Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.275-3.298)


275τόφρα δ᾽ Ἔρως πολιοῖο δι᾽ ἠέρος ἷξεν ἄφαντος,
τετρηχώς, οἷόν τε νέαις ἐπὶ φορβάσιν οἶστρος
τέλλεται, ὅν τε μύωπα βοῶν κλείουσι νομῆες.
ὦκα δ᾽ ὑπὸ φλιὴν προδόμῳ ἔνι τόξα τανύσσας,
ἰοδόκης ἀβλῆτα πολύστονον ἐξέλετ᾽ ἰόν.
280ἐκ δ᾽ ὅγε καρπαλίμοισι λαθὼν ποσὶν οὐδὸν ἄμειψεν
ὀξέα δενδίλλων· αὐτῷ δ᾽ ὑπὸ βαιὸς ἐλυσθείς
Αἰσονίδῃ γλυφίδας μέσσῃ ἐνικάτθετο νευρῇ,
ἰθὺς δ᾽ ἀμφοτέρῃσι διασχόμενος παλάμῃσιν
ἧκ᾽ ἐπὶ Μηδείῃ. τὴν δ᾽ ἀμφασίη λάβε θυμόν.
285αὐτὸς δ᾽ ὑψορόφοιο παλιμπετὲς ἐκ μεγάροιο
καγχαλόων ἤιξε. βέλος δ᾽ ἐνεδαίετο κούρῃ
νέρθεν ὑπὸ κραδίῃ, φλογὶ εἴκελον· ἀντία δ᾽ αἰεί
βάλλεν ἐπ᾽ Αἰσονίδην ἀμαρύγματα, καί οἱ ἄηντο
στηθέων ἐκ πυκιναὶ καμάτῳ φρένες, οὐδέ τιν᾽ ἄλλην
290μνῆστιν ἔχεν, γλυκερῇ δὲ κατείβετο θυμὸν ἀνίῃ.
ὡς δὲ γυνὴ μαλερῷ περὶ κάρφεα χεύατο δαλῷ
χερνῆτις, τῇπερ ταλασήια ἔργα μέμηλεν,
ὥς κεν ὑπωρόφιον νύκτωρ σέλας ἐντύναιτο,
πάγχυ μάλ᾽ ἐγρομένη· τὸ δ᾽ ἀθέσφατον ἐξ ὀλίγοιο
295δαλοῦ ἀνεγρόμενον σὺν κάρφεα πάντ᾽ ἀμαθύνει·
τοῖος ὑπὸ κραδίῃ εἰλυμένος αἴθετο λάθρῃ
οὖλος ἔρως· ἁπαλὰς δὲ μετετρωπᾶτο παρειάς
ἐς χλόον, ἄλλοτ᾽ ἔρευθος, ἀκηδείῃσι νόοιο.


Ο Έρως τοξεύει την Μήδειαν.

275 Κι ωστόσο φτάνει ο Έρωτας απ᾽ το λαμπρόν αγέρα
χωρίς να φαίνεται, άγριος, ως πέφτει στις φοράδες
τις νιες η μύγα, που οι βοσκοί μύωπα την καλούνε.
Γοργά το τόξο τέντωσε κάτω από το κατώφλι
του πρόδομου, στεναχτερό βγάζοντας νέο βέλος
280 απ᾽ τη φαρέτρα· και κρυφά με τα γοργά του πόδια
απ᾽ το κατώφλι πέρασεν εδώ κι εκεί κοιτώντας.
Κάτω από τον Ιάσονα εζάρωσε τον ίδιο,
μέσα στη μέση τη χορδής εστήριξε το βέλος,
ευτύς το τόξο τέντωσε και με τις δυο παλάμες,
και χτύπησε τη Μήδεια· και θάμπωσε η ψυχή της.
285 Κι αυτός απ᾽ τ᾽ αψηλόσκεπο μέγαρο πάλι πίσω
πετάει γελώντας δυνατά· κι εφλόγιζε την κόρη
το βέλος κάτω απ᾽ την καρδιά, όμοιο με φλόγα, κι όλο
στον Αισονίδην αντικρύ ματιές καυτές πετούσε,
κι η φρόνιμη ταράζοταν καρδιά της μες στα στήθια·
290 κι έλιωνε από γλυκόπονο, κι άλλο στο νου δεν είχε.
Κι όπως σε φλογερό δαυλί γύρω ξυλάκια ρίχνει
φτωχή γυναίκα, που δουλειάν έχει μαλλιά να ξαίνει,
για να ᾽χει μες στο σπίτι της τη νύχτα φως να βλέπει,
όταν ξυπνάει πολύ πρωί· κι απ᾽ το μικρό δαυλάκι
295 φωτιά μεγάλη βγαίνοντας όλα τα ξύλα καίει·
έτσι κρυφά μπερδεύοταν κι άναβε στην καρδιά της
έρωτας άγριος· κι έκανε πότε να κιτρινίζουν
τα τρυφερά της μάγουλα, πότε να κοκκινίζουν
απ᾽ την πολλή την ταραχή του νου της του χαμένου.