Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.607-2.647)


οἳ δέ που ὀκρυόεντος ἀνέπνεον ἄρτι φόβοιο
ἠέρα παπταίνοντες ὁμοῦ πέλαγός τε θαλάσσης
τῆλ᾽ ἀναπεπτάμενον. δὴ γὰρ φάσαν ἐξ Ἀίδαο
610σώεσθαι· Τῖφυς δὲ παροίτατος ἤρχετο μύθων·
«ἔλπομαι αὐτῇ νηὶ τόγ᾽ ἔμπεδον ἐξαλέασθαι
ἡμέας· οὐδέ τις ἄλλος ἐπαίτιος, ὅσσον Ἀθήνη,
ἥ οἱ ἐνέπνευσεν θεῖον μένος, εὖτέ μιν Ἄργος
γόμφοισιν συνάρασσε· θέμις δ᾽ οὐκ ἔστιν ἁλῶναι.
615Αἰσονίδη, τύνη δὲ τεοῦ βασιλῆος ἐφετμήν,
εὖτε διὲκ πέτρας φυγέειν θεὸς ἧμιν ὄπασσεν,
μηκέτι δείδιθι τοῖον· ἐπεὶ μετόπισθεν ἀέθλους
εὐπαλέας τελέεσθαι Ἀγηνορίδης φάτο Φινεύς.»
ἦ ῥ᾽ ἅμα καὶ προτέρωσε παραὶ Βιθυνίδα γαῖαν
620νῆα διὲκ πέλαγος σεῦεν μέσον. αὐτὰρ ὃ τόνγε
μειλιχίοις ἐπέεσσι παραβλήδην προσέειπεν·
«Τῖφυ, τίη μοι ταῦτα παρηγορέεις ἀχέοντι;
ἤμβροτον ἀασάμην τε κακὴν καὶ ἀμήχανον ἄτην.
χρῆν γὰρ ἐφιεμένοιο καταντικρὺ Πελίαο
625αὐτίκ᾽ ἀνήνασθαι τόνδε στόλον, εἰ καὶ ἔμελλον
νηλειῶς μελεϊστὶ κεδαιόμενος θανέεσθαι·
νῦν δὲ περισσὸν δεῖμα καὶ ἀτλήτους μελεδῶνας
ἄγκειμαι, στυγέων μὲν ἁλὸς κρυόεντα κέλευθα
νηὶ διαπλώειν, στυγέων δ᾽, ὅτ᾽ ἐπ᾽ ἠπείροιο
630βαίνωμεν, πάντη γὰρ ἀνάρσιοι ἄνδρες ἔασιν.
αἰεὶ δὲ στονόεσσαν ἐπ᾽ ἤματι νύκτα φυλάσσω,
ἐξότε τὸ πρώτιστον ἐμὴν χάριν ἠγερέθεσθε,
φραζόμενος τὰ ἕκαστα. σὺ δ᾽ εὐμαρέως ἀγορεύεις
οἶον ἑῆς ψυχῆς ἀλέγων ὕπερ· αὐτὰρ ἔγωγε
635εἷο μὲν οὐδ᾽ ἠβαιὸν ἀτύζομαι· ἀμφὶ δὲ τοῖο
καὶ τοῦ ὁμῶς, καὶ σεῖο, καὶ ἄλλων δείδι᾽ ἑταίρων,
εἰ μὴ ἐς Ἑλλάδα γαῖαν ἀπήμονας ὔμμε κομίσσω.»
ὣς φάτ᾽ ἀριστήων πειρώμενος· οἳ δ᾽ ὁμάδησαν
θαρσαλέοις ἐπέεσσιν. ὃ δὲ φρένας ἔνδον ἰάνθη
640κεκλομένων, καί ῥ᾽ αὖτις ἐπιρρήδην μετέειπεν·
«ὦ φίλοι, ὑμετέρῃ ἀρετῇ ἔνι θάρσος ἀέξω.
τούνεκα νῦν οὐδ᾽ εἴ κε διὲξ Ἀίδαο βερέθρων
στελλοίμην, ἔτι τάρβος ἀνάψομαι, εὖτε πέλεσθε
ἔμπεδοι ἀργαλέοις ἐνὶ δείμασιν. ἀλλ᾽ ὅτε πέτρας
645Πληγάδας ἐξέπλωμεν, ὀίομαι οὐκ ἔτ᾽ ὀπίσσω
ἔσσεσθαι τοιόνδ᾽ ἕτερον φόβον, εἰ ἐτεόν γε
φραδμοσύνῃ Φινῆος ἐπισπόμενοι νεόμεσθα.»


Οι Αργοναύται ενθαρρύνουσιν αλλήλους.

Κι αυτοί τώρα ανασάνανε από τον άγριο φόβο
γύρω κοιτώντας ουρανό και θάλασσας τα πλάτια
μακριά απλωμένα· κι έλεγαν πως τάχα από τον Άδη
610 γλιτώσανε· κι αρχίνησε το λόγο ο Τίφυς πρώτος.
«Θαρρώ πως με το πλοίο αυτό γλιτώσαμε ορισμένα·
και σαν την Αθηνά κανείς δεν είν᾽ για τούτο αίτιος,
που μέσα του θεϊκιάν ορμήν φύσηξε, σαν ο Άργος
με σφήνες το συνάρμοζε· δεν τού ηταν να χανόταν.
615 Και τώρα συ τη διαταγή του βασιλιά, Αισονίδη,
σαν να γλιτώσουμε ο θεός μάς έδωσε απ᾽ τους βράχους,
μην τη φοβάσαι τώρα πια· γιατί τους πίσω αγώνες
εύκολα θαν τους κάνουμε, ως είπε ο Αγηνορίδης.»
Έτσ᾽ είπε και παραμπροστά στη Βιθυνίδα χώρα
620 το πλοίο από της θάλασσας την μέσην οδηγούσε.
Κι ο Ιάσονας με μαλακά ευτύς λόγια απαντάει.
«Τίφυ, τί μου τα λες αυτά, παρηγοριά στη λύπη;
Έσφαλα, αμάρτησα κακή κι αγιάτρευτη αμαρτία·
γιατί έπρεπε την ώρα αυτή, που διάταξε ο Πελίας,
625 αμέσως ναν τ᾽ αρνιόμουνα ετούτο το ταξίδι,
κι αν έμελλαν αλύπητα κομμάτια να με κόψουν.
Και τώρα φόβο περισσό κι έννοιες μεγάλες έχω·
και τους φριχτούς της θάλασσας δρόμους πολύ φοβάμαι
με το καράβι να περνώ, και στη στεριά σαν βγούμε
630 πάλι φοβάμαι· γιατί εχθροί γύρω μας άντρες είναι.
Κι όλο με στεναγμούς περνώ τη μέρα και τη νύχτα
ξαρχής, σαν μαζευτήκατε για τη δική μου χάρη,
σαν σκέφτομαι το καθετί· μα εσύ με δίχως έννοια
μιλάς σαν και να νοιάζεσαι για τη ζωή σου μόνο·
εγώ όμως για τα μένανε δε νοιάζομαι καθόλου,
635 μόνον για κείνον και γι᾽ αυτόν και σένα και τους άλλους
συντρόφους πάντα νοιάζομαι κι έχω το φόβο πάντα,
μη δεν σας φέρω άβλαφτους στη χώρα της Ελλάδας.»
Έτσ᾽ είπε δοκιμάζοντας τους ήρωες, κι εκείνοι
φωνάξαν με θαρρετικά λόγια, κι εκείνου ευφράνθη
640 μέσα η καρδιά, που φώναζαν, και πάλι ειπε με θάρρος.
«Με την αντρειά σας, φίλοι μου, το θάρρος μου αυξαίνω·
γι᾽ αυτό τώρα αν ταξίδευα και μες στα βάθη του Άδη
δεν θα ᾽νιωθα εγώ φόβο πια, αφού ειστε τόσο στέριοι
μες στους σκληρούς τους φόβους μας. Και τώρα που τους Βράχους
645 τους Κινητούς περάσαμε, θαρρώ πως παραπίσω
παρόμοιο δε θενά ᾽χουμε φόβον αν είν᾽ αλήθεια
πως του Φινέα συμβουλές ακολουθώντας πάμε.»