210 Και η Ήρα αγαπώντας τους καθώς κι αυτοί πηγαίναν
έριξε καταχνιά πολλή στην πόλη, να ξεφύγουν
τους Κόλχους τους αμέτρητους πηγαίνοντας στου Αιήτη.
Κι απ᾽ την πεδιάδα, σαν γοργά στην πόλη και στο σπίτι
του Αιήτη φτάσαν, τότε πια σκορπά το νέφι η Ήρα·
215 και στάθηκαν στην είσοδο θαυμάζοντας τα τείχη
του βασιλιά και τις πλατιές πύλες και τις κολώνες
που γύρω αράδα υψώνονταν στους τοίχους· και κορνίζα
πάνω απ᾽ το σπίτι πέτρινη με χάλκινα στολίδια.
Κατόπι ήσυχα πέρασαν πάνω από το κατώφλι.
220 Κοντά σ᾽ αυτό κληματαριές με φύλλα φορτωμένες
πράσινα, φούντωναν πολύ και πήγαιναν του ψήλου.
Κι αστέρευτες κάτω απ᾽ αυτές τέσσερις βρύσες τρέχαν,
που ο Ήφαιστος τις έσκαψε· κι η μια έτρεχε όλο γάλα
η άλλη κρασί, λάδι έτρεχεν η τρίτη μυρουδάτο·
225 κι η τέταρτη έτρεχε νερό, που χλιαρό γινόταν
στης Πούλιας το βασίλεμα, και στην ανατολή της
ξεπήδα απ᾽ τον κουφόβραχο σαν το κρυστάλλι κρύο.
Γιατί τέτοια στο μέγαρο του Κυτιανού του Αιήτη
έργα ο τεχνίτης Ήφαιστος περίφημά ειχε κάνει.
230 Και του ᾽κανε χαλκόποδες ταύρους, που χάλκινά ειχαν
στόματα κι αναπνέανε φωτιάς άγρια λάμψη.
Κι ακόμα μονοκόμματο του ᾽κανε στέριο αλέτρι
ατσάλινο, πληρώνοντας μια χάρη του στον Ήλιο,
που τον επήρε κάποτε απάνω στ᾽ άλογά του,
όταν κουράστη απ᾽ το σκληρό τον πόλεμο της Φλέγρας.
235 Κι αυλή ητανε φτιαγμένη εκεί· και θάλαμοι σ᾽ αυτήνε
διπλόθυροι, καλόφιαστοι πολλοί δώθε και κείθε.
Κι αίθουσα πολυστόλιστη πιο πέρα ηταν φιαγμένη
και πλάι της ψηλότεροι πύργοι στα δυο της μέρη·
στον ένα που ψηλότερος ήταν από τον άλλο
240 με την γυναίκα του έμενε ο δυνατός Αιήτης·
στον άλλο πάλι ο Άψυρτος έμενε, ο γιος του Αιήτη,
που γέννησε η Απτερόθεια, νεράιδα του Καυκάσου
πριν την Ειδυία νόμιμη γυναίκα του την πάρει,
την πιο μικρή του Ωκεανού και της Τηθύας κόρη.
245 Κι εκείνονε Φαέθοντα τον έλεγαν οι Κόλχοι
γιατί στους συνομήλικους μέσα ξεχώριζε όλους.
Κι εκείνους τους συναπαντούν πρώτα του Αιήτη οι δούλες
κι οι θυγατέρες του κι οι δυο, η Μήδεια κι η Χαλκιόπη.
Τη Μήδεια βρήκανε καθώς πήγαινε από το σπίτι
την αδελφή της για να ιδεί, πού ηταν στο θάλαμό της,
250 γιατί σπίτι την κράτησεν η Ήρα· πριν δε ᾽ρχόταν
στ᾽ ανάχτορο, μα ολημερίς φρόντιζε της Εκάτης
την εκκλησιά, γιατί της θεάς αυτής ήταν ιέρεια.
Κι άμα τους είδε αντίκρυ της φώναξε· κι η Χαλκιόπη
αμέσως άκουσε· και μπρος στα πόδια της κι οι δούλες
255 τις ρόκες και τα νήματα πετάξαν όλες κι έξω
τρέξαν· κι αυτή μαζί μ᾽ αυτές, κι ως είδε τα παιδιά της
ψηλά τα χέρια απ᾽ τη χαρά σήκωσε· κι όμοια εκείνοι
τη μάνα χαιρετίζανε και χάιδευαν σαν είδαν,
χαρούμενοι· και κλαίγοντας τους μίλησ᾽ έτσι εκείνη:
260 «Αλόγιαστ᾽ αν μ᾽ αφήσατε, μακριά δε μέλλατ᾽ όμως
να πάτε· και σας έφερε η μοίρα πάλι πίσω.
Δύστυχη εγώ! τί πεθυμιά πήρατε της Ελλάδας
για κάποιο θλιβερό κακό, απ᾽ του γονιού σας Φρίξου
τις συμβουλές. Γιατί αυτός πεθαίνοντας σας είπε
για την καρδιά μου άγριες λύπες. Γιατί να πάτε
265 στην πόλη του Ορχομενού, όποια κι αν είναι κείνη,
για του Αθάμαντα το βιος, αφήνοντας εδώθε
μέσα στη λύπη τη βαθιά τη μάνα σας ριγμένη;»
Έτσ᾽ είπε· και φάνη στερνός στην θύραν ο Αιήτης
και βγήκε κι η Ειδυία αυτή του Αιήτη η γυναίκα,
270 τη Χαλκιόπη ακούοντας· κι αμέσως η αυλή όλη
εγέμισε από ταραχή· άλλοι μεγάλο ταύρο
δούλοι ετοιμάζαν και ξερά ξύλα με το πελέκι
άλλοι έκοβαν, κι άλλοι λουτρά με τη φωτιά ζεσταίναν·
κι όλοι πολύ απ᾽ του βασιλιά κοπιάζανε το φόβο.
|