Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.1030-2.1089)


1030τοὺς παρανισσόμενοι καὶ δὴ σχεδὸν ἀντιπέρηθεν
νήσου Ἀρητιάδος τέμνον πλόον εἰρεσίῃσιν
ἠμάτιοι· λιαρὴ γὰρ ὑπὸ κνέφας ἔλλιπεν αὔρη.
ἤδη καί τιν᾽ ὕπερθεν Ἀρήιον ἀίσσοντα
ἐνναέτην νήσοιο δι᾽ ἠέρος ὄρνιν ἴδοντο,
1035ὅς ῥα τιναξάμενος πτέρυγας κατὰ νῆα θέουσαν
ἧκ᾽ ἐπὶ οἷ πτερὸν ὀξύ· τὸ δ᾽ ἐν λαιῷ πέσεν ὤμῳ
δίου Ὀιλῆος· μεθέηκε δὲ χερσὶν ἐρετμόν
βλήμενος· οἳ δὲ τάφον πτερόεν βέλος εἰσορόωντες.
καὶ τὸ μὲν ἐξείρυσσε παρεδριόων Ἐρυβώτης,
1040ἕλκος δὲ ξυνέδησεν, ἀπὸ σφετέρου κολεοῖο
λυσάμενος τελαμῶνα κατήορον· ἐκ δ᾽ ἐφαάνθη
ἄλλος ἐπὶ προτέρῳ πεποτημένος· ἀλλά μιν ἥρως
Εὐρυτίδης Κλυτίος —πρὸ γὰρ ἀγκύλα τείνατο τόξα,
ἧκέ δ᾽ ἐπ᾽ οἰωνὸν ταχινὸν βέλος— εὖτ᾽ ἄρ᾽ ἐπέπτη,
1045πλῆξεν· δινηθεὶς δὲ θοῆς πέσεν ἀγχόθι νηός.
τοῖσιν δ᾽ Ἀμφιδάμας μυθήσατο, παῖς Ἀλεοῖο·
«νῆσος μὲν πέλας ἧμιν Ἀρητιάς· ἴστε καὶ αὐτοί
τούσδ᾽ ὄρνιθας ἰδόντες. ἐγὼ δ᾽ οὐκ ἔλπομαι ἰούς
τόσσον ἐπαρκέσσειν εἰς ἔκβασιν. ἀλλά τιν᾽ ἄλλην
1050μῆτιν πορσύνωμεν ἐπίρροθον, εἴ κ᾽ ἐπικέλσαι
μέλλετε, Φινῆος μεμνημένοι, ὡς ἐπέτελλεν.
οὐδὲ γὰρ Ἡρακλέης, ὁπότ᾽ ἤλυθεν Ἀρκαδίηνδε,
πλωίδας ὄρνιθας Στυμφαλίδας ἔσθενε λίμνης
ὤσασθαι τόξοισι· τὸ μέν τ᾽ ἐγὼ αὐτὸς ὄπωπα.
1055ἀλλ᾽ ὅγε χαλκείην πλατάγην ἐνὶ χερσὶ τινάσσων
δούπει ἐπὶ σκοπιῆς περιμήκεος· αἳ δ᾽ ἐφέβοντο
τηλοῦ, ἀτυζηλῷ ὑπὸ δείματι κεκληγυῖαι.
τὼ καὶ νῦν τοίην τιν᾽ ἐπιφραζώμεθα μῆτιν·
αὐτὸς δ᾽ ἂν τὸ πάροιθεν ἐπιφρασθεὶς ἐνέποιμι.
1060ἀνθέμενοι κεφαλῇσιν ἀερσιλόφους τρυφαλείας,
ἡμίσεες μὲν ἐρέσσετ᾽ ἀμοιβαδίς, ἡμίσεες δέ
δούρασί τε ξυστοῖσι καὶ ἀσπίσιν ἄρσετε νῆα.
αὐτὰρ πασσυδίῃ περιώσιον ὄρνυτ᾽ ἀυτήν
ἀθρόοι, ὄφρα κολῳὸν ἀηθείῃ φοβέωνται
1065νεύοντάς τε λόφους καὶ ἐπήορα δούραθ᾽ ὕπερθεν.
εἰ δέ κεν αὐτὴν νῆσον ἱκώμεθα, δὴ τότ᾽ ἔπειτα
σὺν κελάδῳ σακέεσσι πελώριον ὄρσετε δοῦπον.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη· πάντεσσι δ᾽ ἐπίρροθος ἥνδανε μῆτις.
ἀμφὶ δὲ χαλκείας κόρυθας κεφαλῇσιν ἔθεντο
1070δεινὸν λαμπομένας, ἐπὶ δὲ λόφοι ἐσσείοντο
φοινίκεοι. καὶ τοὶ μὲν ἀμοιβήδην ἐλάασκον,
τοὶ δ᾽ αὖτ᾽ ἐγχείῃσι καὶ ἀσπίσι νῆ᾽ ἐκάλυψαν.
ὡς δ᾽ ὅτε τις κεράμῳ κατερέψεται ἑρκίον ἀνήρ,
δώματος ἀγλαΐην τε καὶ ὑετοῦ ἔμμεναι ἄλκαρ,
1075ἄλλῳ δ᾽ ἔμπεδον ἄλλος ὁμῶς ἐπαμοιβὸς ἄρηρεν·
ὣς οἵγ᾽ ἀσπίσι νῆα συναρτύναντες ἔρεψαν.
οἵη δὲ κλαγγὴ δῄου πέλει ἐξ ὁμάδοιο
ἀνδρῶν κινυμένων, ὁπότε ξυνίωσι φάλαγγες,
τοίη ἄρ᾽ ὑψόθι νηὸς ἐς ἠέρα κίδνατ᾽ ἀυτή·
1080οὐδέ τιν᾽ οἰωνῶν ἔτ᾽ ἐσέδρακον. ἀλλ᾽ ὅτε νήσῳ
χρίμψαντες σακέεσσιν ἐπέκτυπον, αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ οἵγε
μυρίοι ἔνθα καὶ ἔνθα πεφυζότες ἠερέθοντο.
ὡς δ᾽ ὁπότε Κρονίδης πυκινὴν ἐφέηκε χάλαζαν
ἐκ νεφέων ἀνά τ᾽ ἄστυ καὶ οἰκία, τοὶ δ᾽ ὑπὸ τοῖσιν
1085ἐνναέται κόναβον τεγέων ὕπερ εἰσαΐοντες
ἧνται ἀκήν, ἐπεὶ οὔ σφε κατέλλαβε χείματος ὥρη
ἀπροφάτως, ἀλλὰ πρὶν ἐκαρτύναντο μέλαθρον·
ὣς πυκινὰ πτερὰ τοῖσιν ἐφίεσαν ἀίσσοντες
ὕψι μάλ᾽ ἂμ πέλαγος περάτης εἰς οὔρεα γαίης.


Άφιξις εις την νήσον του Άρεως.

1030 Κι αυτούς περνώντας αντικρύ, κοντά στην Αρητιάδα
τη νήσο, δρόμο κόβανε τραβώντας τα κουπιά των
με την αυγή, γιατί έπαψε το βράδυ τ᾽ αγεράκι.
Και νά! πετώντας βλέπουνε ψηλά κάποιο Αρήιο
1035 όρνιο, της νήσου κάτοικο μέσα από τον αγέρα,
που τα φτερούγια τίναξεν ως έτρεχε το πλοίο
κι έριξε μυτερό φτερό, κι εκείνο στου Οϊλέα
τον ώμο πέφτει το ζερβό· κι αφήνει χτυπημένος
από τα χέρια το κουπί· κι εκείνοι θαμπωθήκαν
βλέποντας βέλος φτερωτό· κι εκείνο ο Ερυβώτης,
που δίπλα του καθότανε του το ᾽βγαλε και δένει
1040 το τραύμα λύνοντας λουρί της θήκης του σπαθιού του,
που κρέμοταν· και φάνηκε κι άλλο όρνιο, που πετούσε
κατόπι από το πρωτινό· μα ο ήρωα Κλυτίος
του Εύρυτου, —γιατί τέντωσε μπρος το γερτό του τόξο,
κι έριξε στ᾽ όρνιο ένα γοργό βέλος—, ως πάνω εστάθη
1045 το χτύπησε· και σβουριστό σιμά στο πλοίο πέφτει.
Και τότε ο γιος του Αλεού τους λέει ο Αμφιδάμας.
«Κοντά μας είν᾽ η Αρητιάς, νησί· και σεις οι ίδιοι
γνωρίζετε αυτά τα πουλιά, που τά ειδατε, και βέλη
θαρρώ δε θα μας φτάσουνε για νά ᾽βγουμ᾽ εκεί πέρα.
1050 Μόνε άλλη σκέψη βοηθόν ας κάνουμε, αν να βγείτε
μέλλετε, φέρνοντας στο νου το τί είχε πει ο Φινέας.
Γιατί μήτε κι ο Ηρακλής στην Αρκαδιά σαν πήγε
τις Στυμφαλίδες όρνιθες να διώξει από τη λίμνη
μπόρεσε με το τόξο του· κι ο ίδιος εγώ τό ειδα·
1055 μόνε χάλκινο κρόταλο στα χέρια του κουνώντας
βρόντα σε μια κορφή ψηλή· και φεύγαν φοβισμένα
μακριά από τον τρομερό φόβο τους ξεφωνώντας.
Γι᾽ αυτό και τώρα τέτοιαν δα μεις ας σκεφτούμε τέχνη.
Κι εγώ π᾽ από πρωτύτερα το σκέφτηκα θαν τό ειπω.
1060 Βάζοντας στα κεφάλια σας τα ορθόφουντά σας κράνη
με τη σειρά οι μισοί από σας να λάμνετε, κι οι άλλοι
με ασπίδες και με δόρατα φυλάτε το καράβι
και μ᾽ όλη σας τη δύναμιν όλοι φωνή μεγάλη
σηκώσετε, ασυνήθιστο κρότο να φοβηθούνε
1065 και τα υψωμένα δόρατα και φούντες, που κουνιούνται.
Κι αν φτάσουμε και στο νησί τότε μεγάλο βρόντο
με αντάρα να σηκώσετε βροντώντας τις ασπίδες.»
Έτσ᾽ είπε· κι όλων άρεσε η ωφέλιμή του σκέψη·
και βάλαν στα κεφάλια των τα χάλκινά των κράνη,
1070 που βγάζαν λάμψεις φοβερές κι οι κόκκινές των φούντες
εσειόνταν· και με τη σειρά άλλοι απ᾽ αυτούς ελάμναν,
κι άλλοι το πλοίο σκέπασαν με δόρατα κι ασπίδες.
Κι ως σκέπασε το σπίτι του κανείς με κεραμίδια
νά ειναι στολίδι του σπιτιού και της βροχής ασπίδα,
1075 και το ᾽να στ᾽ άλλο κλειδωτά μαζί ειναι στεριωμένα·
έτσι το πλοίο σκέπασαν κολλώντας τις ασπίδες.
Κι όση από στράτευμα εχτρικό βγαίνει στη μάχη αντάρα,
σαν οι στρατιώτες προχωρούν κι οι φάλαγγες πιανόνται,
τέτοιο απ᾽ το πλοίο βουητό σκορπιόταν στον αγέρα.
1080 Κι όρνιο δεν είδαν άλλο πια· μα σαν στη νήσο αράξαν
και τις ασπίδες βρόντηξαν ευτύς άμετρα εκείνα
εδώ κι εκεί πετούσανε ψηλά, και τρομαγμένα.
Κι ως όταν ρίχνει το πυκνό χαλάζι ο γιος του Κρόνου
από τα νέφη σ᾽ όληνε την πόλη και τα σπίτια,
1085 κι οι κάτοικοι μέσα σ᾽ αυτά πάνω από τη σκεπή τους
τον κρότο ακούν, και κάθουνται ήσυχοι, τι ο χειμώνας
άξαφνα δεν τους πρόλαβε, μά ειχαν στεριό το σπίτι·
έτσι πυκνά φτερά σ᾽ αυτούς ερίχνανε, πετώντας
πολύ ψηλά στο πέλαγος πέρα στη γης τις άκρες.