Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.122-1.171)


οὐδὲ μὲν οὐδὲ βίην κρατερόφρονος Ἡρακλῆος
πευθόμεθ᾽ Αἰσονίδαο λιλαιομένου ἀθερίξαι.
ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἄιε βάξιν ἀγειρομένων ἡρώων,
125νεῖον ἀπ᾽ Ἀρκαδίης Λυρκήιον Ἄργος ἀμείψας
τὴν ὁδόν, ᾗ ζωὸν φέρε κάπριον, ὅς ῥ᾽ ἐνὶ βήσσαις
φέρβετο Λαμπείης, Ἐρυμάνθιον ἂμ μέγα τῖφος,
τὸν μὲν ἐνὶ πρώτῃσι Μυκηναίων ἀγορῇσιν
δεσμοῖς ἰλλόμενον μεγάλων ἀπεθήκατο νώτων,
130αὐτὸς δ᾽ ᾗ ἰότητι παρὲκ νόον Εὐρυσθῆος
ὡρμήθη· σὺν καί οἱ Ὕλας κίεν, ἐσθλὸς ὀπάων,
πρωθήβης, ἰῶν τε φορεὺς φύλακός τε βιοῖο.
τῷ δ᾽ ἐπὶ δὴ θείοιο κίεν Δαναοῖο γενέθλη,
Ναύπλιος. ἦ γὰρ ἔην Κλυτονήου Ναυβολίδαο·
135Ναύβολος αὖ Λέρνου· Λέρνον γε μὲν ἴδμεν ἐόντα
Προίτου Ναυπλιάδαο· Ποσειδάωνι δὲ κούρη
πρίν ποτ᾽ Ἀμυμώνη Δαναῒς τέκεν εὐνηθεῖσα
Ναύπλιον, ὃς περὶ πάντας ἐκαίνυτο ναυτιλίῃσιν.
Ἴδμων δ᾽ ὑστάτιος μετεκίαθεν, ὅσσοι ἔναιον
140Ἄργος, ἐπεὶ δεδαὼς τὸν ἑὸν μόρον οἰωνοῖσιν
ἤιε, μή οἱ δῆμος ἐυκλείης ἀγάσαιτο.
οὐ μὲν ὅγ᾽ ἦεν Ἄβαντος ἐτήτυμον, ἀλλά μιν αὐτός
γείνατο κυδαλίμοις ἐναρίθμιον Αἰολίδῃσιν
Λητοΐδης· αὐτὸς δὲ θεοπροπίας ἐδίδαξεν
145οἰωνούς τ᾽ ἀλέγειν ἠδ᾽ ἔμπυρα σήματ᾽ ἰδέσθαι.
καὶ μὴν Αἰτωλὶς κρατερὸν Πολυδεύκεα Λήδη
Κάστορά τ᾽ ὠκυπόδων ὦρσεν δεδαημένον ἵππων
Σπάρτηθεν· τοὺς δ᾽ ἥγε δόμοις ἔνι Τυνδαρέοιο
τηλυγέτους ὠδῖνι μιῇ τέκεν· οὐδ᾽ ἀπίθησεν
150νισσομένοις· Ζηνὸς γὰρ ἐπάξια μήδετο λέκτρων.
οἵ τ᾽ Ἀφαρητιάδαι Λυγκεὺς καὶ ὑπέρβιος Ἴδας
Ἀρήνηθεν ἔβαν, μεγάλῃ περιθαρσέες ἀλκῇ
ἀμφότεροι· Λυγκεὺς δὲ καὶ ὀξυτάτοις ἐκέκαστο
ὄμμασιν, εἰ ἐτεόν γε πέλει κλέος, ἀνέρα κεῖνον
155ῥηιδίως καὶ νέρθε κατὰ χθονὸς αὐγάζεσθαι.
σὺν δὲ Περικλύμενος Νηλήιος ὦρτο νέεσθαι,
πρεσβύτατος παίδων, ὅσσοι Πύλῳ ἐξεγένοντο
Νηλῆος θείοιο· Ποσειδάων δέ οἱ ἀλκήν
δῶκεν ἀπειρεσίην ἠδ᾽ ὅττι κεν ἀρήσαιτο
160μαρνάμενος, τὸ πέλεσθαι ἐνὶ ξυνοχῇ πολέμοιο.
καὶ μὴν Ἀμφιδάμας Κηφεύς τ᾽ ἴσαν Ἀρκαδίηθεν,
οἳ Τεγέην καὶ κλῆρον Ἀφειδάντειον ἔναιον,
υἷε δύω Ἀλεοῦ· τρίτατός γε μὲν ἕσπετ᾽ ἰοῦσιν
Ἀγκαῖος, τὸν μέν ῥα πατὴρ Λυκόοργος ἔπεμπεν,
165τῶν ἄμφω γνωτὸς προγενέστερος. ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἤδη
γηράσκοντ᾽ Ἀλεὸν λίπετ᾽ ἂμ πόλιν ὄφρα κομίζοι,
παῖδα δ᾽ ἑὸν σφετέροισι κασιγνήτοισιν ὄπασσεν.
βῆ δ᾽ ὅγε Μαιναλίης ἄρκτου δέρος ἀμφίτομόν τε
δεξιτερῇ πάλλων πέλεκυν μέγαν· ἔντεα γάρ οἱ
170πατροπάτωρ Ἀλεὸς μυχάτῃ ἐνέκρυψε καλιῇ,
αἴ κέν πως ἔτι καὶ τὸν ἐρητύσειε νέεσθαι.


Κι ούτε ο αντρείος Ηρακλής γνωρίζουμε ο γενναίος
τον πόθο καταφρόνεσε του αντρείου του Αισονίδη.
Μόνε σαν άκουσε να λεν την σύναξιν ηρώων
125 γυρνώντας απ᾽ το Λύρκειο της Αρκαδιάς προς τ᾽ Άργος,
όταν εκείνος ζωντανό έφερνε εκεί τον κάπρο,
που ᾽βοσκε μες στις λαγκαδιές της Λάμπειας, μες στο βάλτο
του Ερύμανθου, τον πέταξεν απ᾽ τις γερές του πλάτες
δεμένο μες στην αγορά την πρώτη της Μυκήνας
130 κι αυτός μονάχος του, χωρίς να θέλει ο Ευρυσθέας
ξεκίνησε· και πάει μαζί κι ο Ύλας, νιος λεβέντης,
φίλος καλός, που σήκωνε τα βέλη και το τόξο.
Μετά απ᾽ αυτούς του Δαναού του θεϊκού πάει η φύτρα,
ο Ναύπλιος του Κλυτόνιου· κι αυτός γιος του Ναυβόλου.
135 Κι ο Ναύβολος του Λέρνου γιος· κι αυτός πάλι του Προίτου.
Κι ο Προίτος γιος του Ναύπλιου· κι αυτόν η Αμυμώνη
στου Ποσειδώνα του θεού πέφτοντας την αγκάλη
τον γέννα τον παλιό καιρό, του Δαναού η παρθένα,
το Ναύπλιο, που στα ναυτικά τούς εξεπέρναγε όλους.
Κι ο Ίδμονας ήρθε στερνός απ᾽ όσους κατοικούσαν
140 στ᾽ Άργος, γιατί το τέλος του το γνώριζε απ᾽ τα όρνια·
ήρθε όμως μήπως ο λαός τη δόξα του ντροπιάσει.
Μ᾽ αλήθεια τ᾽ Άβαντα παιδί δεν ήταν, μα ο γονιός του
ο Απόλλωνας τον έβαλε μέσα στους Αιολίδες
τους ένδοξους, και του ᾽μαθεν αυτός από μαντείες
145 και των πουλιών το πέταγμα και της φωτιάς σημάδια.
Τον Πολυδεύκη το γερό η Λήδα η Αιτωλίδα
σήκωσε και τον Κάστορα, που ᾽ξερ᾽ από γοργ᾽ άτια,
από τη Σπάρτην, όπου αυτή στου Τύνδαρου το σπίτι
μια γέννα τούς εγέννησε μοσχοθρεμμένους· κι ούτε
150 λυπήθη που ᾽φυγαν, γιατί αντάξια ηταν του Δία.
Και τ᾽ Αφαρέα ο δυνατός ο Ίδας κι ο Λυγκέας
απ᾽ την Αρήνη εφτάσανε όλο καρδιά κι οι δυο τους
για την πολλή τους δύναμη. Κι είχε ο Λυγκέας μάτια
γερά, αν είν᾽ αληθινό, που λένε, πως εκείνος
155 εμπόραγε εύκολα να ιδεί κι από την γη από κάτω.
Μαζί κι ο Περικλύμενος ξεκίνα, του Νηλέα
το μεγαλύτερο παιδί, απ᾽ όσα μες στην Πύλο
είχε ο Νηλέας ο θεϊκός· και τού ειχε ο Ποσειδώνας
αντρειά δοσμένη αμέτρητη· και να μπορεί να παίρνει
160 ό,τι μορφή θενά ηθελε στου πόλεμου τις μάχες.
Κι ο Αμφιδάμας κι ο Κηφεύς από την Αρκαδία,
πού ειχανε τον Αφείδαντα χτήμα των στην Τεγέα,
τα δυο παιδιά του Αλεού· και τρίτος ο Αγκαίος
τους ακολούθα, π᾽ ο γονιός τον έστειλε ο Λυκούργος,
165 ο πιο μεγάλος αδερφός αυτών των δυο· μα εκείνος
στην πόλη, τον γερο-Αλεόν έμεινε να φροντίζει·
και το παιδί του σύντροφο στους αδερφούς του δίνει.
Επήγε αυτός με δέρμα μιας αρκούδας του Μαινάλου
κι ένα μεγάλο δίκοπο στα χέρια του πελέκι·
170 γιατί τα όπλα του ο Αλεός, ο πάππος του, στο βάθος
τα ᾽κρυψε μέσα του σπιτιού μήπως και τον κρατούσε.