Άφιξις εις Καλλίχορον και τάφον Σθενέλου.
Κι έπειτα την δωδέκατη μέρα στο πλοίο μπήκαν
900 πρωί· γιατί τους φύσηξε πνοή γερού Πονέντε.
Γοργά από τον Αχέροντα με τα κουπιά όξω βγήκαν
κι απλώσανε στον άνεμο με θάρρος τα πανιά των,
και σαν φουσκώσαν τα πανιά πολύ μπροστά τραβούσαν
ομορφοταξιδεύοντας· και γλήγορα σιμά ηρθαν
στου ποταμού Καλλίχορου τις εκβολές, που λένε
905 του Δία ο Νυσαίος γιος, σαν τις φυλές αφήκε
τις Ινδικές και πήγαινε στη Θήβα, πως κει πέρα
τέλεσεν όργια κι έστησε χορούς μπροστά στο σπήλιο,
κει που τις άγιες φοβερές νύχτες καταυλιζόταν,
γι᾽ αυτό κι οι γύρω κάτοικοι τον ποταμό ονομάσαν
910 Καλλίχορο, και την σπηλιάν εκάλεσαν Αυλίο.
Εκείθε ειδαν του Σθένελου τον τάφο του Αχτορίδη,
που από τον άγριο πόλεμο των Αμαζόνων πίσω
γυρνώντας —γιατ᾽ είχε μαζί πάει με τον Ηρακλέα—,
κει στ᾽ ακρογιάλι πέθανε με βέλος χτυπημένος.
915 Όμως δεν πήγαν πιο μακριά, γιατ᾽ η ίδια η Περσεφόνη
την πολυδάκρυτη ψυχήν άφησε του Αχτορίδη,
που παρακάλαγε να ιδεί λίγο, πατριώτες άντρες.
Στου τύμβου εφάνη την κορφή και κοίταζε το πλοίο
τέτοιος, όπως επήγαινε στον πόλεμο· κι ωραίο
920 τετράφαλο με κόκκινη φούντα έλαμπε το κράνος·
κι εκείνος πάλι στο βαθύ βυθίστηκε σκοτάδι·
κι αυτοί ειδαν και θαμπώθηκαν· και ο Αμπυκίδης Μόψος
τους παρακίνησε εκειδά με τους χρησμούς ν᾽ αράξουν
και την ψυχή του με λοιβές στον τάφο να μαλάξουν.
Κι εκείνοι τα πανιά γοργά κατέβασαν, και βγάλαν
925 στο περιγιάλι τα σκοινιά και φρόντιζαν τον τάφο
του Σθένελου και χύνανε θυσίες και του κάψαν
αρνιά σφαχτά, και χωριστά θυσία στον πλοιοσώστη
Απόλλωνα, και του ᾽φιαξαν βωμό και του θυσιάσαν
μεριά· κι ανάθεσε εκειδά τη λύρα του ο Ορφέας·
κι από τα τότε τ᾽ όνομα του τόπου αυτού ειναι Λύρα.
930 Κι ευτύς, γιατί τους έβιαζεν ο άνεμος, εμπήκαν
στο πλοίο· κι άπλωσαν πανιά και τέντωσαν τις σκότες
τις δυο· κι αυτό στο πέλαγος σπρωχνότανε με φόρα,
καθώς ψηλά στον ουρανόν αφήνει το γεράκι
935 το σώμα του γοργόπετο και διόλου δεν ταράζει
τη φόρα του καθώς πετά με τα φτερά απλωμένα.
|