Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.36-3.75)


ἦ, καὶ ἀναΐξασαι ἐπὶ μέγα δῶμα νέοντο
Κύπριδος, ὅ ῥά τέ οἱ δεῖμεν πόσις ἀμφιγυήεις,
ὁππότε μιν τὰ πρῶτα παραὶ Διὸς ἦγεν ἄκοιτιν.
ἕρκεα δ᾽ εἰσελθοῦσαι, ὑπ᾽ αἰθούσῃ θαλάμοιο
40ἔσταν, ἵν᾽ ἐντύνεσκε θεὰ λέχος Ἡφαίστοιο.
ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἐς χαλκεῶνα καὶ ἄκμονας ἦρι βεβήκει,
νήσοιο πλαγκτῆς εὐρὺν μυχόν, ᾧ ἔνι πάντα
δαίδαλα χάλκευεν ῥιπῇ πυρός· ἣ δ᾽ ἄρα μούνη
ἧστο δόμῳ δινωτὸν ἀνὰ θρόνον, ἄντα θυράων·
45λευκοῖσιν δ᾽ ἑκάτερθε κόμας ἐπιειμένη ὤμοις
κόσμει χρυσείῃ διὰ κερκίδι, μέλλε δὲ μακρούς
πλέξασθαι πλοκάμους. τὰς δὲ προπάροιθεν ἰδοῦσα
ἔσχεθεν, εἴσω τέ σφ᾽ ἐκάλει, καὶ ἀπὸ θρόνου ὦρτο,
εἷσέ τ᾽ ἐνὶ κλισμοῖσιν· ἀτὰρ μετέπειτα καὶ αὐτή
50ἵζανεν, ἀψήκτους δὲ χεροῖν ἀνεδήσατο χαίτας.
τοῖα δὲ μειδιόωσα προσέννεπεν αἱμυλίοισιν·
«ἠθεῖαι, τίς δεῦρο νόος χρειώ τε κομίζει
δηναιὰς αὔτως; τί δ᾽ ἱκάνετον, οὔτι πάρος γε
λίην φοιτίζουσαι; ἐπεὶ περίεστε θεάων.»
55τὴν δ᾽ Ἥρη τοίοισιν ἀμειβομένη προσέειπεν·
«κερτομέεις· νῶιν δὲ κέαρ συνορίνεται ἄτῃ.
ἤδη γὰρ ποταμῷ ἐνὶ Φάσιδι νῆα κατίσχει
Αἰσονίδης ἠδ᾽ ἄλλοι ὅσοι μετὰ κῶας ἕπονται.
τῶν ἤτοι πάντων μέν, ἐπεὶ πέλας ἔργον ὄρωρεν,
60δείδιμεν ἐκπάγλως, περὶ δ᾽ Αἰσονίδαο μάλιστα.
τὸν μὲν ἐγών, εἰ καί περ ἐς Ἄιδα ναυτίλληται
λυσόμενος χαλκέων Ἰξίονα νειόθι δεσμῶν,
ῥύσομαι, ὅσσον ἐμοῖσιν ἐνὶ σθένος ἔπλετο γυίοις,
ὄφρα μὴ ἐγγελάσῃ Πελίης κακὸν οἶτον ἀλύξας,
65ὅς μ᾽ ὑπερηνορέῃ θυέων ἀγέραστον ἔθηκεν.
καὶ δ᾽ ἄλλως ἔτι καὶ πρὶν ἐμοὶ μέγα φίλατ᾽ Ἰήσων
ἐξότ᾽ ἐπὶ προχοῇσιν ἅλις πλήθοντος Ἀναύρου
ἀνδρῶν εὐνομίης πειρωμένῃ ἀντεβόλησεν
θήρης ἐξανιών· νιφετῷ δ᾽ ἐπαλύνετο πάντα
70οὔρεα καὶ σκοπιαὶ περιμήκεες, οἱ δὲ κατ᾽ αὐτῶν
χείμαρροι καναχηδὰ κυλινδόμενοι φορέοντο.
γρηὶ δέ μ᾽ εἰσαμένην ὀλοφύρατο, καί μ᾽ ἀναείρας
αὐτὸς ἑοῖς ὤμοισι διὲκ προαλὲς φέρεν ὕδωρ.
τώ νύ μοι ἄλληκτον περιτίεται· οὐδέ κε λώβην
75τίσειεν Πελίης, εἰ μὴ σύ γε νόστον ὀπάσσεις.»


Η Ήρα πείθει την Αφροδίτην να την βοηθήση.

Σηκώθηκαν και πήγανε στ᾽ ανάχτορο το μέγα
της Κύπριδας, που τό ᾽φιαξεν ο δυνατός της άντρας,
όταν την επρωτόπηρε γυναίκα από το Δία·
και σαν περάσαν την αυλή στου θάλαμου σταθήκαν
40 την αίθουσα, που του Ήφαιστου έστρωνε η θεά κρεβάτι·
μα εκείνος στο χαλκιάδικο, στ᾽ αμόνια του είχε πάει
πρωί, στου κινητού νησιού το μέγα βάθος, που όλα
τα έργατά του δούλευε μες στης φωτιάς τη φλόγα.
Κι εκείνη μόνη εκάθοταν στο σπίτι σ᾽ ένα θρόνο
45 του τόρνου, μπρος στη θύρα της και στους λευκούς της ώμους,
στις δυο μεριές απολυτά χτένιζε τα μαλλιά της,
με χρυσό χτένι, πλοκαμούς μακριούς για να τα πλέξει.
Μόλις τις είδε από μακριά, σταμάτησε· και μέσα
να μπούνε τις εκάλεσε, κι απ᾽ το θρονί εσηκώθη,
50 και με τα χέρια, αχτένιστα έδεσε τα μαλλιά της·
κι έτσι γλυκά τους μίλησε τότε χαμογελώντας.
«Καλές μου, ανάγκη ποιά ως εδώ, σας φέρνει ή ποιά σκέψη
κατόπι από τόσον καιρό; Πώς ήρθατε, ενώ πρώτα
δεν μου πολυερχόσαστε; γιατ᾽ είστε πιο μεγάλες.»
55 Και η Ήρα της απάντησε μ᾽ αυτά τα λόγια κι είπε.
«Μας κοροϊδεύεις· μα η καρδιά φουσκώνει απ᾽ το κακό μας.
Γιατί στο Φάσι ποταμό το πλοίο έχει αράξει
ο Αισονίδης και μ᾽ αυτόν όσοι παν για το δέρμα.
Για όλους αυτούς, γιατί μακριά φτάσαν για τη δουλειά τους,
60 φοβόμαστε και μάλιστα και για τον Αισονίδη.
Αυτόν εγώ κι αν πρόκειται να πάει κάτω στον Άδη
να λύσει τον Ιξίονα απ᾽ τα χαλκά δεσμά του,
θα τον γλιτώσω, δύναμη στο γόνα μου όσο υπάρχει·
να μη γελά ο Πελίας μ᾽ εμέ, απ᾽ την κακιά του μοίρα
65 γλιτώνοντας, που μ᾽ άφησε χωρίς τιμή θυσίας,
από την περηφάνεια του· κι έξω απ᾽ αυτό ο Ιάσων
πολύ μού ηταν αγαπητός, απ᾽ όταν στου Αναύρου
τις εκβολές μ᾽ απάντησε, πού ηταν πλημμυρισμένος,
απ᾽ το κυνήγι στρέφοντας, όταν εγώ τους δίκιους
ανθρώπους εδοκίμαζα· κι άσπρά ηταν απ᾽ το χιόνι
70 τα όρη κι οι κατάμαυρες κορφές, κι απ᾽ αυτά κάτω
κατρακυλώντας βουηχτά χυνόνταν τα ποτάμια·
και με λυπήθη, που σε γριά ήμουν παραλλαγμένη,
με σήκωσε στους ώμους του και πέρασε το ρέμα·
για τούτο ατέλειωτη τιμή γω του ᾽χω· κι ο Πελίας
75 δεν θα πληρώσει τη βρισιάν, αν γυρισμό δεν δώσεις».