Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.1140-2.1195)


1140τὸν δ᾽ Ἄργος προσέειπεν ἀμηχανέων κακότητι·
«Αἰολίδην Φρίξον τιν᾽ ἀφ᾽ Ἑλλάδος Αἶαν ἱκέσθαι
ἀτρεκέως, δοκέω, που ἀκούετε καὶ πάρος αὐτοί,
Φρίξον, ὅτις πτολίεθρον ἀνήλυθεν Αἰήταο,
κριοῦ ἐπαμβεβαώς, τόν ῥα χρύσειον ἔθηκεν
1145Ἑρμείας· κῶας δὲ καὶ εἰσέτι νῦν κεν ἴδοισθε
πεπτάμενον λασίοισιν ἐπὶ δρυὸς ἀκρεμόνεσσιν.
τὸν μὲν ἔπειτ᾽ ἔρρεξεν ἑαῖς ὑποθημοσύνῃσιν
Φυξίῳ ἐκ πάντων Κρονίδῃ Διί. καί μιν ἔδεκτο
Αἰήτης μεγάρῳ, κούρην τέ οἱ ἐγγυάλιξεν
Χαλκιόπην ἀνάεδνον ἐυφροσύνῃσι νόοιο.
1150τῶν ἐξ ἀμφοτέρων εἰμὲν γένος. ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἤδη
γηραιὸς θάνε Φρίξος ἐν Αἰήταο δόμοισιν·
ἡμεῖς δ᾽ αὐτίκα πατρὸς ἐφετμάων ἀλέγοντες
νεύμεθ᾽ ἐς Ὀρχομενὸν κτεάνων Ἀθάμαντος ἕκητι.
εἰ δὲ καὶ οὔνομα δῆθεν ἐπιθύεις δεδαῆσθαι,
1155τῷδε Κυτίσωρος πέλει οὔνομα, τῷ δέ τε Φρόντις,
τῷ δὲ Μέλας· ἐμὲ δ᾽ αὐτὸν ἐπικλείοιτέ κεν Ἄργον.»
ὣς φάτ᾽· ἀριστῆες δὲ συνηβολίῃ κεχάροντο,
καί σφεας ἀμφίεπον περιθαμβέες. αὐτὰρ Ἰήσων
ἐξαῦτις κατὰ μοῖραν ἀμείψατο τοῖσδ᾽ ἐπέεσσιν·
1160«ἦ ἄρα δὴ γνωτοὶ πατρώιοι ἄμμιν ἐόντες
λίσσεσθ᾽ εὐμενέοντας ἐπαρκέσσαι κακότητα.
Κρηθεὺς γάρ ῥ᾽ Ἀθάμας τε κασίγνητοι γεγάασιν.
Κρηθῆος δ᾽ υἱωνὸς ἐγὼ σὺν τοισίδ᾽ ἑταίροις
Ἑλλάδος ἐξ αὐτῆς νέομ᾽ ἐς πόλιν Αἰήταο.
1165ἀλλὰ τὰ μὲν καὶ ἐσαῦτις ἐνίψομεν ἀλλήλοισιν.
νῦν δ᾽ ἕσσασθε πάροιθεν. ὑπ᾽ ἐννεσίῃσιν ὀίω
ἀθανάτων ἐς χεῖρας ἐμὰς χατέοντας ἱκέσθαι.»
ἦ ῥα, καὶ ἐκ νηὸς δῶκέ σφισιν εἵματα δῦναι.
πασσυδίῃ δἤπειτα κίον μετὰ νηὸν Ἄρηος,
1170μῆλ᾽ ἱερευσόμενοι. περὶ δ᾽ ἐσχάρῃ ἐστήσαντο
ἐσσυμένως, ἥ τ᾽ ἐκτὸς ἀνηρεφέος πέλε νηοῦ
στιάων· εἴσω δὲ μέλας λίθος ἠρήρειστο
ἱερός, ᾧ ποτε πᾶσαι Ἀμαζόνες εὐχετόωντο.
οὐδέ σφιν θέμις ἦεν, ὅτ᾽ ἀντιπέρηθεν ἵκοντο,
1175μήλων τ᾽ ἠδὲ βοῶν τῇδ᾽ ἐσχάρῃ ἱερὰ καίειν·
ἀλλ᾽ ἵππους δαίτρευον, ἐπηετανὸν κομέουσαι.
αὐτὰρ ἐπεὶ ῥέξαντες ἐπαρτέα δαῖτ᾽ ἐπάσαντο,
δὴ τότ᾽ ἄρ᾽ Αἰσονίδης μετεφώνεεν, ἦρχέ τε μύθων·
«Ζεὺς ἀτενὲς τὰ ἕκαστ᾽ ἐπιδέρκεται· οὐδέ μιν ἄνδρες
1180λήθομεν ἔμπεδον, οἵ τε θεουδέες, οὐδὲ δίκαιοι·
ὣς μὲν γὰρ πατέρ᾽ ὑμὸν ὑπεξείρυτο φόνοιο
μητρυιῆς, καὶ νόσφιν ἀπειρέσιον πόρεν ὄλβον,
ὣς δὲ καὶ ὑμέας αὖτις ἀπήμονας ἐξεσάωσεν
χείματος οὐλομένοιο. πάρεστι δὲ τῆσδ᾽ ἐπὶ νηός
1185ἔνθα καὶ ἔνθα νέεσθαι, ὅπῃ φίλον, εἴτε μετ᾽ Αἶαν,
εἴτε μετ᾽ ἀφνειὴν θείου πόλιν Ὀρχομενοῖο.
τὴν γὰρ Ἀθηναίη τεχνήσατο, καὶ τάμε χαλκῷ
δούρατα Πηλιάδος κορυφῆς πέρι· σὺν δέ οἱ Ἄργος
τεῦξεν. ἀτὰρ κείνην γε κακὸν διὰ κῦμ᾽ ἐκέδασσεν,
1190πρὶν καὶ πετράων σχεδὸν ἐλθεῖν, αἵ τ᾽ ἐνὶ πόντῳ
στεινωπῷ συνίασι πανήμεροι ἀλλήλῃσιν.
ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽ ὧδε καὶ αὐτοὶ ἐς Ἑλλάδα μαιομένοισιν
κῶας ἄγειν χρύσειον ἐπίρροθοι ἄμμι πέλεσθε
καὶ πλόου ἡγεμονῆες, ἐπεὶ Φρίξοιο θυηλάς
1195στέλλομαι ἀλθήσων, Ζηνὸς χόλον Αἰολίδῃσιν.»


1140 Και μ᾽ απορία απάντησε από τα πάθια ο Άργος.
«Απ᾽ την Ελλάδα, του Αίολου ο εγγονός ο Φρίξος
στην Αίαν ότι έφτασε νομίζω έχετε ακούσει
και σεις από πρωτύτερα, ο Φρίξος, που στου Αιήτη
την πόλη ανέβη σε κριό καβάλα, που τον είχε
1145 από χρυσό κάνει ο Ερμής και ως με τα τώρα ακόμα
το δέρμα του μπορούσατε να ιδείτε ξαπλωμένο
σε μιας δρυς τα πυκνόφυλλα κλαδιά. Και το κριάρι
στο Φύξιο του Κρόνου γιο, το Δία πρώτ᾽ απ᾽ όλους
με αυτού του ίδιου συμβουλές θυσίασε κατόπι.
Κι αυτόν τον δέχτη σπίτι του ο Αιήτης, και την κόρη
τη Χαλκιόπη του ᾽δωσε γυναίκα χωρίς δώρα,
1150 από καλή του διάθεση. Κι είμαστε μεις εκείνων
γενιά. Μα εκείνος τώρα πια έχει πεθάνει, ο Φρίξος,
γέρος μέσα στο μέγαρο του Αιήτη· και μεις τώρα
για του γονιού παραγγελιές φροντίζοντας, ταξίδι
τραβάμε στον Ορχομενό, να πάρουμε τα πλούτη
του Αθάμαντα. Κι αν τ᾽ όνομα θέλεις καλά να μάθεις,
1155 αυτόν τον λεν Κυσίτωρο και τούτον εδώ Φρόντη
κι εκείνον Μέλανα· και μέ να με φωνάζετε Άργο.»
Έτσ᾽ είπε αυτός· κι οι ήρωες τ᾽ αντάμωμα χαρήκαν
και τους περιποιήθηκαν όλοι τους θαμπωμένοι·
κι απάντησε ο Ιάσονας πάλι μ᾽ αυτά τα λόγια.
1160 «Λοιπόν αλήθεια, συγγενείς σ᾽ εμάς απ᾽ τους γονιούς μας
παρακαλείτε ευνοϊκή βοήθεια στα κακά σας.
Γιατί αδερφοί γεννήθηκαν Αθάμας και Κρηθέας
κι εγώ μ᾽ αυτούς τους σύντροφους, τ᾽ αγγόνι του Κρηθέα,
απ᾽ την Ελλάδα έρχουμαι στην πόλη του Αιήτη.
1165 Μα θαν τα ξαναπούμε αυτά και πάλι ένας στον άλλο·
τώρα ντυθείτε πιο μπροστά· γιατί από θεών νομίζω
θέληση πως εφτάσατε στα χέρια μου με ανάγκη.»
Έτσ᾽ είπε και τους έδωσε ρούχα απ᾽ το πλοίο να βάλουν.
Κι έπειτα στ᾽ Άρη το ναό όλοι μαζί βαδίσαν,
1170 πρόβατα να θυσιάσουνε και βιαστικά τα στήσαν
γύρω στη σκάρα, που έξωθε απ᾽ τον ασκέπαστό ηταν
ναό, με πέτρες· μέσαθε άγιο λιθάρι μαύρο
βρισκόταν, που προσεύχονταν όλες οι Αμαζόνες.
Ούτε συνήθιζαν αυτές σα ᾽ρχόνταν απ᾽ αντίκρυ
1175 πρόβατα ή βόδια στο βωμό αυτό σφαχτά να καίνε·
μόνο άλογα θυσίαζαν από καιρό θρεφτάρια.
Και σαν θυσιάσαν κι έφαγαν το τοιμασμένο δείπνο,
τότε τα λόγια αρχίνησε ο Ιάσονας και είπε.
«Ο Δίας καθετί καλά το βλέπει· και ποτέ μας
1180 δεν τον γελούμε αν άδικοι ή δίκαιοι φανούμε·
έτσι κι από το σκότωμα γλίτωσε το γονιό σας
της μητριάς, κι αμέτρητο του ᾽δωσε χώρια πλούτο·
έτσι και τώρα πάλι εσάς γλίτωσε χωρίς βλάβη
από την άγρια χειμωνιά. Μα με το πλοίο ετούτο
1185 μπορείτε όπου κι αν θέλετε εδώ κι εκεί να πάτε,
στην Αία ή και στην πλούσια του Ορχομενού την πόλη.
Γιατί το σχέδιασεν αυτό η Αθηνά και ξύλα
με το πελέκι απ᾽ την κορφή του Πήλιου έχει κομμένα·
κι ο Άργος το ᾽φιαξε μαζί μ᾽ αυτήν. Μα το δικό σας
1190 το σκόρπισε κύμα κακό, πριν πάει σιμά στους Βράχους,
που στο στενό της θάλασσας ολημερίς χτυπιούνται.
Μα εμπρός και σεις σε μας βοηθοί γενείτε, που το δέρμα
να πάρουμε τ᾽ ολόχρυσο θέλουμε στην Ελλάδα,
και γίνετέ μας οδηγοί, γιατί για να γιατρέψω
1195 του Φρίξου τη θυσία εγώ αυτό το δρόμο κάνω,
του Δία να λυθεί η οργή, που ᾽χει στους Αιολίδες.»