Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.1090-2.1139)


1090τίς γὰρ δὴ Φινῆος ἔην νόος, ἐνθάδε κέλσαι
ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον στόλον; ἢ καὶ ἔπειτα
ποῖον ὄνειαρ ἔμελλεν ἐελδομένοισιν ἱκέσθαι;
υἱῆες Φρίξοιο μετὰ πτόλιν Ὀρχομενοῖο
ἐξ Αἴης ἐνέοντο παρ᾽ Αἰήταο Κυταίου
1095Κολχίδα νῆ᾽ ἐπιβάντες, ἵν᾽ ἄσπετον ὄλβον ἄρωνται
πατρός· ὃ γὰρ θνῄσκων ἐπετείλατο τήνδε κέλευθον.
καὶ δὴ ἔσαν νήσοιο μάλα σχεδὸν ἤματι κείνῳ.
Ζεὺς δ᾽ ἀνέμου βορέαο μένος κίνησεν ἀῆναι,
ὕδατι σημαίνων διερὴν ὁδὸν Ἀρκτούροιο·
1100αὐτὰρ ὅγ᾽ ἠμάτιος μὲν ἐν οὔρεσι φύλλ᾽ ἐτίνασσεν
τυτθὸν ἐπ᾽ ἀκροτάτοισιν ἀήσυρος ἀκρεμόνεσσιν·
νυκτὶ δ᾽ ἔβη πόντονδε πελώριος, ὦρσε δὲ κῦμα
κεκληγὼς πνοιῇσι· κελαινὴ δ᾽ οὐρανὸν ἀχλύς
ἄμπεχεν, οὐδέ πῃ ἄστρα διαυγέα φαίνετ᾽ ἰδέσθαι
1105ἐκ νεφέων, σκοτόεις δὲ περὶ ζόφος ἠρήρειστο.
οἳ δ᾽ ἄρα μυδαλέοι, στυγερὸν τρομέοντες ὄλεθρον,
υἱῆες Φρίξοιο φέρονθ᾽ ὑπὸ κύμασιν αὔτως.
ἱστία δ᾽ ἐξήρπαξ᾽ ἀνέμου μένος, ἠδὲ καὶ αὐτήν
νῆα διάνδιχ᾽ ἔαξε τινασσομένην ῥοθίοισιν.
1110ἔνθα δ᾽ ὑπ᾽ ἐννεσίῃσι θεῶν πίσυρές περ ἐόντες
δούρατος ὠρέξαντο πελωρίου, οἷά τε πολλά
ῥαισθείσης κεκέδαστο θοοῖς συναρηρότα γόμφοις.
καὶ τοὺς μὲν νῆσόνδε, παρὲξ ὀλίγον θανάτοιο,
κύματα καὶ ῥιπαὶ ἀνέμου φέρον ἀσχαλόωντας.
1115αὐτίκα δ᾽ ἐρράγη ὄμβρος ἀθέσφατος, ὗε δὲ πόντον
καὶ νῆσον καὶ πᾶσαν ὅσην κατεναντία νήσου
χώρην Μοσσύνοικοι ὑπέρβιοι ἀμφενέμοντο.
τοὺς δ᾽ ἄμυδις κρατερῷ σὺν δούρατι κύματος ὁρμή
υἱῆας Φρίξοιο μετ᾽ ἠιόνας βάλε νήσου
1120νύχθ᾽ ὕπο λυγαίην· τὸ δὲ μυρίον ἐκ Διὸς ὕδωρ
λῆξεν ἅμ᾽ ἠελίῳ· τάχα δ᾽ ἐγγύθεν ἀντεβόλησαν
ἀλλήλοις, Ἄργος δὲ παροίτατος ἔκφατο μῦθον·
«ἀντόμεθα πρὸς Ζηνὸς Ἐποψίου, οἵτινές ἐστε
ἀνδρῶν, εὐμενέειν τε καὶ ἀρκέσσαι χατέουσιν.
1125πόντῳ γὰρ τρηχεῖαι ἐπιβρίσασαι ἄελλαι
νηὸς ἀεικελίης διὰ δούρατα πάντ᾽ ἐκέδασσαν,
ᾗ ἔνι πείρομεν οἶμον ἐπὶ χρέος ἐμβεβαῶτες.
τούνεκα νῦν ὑμέας γουναζόμεθ᾽, αἴ κε πίθησθε,
δοῦναι ὅσον τ᾽ εἴλυμα περὶ χροός, ἠδὲ κομίσσαι
1130ἀνέρας οἰκτείραντας ὁμήλικας ἐν κακότητι.
ἀλλ᾽ ἱκέτας ξείνους Διὸς εἵνεκεν αἰδέσσασθε
Ξεινίου Ἱκεσίου τε. Διὸς δ᾽ ἄμφω ἱκέται τε
καὶ ξεῖνοι. ὃ δέ που καὶ ἐπόψιος ἄμμι τέτυκται.»
τὸν δ᾽ αὖτ᾽ Αἴσονος υἱὸς ἐπιφραδέως ἐρέεινεν,
1135μαντοσύνας Φινῆος ὀισσάμενος τελέεσθαι·
«ταῦτα μὲν αὐτίκα πάντα παρέξομεν εὐμενέοντες.
ἀλλ᾽ ἄγε μοι κατάλεξον ἐτήτυμον, ὁππόθι γαίης
ναίετε, καὶ χρέος οἷον ὑπεὶρ ἅλα νεῖσθαι ἀνώγει,
αὐτῶν θ᾽ ὑμείων ὄνομα κλυτὸν ἠδὲ γενέθλην.»


Συνάντησις των Αργοναυτών και των υιών του Φρίξου.

1090 Ποιά νά ηταν του Φινέα λοιπόν η σκέψη για ν᾽ αράξει
εδώ το πλοίο το θεϊκό των ήρωων, ή κατόπι
ποιά ωφέλεια θά ειχαν, που ᾽θελαν εκεί να παν ν᾽ αράξουν;
Του Φρίξου οι γιοι πηγαίνανε στου Ορχομενού την πόλη,
από την Αία του Κυτιανού Αιήτη σαν εμπήκαν
1095 μέσα σε πλοίο κολχικό, να πάρουν του γονιού των
τ᾽ άμετρα πλούτη· γιατί αυτός τους είχε παραγγείλει
πεθαίνοντας να κάνουνε εκείνο το ταξίδι.
Κι ήταν λοιπόν πολύ κοντά στη νήσο αυτή τη μέρα,
μα ο Δίας δυνατό βοριά κίνησε να φυσήξει,
υγρό το δρόμο δείχνοντας του βροχερού του Αρκτούρου.
1100 Κι όλη τη μέρα στα βουνά κίνα ο βοριάς τα φύλλα
ανάλαφρος στα κάτακρα δεντρόκλαδα πετώντας·
τη νύχτα όμως πελώριος στη θάλασσα απηδάει
και σήκωσε βουίζοντας με φύσημα το κύμα
και μαύρη αχνάδα σκέπασε τον ουρανό, και τ᾽ άστρα
από τα νέφη πουθενά καθάρια δεν φαινόνταν·
1105 και σκοτεινιά κατάμαυρη ξαπλώθηκε τριγύρω.
Αυτοί βρεγμένοι, το φριχτό προσμένοντας χαμό τους,
του Φρίξου οι γιοι, απ᾽ τα κύματα εφέρνονταν στην τύχη.
Και τα πανιά τούς άρπαξεν η δύναμη του ανέμου
και σπάει το πλοίο των στα δυο τινάζοντας το κύμα.
1110 Τότε από θέληση θεών τέσσερις όλοι πού ηταν
μεγάλο ξύλο αρπάξανε, πού ειχαν πολλά σκορπίσει
απ᾽ το σπασμένο πλοίο των με σφήνες αρμοσμένα·
κι από το στόμα αρπάζοντας του χάρου λυπημένους
τους φέρναν άνεμου πνοές και κύματα στη νήσο.
1115 Ευτύς εξέσπασε βροχή ανείπωτη και βρέχει
στη θάλασσα και στο νησί κι αντικρινά στη νήσο
τη χώρα, που οι περήφανοι Μοσσύνοικοι καθόνταν·
και μες στο στέριο ξύλο αυτούς του κύματος η φόρα,
τους γιους του Φρίξου, στου νησιού πέταξε τ᾽ ακρογιάλια
1120 μες στην νυχτιά τη σκοτεινή. Κι η άμετρη του Δία
βροχή με την ανατολήν έπαψε, κι είδαν τότε
τους Αργοναύτες κει σιμά, κι ο Άργος πρώτος λέει.
«Παρακαλούμε στ᾽ όνομα του Επόψιου του Δία,
όποιοι κι αν είστε σεις, σ᾽ εμάς ευνοϊκοί φανείτε
και δώστε μας βοήθεια, που ᾽χουμε τώρ᾽ ανάγκη.
1125 Γιατί έπεσε στη θάλασσα πάνω μας άγρια μπόρα
και όλα τα ξύλα σκόρπισε τ᾽ άθλιου του καραβιού μας,
που μπήκαμε και πλέαμε ταξίδι για δουλειές μας.
Γι᾽ αυτό τώρα γονατιστοί παρακαλούμε μήπως
μας δώσετε για τα κορμιά μικρό κουρέλι, κι άντρες
1130 ομήλικους φροντίσετε, τα πάθια των πονώντας.
Μα για του Δία τ᾽ όνομα τους ξένους σεβασθείτε
του Ξένιου και του Ικέσιου· γιατί του Δία είναι
ξένοι και ικέτες. Και για μας προστάτης θά ειναι ο Δίας.»
Και τότε ο γιος του Αίσονα με γνώση τον ερώτα,
1135 θαρρώντας τα μαντέματα πως βγαίνουν του Φινέα.
«Ό,τι ζητάτε όλα ευτύς θα δώσουμε ευχαρίστως.
Μα μπρος αλήθεια τώρα πες, από ποιά χώρα ερχόστε·
κι ανάγκη ποιά στη θάλασσα να πλέετε σας προστάζει·
και τ᾽ όνομά σας το ένδοξο καθώς και τη γενιά σας.»