Σύσκεψις Αργοναυτών. Μετάβασις Ιάσονος εις Αιήτην.
Κι οι ήρωες στου πλοίου των τους πάγκους, στο ποτάμι
στο βάλτο μέσα μακριά χωμένοι συνεδριάζαν.
Κι ο Αισονίδης μίλαγε κι εκείνοι τον ακούγαν
170 ήσυχα, κι ο καθένας των στη θέση του καθόταν.
«Φίλοι μου, ό,τι μου φαίνεται καλό θενα σας τό ειπω·
μα εσείς ν᾽ αποφασίσετε γι᾽ αυτό το λόγο πρέπει.
Γιατί κοινή η ανάγκη μας, κοινά ειναι και τα λόγια
σ᾽ όλους μαζί· κι όποιος στο νου μέσα τη σκέψη κρύβει
175 ας ξέρει πως του ταξιδιού το γυρισμό μάς παίρνει.
Λοιπόν στο πλοίο οι άλλοι εσείς να μείνετε με τα όπλα
ήσυχοι, και στ᾽ ανάχτορο εγώ θα πάω του Αιήτη,
τους γιους του Φρίξου παίρνοντας κι ακόμα δυο συντρόφους.
Θα δοκιμάσω στην αρχή με λόγια να τον πείσω
180 αν θέλει το χρυσόδερμα με το καλό να δώσει,
ή κι όχι, και πιστεύοντας τάχα στη δύναμή του
περιφρονήσει αυτούς, που παν· κι έτσι πρώτ᾽ απ᾽ αυτόνε
την κάκια του μαθαίνοντας κατόπι θα σκεφτούμε
αν πόλεμο θα στήσουμε είτε και σκέψεις άλλες
θενα μας έρθουνε βοηθοί, αν πόλεμος μποδιέται.
185 Κι όχι μ᾽ αντρείαν άδικα πριν δούμε με τα λόγια
αν πάρουμε το χτήμα του· μόνε πιο κάλλιο πρώτα
να του φανούμε ευχάριστοι πηγαίνοντας με λόγια.
Γιατί κατόρθωσε εύκολα πολλές φορές ο λόγος
να κάνει αυτό, που δύσκολα θενά ᾽κανε η αντρεία,
γιατί όπου πρέπει τεχνικά ξέρει να μαλακώνει.
190 Και τούτος εδώ κάποτε τον έξοχο τον Φρίξο
τον δέχτηκε όταν της μητριάς εξέφευγε τους δόλους
και τις θυσίες του γονιού. Γιατί παντού οι ανθρώποι
κι αν είναι κι απ᾽ αυτούς κανείς πιο αδιάντροπος απ᾽ άλλους
του Ξένιου Δία ντρέπονται το νόμο και λογιάζουν.»
Έτσ᾽ είπε κι όλοι οι σύντροφοι τους λόγους του Αισονίδη
195 επαίνεσαν, και κανενός δε βρέθηκε άλλη γνώμη.
Και τότε σήκωσε τους γιους του Φρίξου ν᾽ ακλουθήσουν,
κι ο Αυγείας και ο Τελαμών· κι αυτός το σκήπτρο επήρε
του Ερμή· κι ευτύς απ᾽ το νερό πάνω και τα καλάμια
από το πλοίο στη στεριά, στου κάμπου λόφο εβγήκαν.
200 Κιρκαίο το μέρος λέγεται κι εκεί πολλές μυρίκες
κι ιτιές σειρά φυτρώνουνε, που απάνω στις κορφές των
δεμένοι μες σε δέρματα κρεμόνται οι πεθαμένοι.
Γιατί ως τα τώρα αμάρτημα το ᾽χουν οι Κόλχοι μέγα
άντρες νεκρούς μες στη φωτιά να καίνε· κι ούτε πρέπει
205 σαβανωμένους μες στη γη σε τάφο να τους θάψουν·
μόνο σε βοϊδοτόμαρα ανάργαστα τυλώντας
μακριά απ᾽ την πόλη τούς κρεμούν στα δέντρα. Και το χώμα
με τον αγέρα μερτικόν έχει ίσιο, γιατί θάβουν,
καθώς έχουν συνήθεια, στο χώμα τις γυναίκες.
|