Θάνατος Ίδμονος και Τίφυος.
815 Τ᾽ Άβαντα τότ᾽ εκεί το γιο το ριζικό τον ήβρε,
τον Ίδμονα, που γνώριζε μαντείες· μα αυτόν διόλου
δεν τον γλιτώσανε, γιατί του ᾽γραφε να πεθάνει.
Κάπρος λευκόδοντος, κακό τέρας, που το φοβόνταν
κι αυτές ακόμα οι βαλτινές οι νύμφες και κανένας
820 δεν το ᾽ξερε· και μοναχός στον πλατύ κάμπο εβόσκα,
σε βάλτο καλαμόφυτο του ποταμού κειτόταν
δροσίζοντας τα λαγαρά και την κοιλιά στη λάσπη.
Ο Αβαντιάδης πήγαινε προς του λασποποτάμου
κει τα στριφογυρίσματα· κι άξαφνα κάπου ο κάπρος
825 ψηλά πηδάει απ᾽ τα δεντρά και το μερί τρυπάει
ορμητικά και του ᾽σκισε και κόκαλο και κρέας.
Έβαλε αυτός ψιλή φωνή κι έπεσε κάτω· οι άλλοι
σαν εχτυπήθη, όλοι μαζί φωνάξαν· κι ο Πηλέας
ευτύς του κάπρου του κακού, στο βάλτο σαν εχώθη
830 του ρίχνει ακόντιο γρήγορο· μα ορμάει και πάλι απάνω.
Μα ο Ίδας τον επλήγωσε και πέφτει αυτός βογκώντας
στο μυτερό το δόρυ του· και τον αφήσαν κάτω
στη γη εκειδά κουβαριαστό· και φέρναν οι συντρόφοι
τον Ίδμονα στο πλοίο τους, σαν έβγαινε η ψυχή του,
θλιμμένοι, και στων σύντροφων επέθανε τα χέρια.
835 Και τότε πια να νοιάζουνται για το ταξίδι επάψαν
και μένανε για του νεκρού θλιμμένοι την κηδεία·
τρεις μέρες τον εκλαίγανε· την τέταρτη κατόπι
τον θάψαν μεγαλόπρεπα· κι έφερνε ο κόσμος δώρα
κι ο βασιλιάς Λύκος μ᾽ αυτούς· κι άμετρα αρνιά εκεί πέρα,
840 όπως ταιριάζει στους νεκρούς, στον τάφο επάνω εσφάξαν.
Κι είναι υψωμένος τ᾽ άντρα αυτού λοιπόν στη χώρα εκείνη
τύμβος· και σήμα απάνω του κι οι υστερινοί να βλέπουν,
ξύλο του πλοίου απ᾽ αγρελιά· κι είν᾽ όλο φουντωμένο
με φύλλα, λίγο απ᾽ την κορφή της Αχερούσιας κάτω.
845 Κι αν πρέπει αληθινά κι αυτό να διαλαλήσει η Μούσα,
αυτόν προστάτη μάντεψε στους Βοιωτούς της πόλης
και στους Νισαίους καθαρά να προσκυνάν ο Φοίβος,
και γύρω από της αγρελιάς το ξύλο της αρχαίας
να χτίσουν πόλη· όμως αυτοί αντί τον Αιολίδη
τον θεόμορφο τον Ίδμονα, ακόμα κι ως τα τώρα
850 τον Αγαμήστορα ήρωα τιμάν και προσκυνάνε.
Και ποιός ακόμα πέθανε; Γιατί κι άλλον σηκώσαν
τύμβο τότε πάλι οι ήρωες συντρόφου αποθαμένου.
Γιατί δυο τάφοι των αντρών αυτών φαίνονται ακόμα.
Ο Τίφυς λεν πως πέθανε του Αγνία· και δεν τού ηταν
855 γραφτό να πάει πιο μακριά· μόνε κι αυτόν κατόπι
μικρή τον ξάπλωσε αρρωστιά μακριά από την πατρίδα,
ώσπου να θάψουν τον καλό τον Ίδμονα οι συντρόφοι·
κι απάνω στο βαρύ κακό λύπη άμετρη δεχτήκαν.
Αφού λοιπόν κι εκείνον δα κει πέρα τον εθάψαν
860 απ᾽ την αμηχανία των μπρος στ᾽ ακρογιάλι επέσαν
σφιχτά μέσα στα ρούχα των και στέρια τυλιγμένοι,
κι ούτε φαΐ κι ούτε πιοτό νοιαζόνταν· κι απ᾽ τη λύπη
τους φαρμακώθηκε η καρδιά, γιατί πια ο γυρισμός των
τους γίνοταν ανέλπιδος. Κι ακόμα λυπημένοι
865 καιρό θενα κρατιόνταν κει αν μες στα στήθια η Ήρα
θάρρος δεν έβαζε πολύ του Αγκαίου, που στου Ιμβράσου
το ρέμα η Αστυπάλαια στον Ποσειδώνα εγέννα·
γιατ᾽ ήξερε πολύ καλά να διευθύνει πλοίο.
Αυτός λοιπόν πάει βιαστικά και λέει του Πηλέα.
«Γιε του Αιακού, καλό το λες, ξεχνώντας τις δουλειές μας
870 τόσον καιρό στην ξενιτιά να μένουμε; Όχι τόσο
ο Ιάσων για πολεμιστή με παίρνει για το δέρμα
απ᾽ την Παρθένια μακριά, όσο για κυβερνήτη·
γι᾽ αυτό φόβο μη μου ᾽χετε καθόλου για το πλοίο.
Όμοια κι οι άλλοι άντρες δω γνωρίζουν από πλοία,
875 που όποιο απ᾽ αυτούς κι αν βάλουμε στην πρύμη δεν θα βλάψει
καθόλου το ταξίδι μας· μ᾽ αυτά γοργά όλα πες τα
και πρόθυμα ξεσήκωσ᾽ τους να θυμηθούν τον άθλο.»
Έτσ᾽ είπε· κι αυτουνού η καρδιά πήδηξ᾽ απ᾽ τη χαρά της
κι ευτύς αμέσως στάθηκε στη μέση και τους είπε.
880 «Μαύροι, γιατί τόσο πολλή λύπη μάς πήρε αδίκως;
Ετούτοι με το θάνατο, πού ηταν γραφτός, χαθήκαν·
μα εμείς μέσα στη συντροφιάν έχουμε κυβερνήτες
πολλούς· γι᾽ αυτό μη χάνουμε λοιπόν δω τον καιρό μας,
μα σηκωθείτε για δουλειά, τις λύπες σας σκορπώντας.»
885 Κι απάντησε ο Ιάσονας σ᾽ εκείνον απορώντας.
«Αιακίδη, πού ειναι τάχα αυτοί, που λες, οι κυβερνήτες;
αυτοί, που πριν ελέγαμε, πως είν᾽ σ᾽ αυτό τεχνίτες,
αυτοί θλιβόνταν από εμέ πιο στενοχωρημένοι·
γι᾽ αυτό μ᾽ αυτούς που πέθαναν κακό χαμό προβλέπω,
890 αν στου Αιήτη του κακού την πόλη δε θα πάμε,
ή και σε χώρα ελληνική πάλι δεν ξαναρθούμε
έξω απ᾽ τους βράχους, μα εδωδά κακός θενα μας έβρει
χαμός, χωρίς δόξα καμιά, γεράζοντας του κάκου.»
Έτσ᾽ είπε· και με προθυμιά ανάλαβε ο Αγκαίος
895 να οδηγήσει το γοργό πλοίο· γιατί από κάποιου
παρακινήθη ορμή θεού. Κι ο Ναύπλιος κι ο Εργίνος
κι ο Εύφημος σηκώθηκαν κατόπι να διευθύνουν
ποθώντας· μα τους μπόδισαν, και μόνο τον Αγκαίο
παραδεχτήκαν οι πολλοί συντρόφοι να διευθύνει.
|