Παράπλους νήσου Φιλυρίδος, Μακρώνων κ.λπ. Αντίκρισμα Καυκάσου.
Πανιά σηκώσανε, κι αυτά με την πνοή τ᾽ ανέμου
1230 φουσκώσαν· κι άφησαν αυτοί γοργά τη νήσο τ᾽ Άρη.
Κι ως ήρθε η νύχτα πέρναγαν τη Φιλυρίδα νήσο.
Σ᾽ αυτήν ο Κρόνος, του Ουρανού ο γιος, με τη Φιλύρα,
σαν βασιλιάς στον Όλυμπον ήτανε των Τιτάνων,
κι ο Δίας απ᾽ τους Κούρητες ετρέφοταν ακόμα
1235 στης Κρήτης την Ιδαία σπηλιά, τη Ρέα ξεγελώντας
κοιμήθη· μα τους έπιασε στο πλάγιασμα στη μέση
η θεά· κι αυτός επήδησεν ευτύς απ᾽ το κρεβάτι
όμοιος στο σώμα μ᾽ άλογο με πλούσια ωραία χαίτη·
κι απ᾽ την ντροπή της άφησε τα μέρη αυτά η Φιλύρα,
η κόρη του Ωκεανού και στα ψηλά πάει όρη
1240 των Πελασγών, που γέννησε τον Χείρωνα τον μέγα,
μισό άλογο, τ᾽ άλλο μισό μ᾽ αθάνατο παρόμοιο.
Κείθε πάλι τους Μάκρωνες και τη μεγάλη χώρα
των Βέχειρων επέρναγαν, Σάπειρες περήφανους
κι ύστερα και τους Βύζηρες. Κι όλο μπροστά τραβούσαν
1245 γοργά, γιατί τους πήγαινε το χλιαρό αγεράκι·
κι ως προχωρούσαν φαίνοταν του Πόντου πια το βάθος.
Και του Καυκάσου τώρα πια σηκώνονταν οι βράχοι
απόγκρεμνοι, όπου με βαριά δεσμά ο Προμηθέας
χάλκινα, πάνω στους τραχιούς τους βράχους καρφωμένος
1250 έτρεφε με το σκώτι του αϊτό, που πάντα ερχόταν.
Τον είδαν τον αϊτό μ᾽ οξύ κρωγμό κατά το βράδυ
πάνω απ᾽ το πλοίο να πετά σιμά στα νέφη· κι όμως
με των φτερών το φύσημα τίναξε τα πανιά των·
γιατί δεν είχε ανάστημα σαν του ουρανού τα όρνια,
1255 μα σαν κουπιά καλόξυστα γοργόφτερα εκινούσε.
Κι ακούγαν πολυστέναχτη φωνή του Προμηθέα
σε λίγο, που του τράβαγαν το σκώτι του· και βρόντα
ο αγέρας απ᾽ το μουγκρητό, ώσπου τον ίδιο δρόμο
τον ωμοφάγο τον αϊτό είδαν να παίρνει πάλι.
|