Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.1196-2.1228)


ἴσκε παρηγορέων· οἳ δ᾽ ἔστυγον εἰσαΐοντες.
οὐ γὰρ ἔφαν τεύξεσθαι ἐνηέος Αἰήταο
κῶας ἄγειν κριοῖο μεμαότας. ὧδε δ᾽ ἔειπεν
Ἄργος, ἀτεμβόμενος τοῖον στόλον ἀμφιπένεσθαι·
1200«ὦ φίλοι, ἡμέτερον μὲν ὅσον σθένος, οὔποτ᾽ ἀρωγῆς
σχήσεται, οὐδ᾽ ἠβαιόν, ὅτε χρειώ τις ἵκηται.
ἀλλ᾽ αἰνῶς ὀλοῇσιν ἀπηνείῃσιν ἄρηρεν
Αἰήτης. τὼ καὶ περιδείδια ναυτίλλεσθαι.
στεῦται δ᾽ Ἠελίου γόνος ἔμμεναι· ἀμφὶ δὲ Κόλχων
1205ἔθνεα ναιετάουσιν ἀπείρονα· καὶ δέ κεν Ἄρει
σμερδαλέην ἐνοπὴν μέγα τε σθένος ἰσοφαρίζοι.
οὐ μὰν οὐδ᾽ ἀπάνευθεν ἑλεῖν δέρος Αἰήταο
ῥηίδιον· τοῖός μιν ὄφις περί τ᾽ ἀμφί τ᾽ ἔρυται
ἀθάνατος καὶ ἄυπνος, ὃν αὐτὴ Γαῖ᾽ ἀνέφυσεν
1210Καυκάσου ἐν κνημοῖσι, Τυφαονίη ὅθι πέτρη,
ἔνθα Τυφάονά φασι Διὸς Κρονίδαο κεραυνῷ
βλήμενον, ὁππότε οἱ στιβαρὰς ἐπορέξατο χεῖρας,
θερμὸν ἀπὸ κρατὸς στάξαι φόνον· ἵκετο δ᾽ αὔτως
οὔρεα καὶ πεδίον Νυσήιον, ἔνθ᾽ ἔτι νῦν περ
1215κεῖται ὑποβρύχιος Σερβωνίδος ὕδασι λίμνης.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη. πολέεσσι δ᾽ ἐπὶ χλόος εἷλε παρειάς
αὐτίκα, τοῖον ἄεθλον ὅτ᾽ ἔκλυον. αἶψα δὲ Πηλεὺς
θαρσαλέοις ἐπέεσσιν ἀμείψατο, φώνησέν τε·
«μὴ δ᾽ οὕτως, ἠθεῖε, λίην δειδίσσεο θυμῷ.
1220οὔτε γὰρ ὧδ᾽ ἀλκὴν ἐπιδευόμεθ᾽, ὥστε χερείους
ἔμμεναι Αἰήταο σὺν ἔντεσι πειρηθῆναι.
ἀλλὰ καὶ ἡμέας οἴω ἐπισταμένους πολέμοιο
κεῖσε μολεῖν, μακάρων σχεδὸν αἵματος ἐκγεγαῶτας.
τὼ εἰ μὴ φιλότητι δέρος χρύσειον ὀπάσσει,
1225οὔ οἱ χραισμήσειν ἐπιέλπομαι ἔθνεα Κόλχων.»
ὣς οἵγ᾽ ἀλλήλοισιν ἀμοιβαδὸν ἠγορόωντο,
μέσφ᾽ αὖτις δόρποιο κορεσσάμενοι κατέδαρθεν.
ἦρι δ᾽ ἀνεγρομένοισιν ἐυκραὴς ἄεν οὖρος.


Αυτά έλεγε θαρραίνοντας· κι ακούοντας δειλιάζαν·
γιατί δε λέγαν βολικό πως θά ᾽βρουν τον Αιήτη,
που θέλανε να πάρουνε του κριαριού το δέρμα.
Κι έτσι είπε ο Άργος, πού ειχανε τέτοια δουλειά αναλάβει.
1200 «Φίλοι μου, όσό ειναι δυνατό βοήθεια δε θα λείψει
ούτε λιγάκι από εμάς ανάγκη αν σας έβρει.
Όμως μ᾽ άγρια σκληρότητα είν᾽ φοβερά ο Αιήτης
γεμάτος· και φοβάμαι εγώ πολύ να ταξιδέψω.
Και λέει πως είναι του Ήλιου γιος· και γύρω του καθόνται
1205 Κόλχων αμέτρητες φυλές. Κι ίσα με τ᾽ Άρη θα ᾽χει
τη φοβερή του τη φωνή και δύναμη μεγάλη.
Όχι, δέν ειν᾽ διόλου εύκολο χωρίς να θέλει ο Αιήτης
το δέρμα σεις να πάρετε. Τι το φυλάει το Φίδι
τ᾽ αθάνατο και ξάγρυπνο, που γέννησε η Γη η ίδια
1210 στου Καύκασου τις λαγκαδιές, στον Τυφαόνιο βράχο,
που λεν πως από κεραυνό του Δία ο Τυφώνας
χτυπήθηκε, όταν σήκωσε τα δυνατά του χέρια
πάνω του, και πως έσταζε ζεστό αιμα απ᾽ το κεφάλι·
κι έτσι έφτασε προς τα βουνά της Νύσας, και τον κάμπο,
1215 και κείται κάτω απ᾽ τα νερά της Σερβωνίδας λίμνης.»
Έτσ᾽ είπε και τα μάγουλα πολλών εκιτρινίσαν
μόλις τ᾽ αγώνισμα άκουσαν· κι αμέσως ο Πηλέας
απάντησε με θαρρετά λόγια κι είπε σ᾽ εκείνους.
«Μη δα φοβάσαι, φίλε μου, τόσο μες στην καρδιά σου·
1220 ούτε μας λείπει τόσο αντρειά, ώστε από τον Αιήτη
στων όπλων το δοκίμασμα χειρότεροι να βγούμε·
μόνε θαρρώ από πόλεμο γνωρίζοντας πως πάμε
κι εμείς εκεί, που από θεών γενιά ειμαστε βγαλμένοι.
Για τούτο, το χρυσόδερμα με το καλό αν δεν δώσει,
1225 δεν θα τον ωφελήσουνε νομίζω όλοι οι Κόλχοι.»
Εκείνοι έτσι μιλούσανε αράδα ένας στον άλλο,
ώσπου χορταίνοντας φαΐ πέσαν να κοιμηθούνε.
Και το πρωί σαν ξύπνησαν γλυκό φύσαγε αγέρι.