Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.167-3.209)


ἥρωες δ᾽ ἀπάνευθεν ἑῆς ἐπὶ σέλμασι νηός
ἐν ποταμῷ καθ᾽ ἕλος λελοχημένοι ἠγορόωντο.
αὐτὸς δ᾽ Αἰσονίδης μετεφώνεεν· οἳ δ᾽ ὑπάκουον
170ἠρέμας ᾗ ἐνὶ χώρῃ ἐπισχερὼ ἑδριόωντες·
«ὦ φίλοι, ἤτοι ἐγὼ μὲν ὅ μοι ἐπιανδάνει αὐτῷ
ἐξερέω· τοῦ δ᾽ ὔμμι τέλος κρηῆναι ἔοικεν.
ξυνὴ γὰρ χρειώ, ξυνοὶ δέ τε μῦθοι ἔασιν
πᾶσιν ὁμῶς· ὁ δὲ σῖγα νόον βουλήν τ᾽ ἀπερύκων
175ἴστω καὶ νόστου τόνδε στόλον οἶος ἀπούρας.
ὧλλοι μὲν κατὰ νῆα σὺν ἔντεσι μίμνεθ᾽ ἕκηλοι·
αὐτὰρ ἐγὼν ἐς δώματ᾽ ἐλεύσομαι Αἰήταο,
υἷας ἑλὼν Φρίξοιο δύω τ᾽ ἐπὶ τοῖσιν ἑταίρους.
πειρήσω δ᾽ ἐπέεσσι παροίτερον ἀντιβολήσας,
180εἴ κ᾽ ἐθέλοι φιλότητι δέρος χρύσειον ὀπάσσαι,
ἦε καὶ οὔ, πίσυνος δὲ βίῃ μετιόντας ἀτίσσει.
ὧδε γὰρ ἐξ αὐτοῖο πάρος κακότητα δαέντες
φρασσόμεθ᾽, εἴτ᾽ ἄρηι συνοισόμεθ᾽, εἴτι τις ἄλλη
μῆτις ἐπίρροθος ἔσται ἐεργομένοισιν ἀυτῆς.
185μηδ᾽ αὔτως ἀλκῇ, πρὶν ἔπεσσί γε πειρηθῆναι,
τόνδ᾽ ἀπαμείρωμεν σφέτερον κτέρας. ἀλλὰ πάροιθεν
λωίτερον μύθῳ μιν ἀρέσσασθαι μετιόντας.
πολλάκι τοι ῥέα μῦθος, ὅ κεν μόλις ἐξανύσειεν
ἠνορέη, τόδ᾽ ἔρεξε κατὰ χρέος, ἥπερ ἐῴκει
190πρηΰνας. ὃ δὲ καί ποτ᾽ ἀμύμονα Φρίξον ἔδεκτο
μητρυιῆς φεύγοντα δόλον πατρός τε θυηλάς.
πάντες ἐπεὶ πάντῃ καὶ ὅτις μάλα κύντατος ἀνδρῶν,
Ξεινίου αἰδεῖται Ζηνὸς θέμιν ἠδ᾽ ἀλεγίζει.»
ὣς φάτ᾽· ἐπῄνησαν δὲ νέοι ἔπος Αἰσονίδαο
195πασσυδίῃ, οὐδ᾽ ἔσκε παρὲξ ὅτις ἄλλο κελεύοι.
καὶ τότ᾽ ἄρ᾽ υἱῆας Φρίξου Τελαμῶνά θ᾽ ἕπεσθαι
ὦρσε καὶ Αὐγείην· αὐτὸς δ᾽ ἕλεν Ἑρμείαο
σκῆπτρον· ἄφαρ δ᾽ ἄρα νηὸς ὑπὲρ δόνακάς τε καὶ ὕδωρ
χέρσονδ᾽ ἐξαπέβησαν ἐπὶ θρωσμοῦ πεδίοιο.
200Κιρκαῖον τόδε που κικλήσκεται· ἔνθα δὲ πολλαί
ἑξείης πρόμαλοί τε καὶ ἰτέαι ἐκπεφύασιν,
τῶν καὶ ἐπ᾽ ἀκροτάτων νέκυες σειρῇσι κρέμανται
δέσμιοι. εἰσέτι νῦν γὰρ ἄγος Κόλχοισιν ὄρωρεν
ἀνέρας οἰχομένους πυρὶ καιέμεν· οὐδ᾽ ἐνὶ γαίῃ
205ἔστι θέμις στείλαντας ὕπερθ᾽ ἐπὶ σῆμα χέεσθαι,
ἀλλ᾽ ἐν ἀδεψήτοισι κατειλύσαντε βοείαις
δενδρέων ἐξάπτειν ἑκὰς ἄστεος. ἠέρι δ᾽ ἴσην
καὶ χθὼν ἔμμορεν αἶσαν, ἐπεὶ χθονὶ ταρχύουσιν
θηλυτέρας· ἣ γάρ τε δίκη θεσμοῖο τέτυκται.


Σύσκεψις Αργοναυτών. Μετάβασις Ιάσονος εις Αιήτην.

Κι οι ήρωες στου πλοίου των τους πάγκους, στο ποτάμι
στο βάλτο μέσα μακριά χωμένοι συνεδριάζαν.
Κι ο Αισονίδης μίλαγε κι εκείνοι τον ακούγαν
170 ήσυχα, κι ο καθένας των στη θέση του καθόταν.
«Φίλοι μου, ό,τι μου φαίνεται καλό θενα σας τό ειπω·
μα εσείς ν᾽ αποφασίσετε γι᾽ αυτό το λόγο πρέπει.
Γιατί κοινή η ανάγκη μας, κοινά ειναι και τα λόγια
σ᾽ όλους μαζί· κι όποιος στο νου μέσα τη σκέψη κρύβει
175 ας ξέρει πως του ταξιδιού το γυρισμό μάς παίρνει.
Λοιπόν στο πλοίο οι άλλοι εσείς να μείνετε με τα όπλα
ήσυχοι, και στ᾽ ανάχτορο εγώ θα πάω του Αιήτη,
τους γιους του Φρίξου παίρνοντας κι ακόμα δυο συντρόφους.
Θα δοκιμάσω στην αρχή με λόγια να τον πείσω
180 αν θέλει το χρυσόδερμα με το καλό να δώσει,
ή κι όχι, και πιστεύοντας τάχα στη δύναμή του
περιφρονήσει αυτούς, που παν· κι έτσι πρώτ᾽ απ᾽ αυτόνε
την κάκια του μαθαίνοντας κατόπι θα σκεφτούμε
αν πόλεμο θα στήσουμε είτε και σκέψεις άλλες
θενα μας έρθουνε βοηθοί, αν πόλεμος μποδιέται.
185 Κι όχι μ᾽ αντρείαν άδικα πριν δούμε με τα λόγια
αν πάρουμε το χτήμα του· μόνε πιο κάλλιο πρώτα
να του φανούμε ευχάριστοι πηγαίνοντας με λόγια.
Γιατί κατόρθωσε εύκολα πολλές φορές ο λόγος
να κάνει αυτό, που δύσκολα θενά ᾽κανε η αντρεία,
γιατί όπου πρέπει τεχνικά ξέρει να μαλακώνει.
190 Και τούτος εδώ κάποτε τον έξοχο τον Φρίξο
τον δέχτηκε όταν της μητριάς εξέφευγε τους δόλους
και τις θυσίες του γονιού. Γιατί παντού οι ανθρώποι
κι αν είναι κι απ᾽ αυτούς κανείς πιο αδιάντροπος απ᾽ άλλους
του Ξένιου Δία ντρέπονται το νόμο και λογιάζουν.»
Έτσ᾽ είπε κι όλοι οι σύντροφοι τους λόγους του Αισονίδη
195 επαίνεσαν, και κανενός δε βρέθηκε άλλη γνώμη.
Και τότε σήκωσε τους γιους του Φρίξου ν᾽ ακλουθήσουν,
κι ο Αυγείας και ο Τελαμών· κι αυτός το σκήπτρο επήρε
του Ερμή· κι ευτύς απ᾽ το νερό πάνω και τα καλάμια
από το πλοίο στη στεριά, στου κάμπου λόφο εβγήκαν.
200 Κιρκαίο το μέρος λέγεται κι εκεί πολλές μυρίκες
κι ιτιές σειρά φυτρώνουνε, που απάνω στις κορφές των
δεμένοι μες σε δέρματα κρεμόνται οι πεθαμένοι.
Γιατί ως τα τώρα αμάρτημα το ᾽χουν οι Κόλχοι μέγα
άντρες νεκρούς μες στη φωτιά να καίνε· κι ούτε πρέπει
205 σαβανωμένους μες στη γη σε τάφο να τους θάψουν·
μόνο σε βοϊδοτόμαρα ανάργαστα τυλώντας
μακριά απ᾽ την πόλη τούς κρεμούν στα δέντρα. Και το χώμα
με τον αγέρα μερτικόν έχει ίσιο, γιατί θάβουν,
καθώς έχουν συνήθεια, στο χώμα τις γυναίκες.