Ο Αιήτης φιλοξενεί τον Ιάσονα.
Κι όταν οι δούλοι ετοίμασαν όση τροφή χρειαζόταν
300 κι αυτοί με χλιαρά λουτρά το σώμα ξεκουράσαν,
με το φαΐ και το πιοτό χορτάσαν την ψυχή τους.
Τότε της κόρης του τους γιους αρώτησε ο Αιήτης.
«Της θυγατέρας μου παιδιά και του γαμπρού μου Φρίξου,
π᾽ από τους ξένους σπίτι μου πιότερο τίμησα όλους,
305 πώς πίσω μάς ξανάρθατε στην Αίαν, ή μη στη μέση
του ταξιδιού σάς μπόδισε κάνα κακό; Μα εμένα
δε θέλατε ν᾽ ακούσετε, όταν σας εξηγούσα
του ταξιδιού τον άμετρο δρόμο· πού ηταν γνωστός μου.
Γιατί με τ᾽ άρμα κάποτε του Ήλιου του γονιού μου
310 τον πέρασα, σαν πήγαινε την αδερφή μου Κίρκη
πέρα στη δυτική τη γη και στο γιαλό της χώρας
της Τυρρηνίδας φτάσαμε, όπου και τώρα ακόμα
μένει, πάρα πολύ μακριά απ᾽ την Κολχίδα χώρα.
Μα τί τα λόγια μου ωφελούν; Κι αυτό που σας συμβαίνει
315 πέστε μου τώρα καθαρά και ποιοί ειναι οι άντρες τούτοι
π᾽ ακολουθούν, και πούθ᾽ εσείς εβγήκατε απ᾽ το πλοίο.»
Αυτά μπροστά στους αδερφούς σαν μίλησε ο Αιήτης,
ο Άργος για του Ιάσονα φοβήθη το ταξίδι,
και μαλακά του μίλησε σαν πιο μεγάλος πού ηταν.
320 «Αιήτη, ανέμοι δυνατοί το πλοίο μάς σκορπίσαν·
και μας πάνω στα ξύλα του το κύμα ζαρωμένους
στην ξέρα μάς επέταξε της νήσου του Ενυάλιου,
μες στη νυχτιά τη σκοτεινή· και μας μάς ξεγλιτώνει
κάποιος θεός. Τι στο νησί το ερημικό δεν ήταν
325 τα όρνια, που πριν εκούρνιαζαν τ᾽ Άρη, κι ούτε πια εκείνα
τα βρήκαμε. Μα ετούτοι εδώ τά ειχανε διώξει οι άντρες
από το πλοίο των βγαίνοντας την περασμένη μέρα·
και εκεί του Δία τους κράτησεν ο νους, που μας λυπήθη
ή κάποια μοίρα· παρευθύς ρούχα, φαΐ μάς δώσαν
330 άφθονο, το ένδοξο όνομα ακούγοντας του Φρίξου
και το δικό σου· γιατί δα στην πόλη σου ερχόνται.
Κι αν θέλεις την ανάγκη τους να μάθεις δεν στην κρύβω.
Ετούτον κάποιος βασιλιάς μακριά από την πατρίδα
να τονε διώξει θέλοντας κι απ᾽ τα πολλά του πλούτη,
335 γιατί ξεπέρναε στην αντρειά τους Αιολίδες όλους,
τον έστειλε να ᾽ρθει σε μας, γεμάτον στενοχώρια.
Γιατ᾽ είν᾽ γραφτό του αμάλαγου του Δία να μην πάψει
ποτέ ο πονόκαρδος θυμός κι η οργή, κι ούτε του Φρίξου
το κρίμα και των Αιολιδών η ατέλειωτη κατάρα
για τη γενιά τους, αν δεν πάει το δέρμα στην Ελλάδα.
340 Και το καράβι η Αθηνά τούς το ᾽καμε η Παλλάδα,
διόλου σαν κείνα που ᾽χουνε οι Κόλχοι τα καράβια,
και που ᾽τυχε το πιο κακό σε μας· γιατί το σπάσαν
σωρό τ᾽ ορμητικό νερό κι ο άνεμος σαν πέσαν.
Μα εκείνου οι σφήνες του κρατούν κι οι μπόρες αν λυσσάξουν·
345 και τρέχει με τον άνεμο όμοια σαν κι όταν οι άντρες
αυτοί το βιάζουν με κουπιά αδιάκοπα στα χέρια.
Μέσα σ᾽ αυτό σαν μάζεψεν, όποιος μες στην Ελλάδα
ήρωας ήταν πιο καλός, στην πόλη σου έχει φτάσει,
αφού επλανήθη σε πολλές πόλεις και σε πελάγη
της άγριας της θάλασσας, μήπως θα του το δώσεις.
350 Κι όπως αρέσει εσένανε έτσι και θενα γίνει·
γιατί δεν ήρθε αυτός εσέ με δύναμη να βιάσει·
και θέλει αντάξια πληρωμή να δώσει για το δώρο,
σαν τού ειπα πως εχτροί κακοί μάς είναι οι Σαυρομάτες,
που κάτω από το σκήπτρο σου θενα στους υποτάξει.
Κι αν τ᾽ όνομά του αληθινά θέλεις και τη γενιά του
355 να μάθεις, ποιοί ειναι αυτοί εδώ, το καθετί θα σού ειπω.
Αυτόν δω, που για χάρη του μαζεύτηκαν οι άλλοι
απ᾽ την Ελλάδα, Ιάσονα τον ονομάζουν κι είναι
του Αίσονα του Κρηθείδη γιος. Κι αν είναι απ᾽ του Κρηθέα
στ᾽ αλήθεια τούτου δω η γενιά θά ειναι και συγγενής μας.
360 Γιατί Κρηθέας κι Αθάμαντας παιδιά ητανε του Αιόλου
κι ήταν παιδί του Αθάμαντα ο Φρίξος του Αιολίδη.
Και τούτος δω, του Ηλιού παιδί αν άκουσες κανένα,
είν᾽ ο Αυγείας, κι αυτός δω ο Τελαμώνας, γόνος
του ενδοξότατου Αιακού, που ο Δίας τον εγέννα·
365 όμοια κι οι άλλοι σύντροφοι, που τον ακολουθούνε,
όλοι θεών αθάνατων είναι παιδιά κι αγγόνια.»
Έτσ᾽ είπε αυτός· κι ο βασιλιάς ακούοντας τα λόγια
εθύμωσε· κι εφούσκωναν απ᾽ το θυμό τα στήθια.
Κι είπε οργισμένος· και στους γιους προπάντων της Χαλκιόπης
370 θύμωνε, γιατί νόμιζε γι᾽ αυτούς πως ήρθαν τούτοι·
και κάτω από τα φρύδια του τα μάτια φλόγες βγάλαν.
«Ευτύς από τα μάτια μου μακριά, άτιμοι ανθρώποι,
δεν φεύγετε μακριά από δω μ᾽ όλες τις πονηριές σας,
πριν δει κανείς ολέθριο για σας δέρμα και Φρίξο;
375 Απ᾽ την Ελλάδα φύγατε, όχι όμως για το δέρμα,
μα για το σκήπτρο ήρθατε δω και για τη βασιλεία.
Κι αν από το τραπέζι μου δεν είχατε πριν φάει,
τις γλώσσες θα σας έκοβα· και τα δυο χέρια σπώντας,
μονάχα με τα πόδια σας θα σας εξαπολούσα,
380 για να μποδίζεστε ξανά και πάλι εδώ να ερθείτε,
και για μακάριους θεούς να πείτε τόσο ψέμα.»
|