεί τα καραβίσια ξύλα.
Μα τότε με τ᾽ αριστερό στο στιβαρό το βράχο
αντιστηρίχτη η Αθηνά και με το δεξιό της
στο πλοίο δίνει μια σπρωξιά και το πετάει πέρα·
600 κι επέτα αυτό μετέωρο σαν φτερωμένο βέλος·
όμως τις άκρες της κορφής απ᾽ τ᾽ άφλαστά του κόψαν
με δύναμην αντικριστοί χτυπώντας. Η θεά τότε
στον Όλυμπο επετάχτηκε, σαν άβλαφτοι ξεφύγαν.
Κι οι βράχοι αυτοί σε μια μεριά ο ένας σιμά στον άλλο
605 στέρια ριζώσαν· όπως δα τους ήταν και γραμμένο,
απ᾽ τους θεούς, όταν κανείς τούς πέρναε με καράβι.
|