Κι ούτε ο αντρείος Ηρακλής γνωρίζουμε ο γενναίος
τον πόθο καταφρόνεσε του αντρείου του Αισονίδη.
Μόνε σαν άκουσε να λεν την σύναξιν ηρώων
125 γυρνώντας απ᾽ το Λύρκειο της Αρκαδιάς προς τ᾽ Άργος,
όταν εκείνος ζωντανό έφερνε εκεί τον κάπρο,
που ᾽βοσκε μες στις λαγκαδιές της Λάμπειας, μες στο βάλτο
του Ερύμανθου, τον πέταξεν απ᾽ τις γερές του πλάτες
δεμένο μες στην αγορά την πρώτη της Μυκήνας
130 κι αυτός μονάχος του, χωρίς να θέλει ο Ευρυσθέας
ξεκίνησε· και πάει μαζί κι ο Ύλας, νιος λεβέντης,
φίλος καλός, που σήκωνε τα βέλη και το τόξο.
Μετά απ᾽ αυτούς του Δαναού του θεϊκού πάει η φύτρα,
ο Ναύπλιος του Κλυτόνιου· κι αυτός γιος του Ναυβόλου.
135 Κι ο Ναύβολος του Λέρνου γιος· κι αυτός πάλι του Προίτου.
Κι ο Προίτος γιος του Ναύπλιου· κι αυτόν η Αμυμώνη
στου Ποσειδώνα του θεού πέφτοντας την αγκάλη
τον γέννα τον παλιό καιρό, του Δαναού η παρθένα,
το Ναύπλιο, που στα ναυτικά τούς εξεπέρναγε όλους.
Κι ο Ίδμονας ήρθε στερνός απ᾽ όσους κατοικούσαν
140 στ᾽ Άργος, γιατί το τέλος του το γνώριζε απ᾽ τα όρνια·
ήρθε όμως μήπως ο λαός τη δόξα του ντροπιάσει.
Μ᾽ αλήθεια τ᾽ Άβαντα παιδί δεν ήταν, μα ο γονιός του
ο Απόλλωνας τον έβαλε μέσα στους Αιολίδες
τους ένδοξους, και του ᾽μαθεν αυτός από μαντείες
145 και των πουλιών το πέταγμα και της φωτιάς σημάδια.
Τον Πολυδεύκη το γερό η Λήδα η Αιτωλίδα
σήκωσε και τον Κάστορα, που ᾽ξερ᾽ από γοργ᾽ άτια,
από τη Σπάρτην, όπου αυτή στου Τύνδαρου το σπίτι
μια γέννα τούς εγέννησε μοσχοθρεμμένους· κι ούτε
150 λυπήθη που ᾽φυγαν, γιατί αντάξια ηταν του Δία.
Και τ᾽ Αφαρέα ο δυνατός ο Ίδας κι ο Λυγκέας
απ᾽ την Αρήνη εφτάσανε όλο καρδιά κι οι δυο τους
για την πολλή τους δύναμη. Κι είχε ο Λυγκέας μάτια
γερά, αν είν᾽ αληθινό, που λένε, πως εκείνος
155 εμπόραγε εύκολα να ιδεί κι από την γη από κάτω.
Μαζί κι ο Περικλύμενος ξεκίνα, του Νηλέα
το μεγαλύτερο παιδί, απ᾽ όσα μες στην Πύλο
είχε ο Νηλέας ο θεϊκός· και τού ειχε ο Ποσειδώνας
αντρειά δοσμένη αμέτρητη· και να μπορεί να παίρνει
160 ό,τι μορφή θενά ηθελε στου πόλεμου τις μάχες.
Κι ο Αμφιδάμας κι ο Κηφεύς από την Αρκαδία,
πού ειχανε τον Αφείδαντα χτήμα των στην Τεγέα,
τα δυο παιδιά του Αλεού· και τρίτος ο Αγκαίος
τους ακολούθα, π᾽ ο γονιός τον έστειλε ο Λυκούργος,
165 ο πιο μεγάλος αδερφός αυτών των δυο· μα εκείνος
στην πόλη, τον γερο-Αλεόν έμεινε να φροντίζει·
και το παιδί του σύντροφο στους αδερφούς του δίνει.
Επήγε αυτός με δέρμα μιας αρκούδας του Μαινάλου
κι ένα μεγάλο δίκοπο στα χέρια του πελέκι·
170 γιατί τα όπλα του ο Αλεός, ο πάππος του, στο βάθος
τα ᾽κρυψε μέσα του σπιτιού μήπως και τον κρατούσε.
|