Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.1002-2.1029)


τοῖσι μὲν οὔτε βοῶν ἄροτος μέλει, οὔτε τις ἄλλη
φυταλιὴ καρποῖο μελίφρονος· οὐδὲ μὲν οἵγε
ποίμνας ἑρσήεντι νομῷ ἔνι ποιμαίνουσιν.
1005ἀλλὰ σιδηροφόρον στυφελὴν χθόνα γατομέοντες
ὦνον ἀμείβονται βιοτήσιον· οὐδέ ποτέ σφιν
ἠὼς ἀντέλλει καμάτων ἄτερ, ἀλλὰ κελαινῇ
λιγνύϊ καὶ καπνῷ κάματον βαρὺν ὀτλεύουσιν.
τοὺς δὲ μετ᾽ αὐτίκ᾽ ἔπειτα Γενηταίου Διὸς ἄκρην
1010γνάμψαντες σώοντο παρὲξ Τιβαρηνίδα γαῖαν.
ἔνθ᾽ ἐπεὶ ἄρ κε τέκωνται ὑπ᾽ ἀνδράσι τέκνα γυναῖκες,
αὐτοὶ μὲν στενάχουσιν ἐνὶ λεχέεσσι πεσόντες,
κράατα δησάμενοι· ταὶ δ᾽ εὖ κομέουσιν ἐδωδῇ
ἀνέρας, ἠδὲ λοετρὰ λεχώια τοῖσι πένονται.
1015Ἱρὸν δ᾽ αὖτ᾽ ἐπὶ τοῖσιν ὄρος καὶ γαῖαν ἄμειβον,
ᾗ ἔνι Μοσσύνοικοι ἀν᾽ οὔρεα ναιετάουσιν
μόσσυνας, καὶ δ᾽ αὐτοὶ ἐπώνυμοι ἔνθεν ἔασιν.
ἀλλοίη δὲ δίκη καὶ θέσμια τοῖσι τέτυκται.
ὅσσα μὲν ἀμφαδίῃ ῥέζειν θέμις, ἢ ἐνὶ δήμῳ,
1020ἢ ἀγορῇ, τάδε πάντα δόμοις ἔνι μηχανόωνται·
ὅσσα δ᾽ ἐνὶ μεγάροις πεπονήμεθα, κεῖνα θύραζε
ἀψεγέως μέσσῃσιν ἐνὶ ῥέζουσιν ἀγυιαῖς.
οὐδ᾽ εὐνῆς αἰδὼς ἐπιδήμιος, ἀλλὰ σύες ὥς
φορβάδες, οὐδ᾽ ἠβαιὸν ἀτυζόμενοι παρεόντας,
1025μίσγονται χαμάδις ξυνῇ φιλότητι γυναικῶν.
αὐτὰρ ἐν ὑψίστῳ βασιλεὺς μόσσυνι θαάσσων
ἰθείας πολέεσσι δίκας λαοῖσι δικάζει,
σχέτλιος. ἢν γάρ πού τι θεμιστεύων ἀλίτηται,
λιμῷ μιν κεῖν᾽ ἦμαρ ἐνικλείσαντες ἔχουσιν.


Περί Χαλύβων, Τιβαρηνών και Μοσσυνοίκων.

Αυτοί για τ᾽ όργωμα της γης με βόδια δε νοιαζόνται,
ούτε και γι᾽ άλλο φύτεμα καρπού γλυκού σαν μέλι·
ούτε κοπάδια σε βοσκές δροσόλουστες βοσκάνε,
1005 μόνε την άγρια κόβοντας σιδεροφόρα γη τους
κερδίζουν το καθημερνό· κι ούτε έφεξε ποτέ τους
αυγή χωρίς κόπους γι᾽ αυτούς, μα μες σ᾽ αθάλη μαύρη
και σε καπνό, κόπο βαρύ καθημερνώς τραβάνε.
Μετά απ᾽ αυτούς σαν στρίψανε του Γεννηταίου Δία
1010 την άκρια, στων Τιβαρηνών εφτάσανε τη χώρα.
Εκεί σαν απ᾽ τους άνδρες των γεννήσουν οι γυναίκες
εκείνοι αναστενάζουνε πεσμένοι στο κρεβάτι
και δένουν τα κεφάλια τους· κι αυτές τούς καλοτρέφουν
και με λουτρά λεχωνικά τους άντρες των φροντίζουν.
1015 Μετά απ᾽ αυτούς τ᾽ Άγιο Βουνό περνούσαν και τη χώρα
που κάθονται οι Μοσσύνοικοι απάνω στα βουνά των
σε «μόσσυνες», και πήρανε εκείθε τ᾽ όνομά τους.
Και νόμους άλλους έχουνε κι άλλες συνήθειες κείνοι·
όλα όσα πρέπει φανερά να γίνουνται στην πόλη
1020 ή και στην αγορά, όλ᾽ αυτά στα σπίτια των τα κάνουν·
κι όσα στα σπίτια κάνουμε, εκείνα όξω απ᾽ τα σπίτια
στους δρόμους μέσα κάνουνε με δίχως κατηγόρια·
κι ούτε να πέσουν αγκαλιά ντρεπόνται, μα σαν χοίροι
χωρίς διόλου να ντρέπουνται αυτούς, πού ειναι τριγύρω
1025 αγκαλιαζόνται ερωτικά χάμω με τις γυναίκες.
Κι ο βασιλιάς των σε ψηλό μόσσυνα μέσα μένει
και δίκες δίκαιες σε πολλούς ανθρώπους του δικάζει,
ο δύστυχος· γιατί αν σφαλεί σε κάτι που δικάζει,
κλείνοντας μες στο μόσσυνα με πείνα τον πεθαίνουν.