Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.299-3.381)


δμῶες δ᾽ ὁππότε δή σφιν ἐπαρτέα θῆκαν ἐδωδήν,
300αὐτοί τε λιαροῖσιν ἐφαιδρύναντο λοετροῖς,
ἀσπασίως δόρπῳ τε ποτῆτί τε θυμὸν ἄρεσσαν.
ἐκ δὲ τοῦ Αἰήτης σφετέρης ἐρέεινε θυγατρός
υἱῆας τοίοισι παρηγορέων ἐπέεσσιν·
«παιδὸς ἐμῆς κοῦροι Φρίξοιό τε, τὸν περὶ πάντων
305ξείνων ἡμετέροισιν ἐνὶ μεγάροισιν ἔτισα,
πῶς Αἶάνδε νέεσθε παλίσσυτοι; ἦέ τις ἄτη
σωομένοις μεσσηγὺς ἐνέκλασεν; οὐ μὲν ἐμεῖο
πείθεσθε προφέροντος ἀπείρονα μέτρα κελεύθου.
ᾔδειν γάρ ποτε πατρὸς ἐν ἅρμασιν Ἠελίοιο
310δινεύσας, ὅτ᾽ ἐμεῖο κασιγνήτην ἐκόμιζεν
Κίρκην ἑσπερίης εἴσω χθονός, ἐκ δ᾽ ἱκόμεσθα
ἀκτὴν ἠπείρου Τυρσηνίδος, ἔνθ᾽ ἔτι νῦν περ
ναιετάει, μάλα πολλὸν ἀπόπροθι Κολχίδος αἴης.
ἀλλὰ τί μύθων ἦδος; ἃ δ᾽ ἐν ποσὶν ὗμιν ὄρωρεν,
315εἴπατ᾽ ἀριφραδέως, ἠδ᾽ οἵτινες οἵδ᾽ ἐφέπονται
ἀνέρες, ὅππῃ τε γλαφυρῆς ἐκ νηὸς ἔβητε.»
τοῖά μιν ἐξερέοντα κασιγνήτων προπάροιθεν
Ἄργος ὑποδδείσας ἀμφὶ στόλῳ Αἰσονίδαο
μειλιχίως προσέειπεν, ἐπεὶ προγενέστερος ἦεν·
320«Αἰήτη, κείνην μὲν ἄφαρ διέχευαν ἄελλαι
ζαχρηεῖς· αὐτοὺς δ᾽ ὑπὸ δούρασι πεπτηῶτας
νήσου Ἐνυαλίοιο ποτὶ ξερὸν ἔκβαλε κῦμα
λυγαίῃ ὑπὸ νυκτί· θεὸς δέ τις ἄμμ᾽ ἐσάωσεν.
οὐδὲ γὰρ αἳ τὸ πάροιθεν ἐρημαίην κατὰ νῆσον
325ηὐλίζοντ᾽ ὄρνιθες Ἀρήιαι, οὐδ᾽ ἔτι κείνας
εὕρομεν. ἀλλ᾽ οἵγ᾽ ἄνδρες ἀπήλασαν, ἐξαποβάντες
νηὸς ἑῆς προτέρῳ ἐνὶ ἤματι· καί σφ᾽ ἀπέρυκεν
ἡμέας οἰκτείρων Ζηνὸς νόος, ἠέ τις αἶσα·
αὐτίκ᾽ ἐπεὶ καὶ βρῶσιν ἅλις καὶ εἵματ᾽ ἔδωκαν,
330οὔνομά τε Φρίξοιο περικλεὲς εἰσαΐοντες
ἠδ᾽ αὐτοῖο σέθεν. μετὰ γὰρ τεὸν ἄστυ νέονται.
χρειὼ δ᾽ ἢν ἐθέλῃς ἐξίδμεναι, οὔ σ᾽ ἐπικεύσω.
τόνδε τις ἱέμενος πάτρης ἀπάνευθεν ἐλάσσαι
καὶ κτεάνων βασιλεὺς περιώσιον, οὕνεκεν ἀλκῇ
335σφωιτέρῃ πάντεσσι μετέπρεπεν Αἰολίδῃσιν,
πέμπει δεῦρο νέεσθαι ἀμήχανον. οὐδ᾽ ὑπαλύξειν
στεῦται ἀμειλίκτοιο Διὸς θυμαλγέα μῆνιν
καὶ χόλον, οὐδ᾽ ἄτλητον ἄγος Φρίξοιό τε ποινάς
Αἰολιδέων γενεήν, πρὶν ἐς Ἑλλάδα κῶας ἱκέσθαι.
340νῆα δ᾽ Ἀθηναίη Παλλὰς κάμεν, οὐ μάλα τοίην,
οἷαί περ Κόλχοισι μετ᾽ ἀνδράσι νῆες ἔασιν,
τάων αἰνοτάτης ἐπεκύρσαμεν· ἤλιθα γάρ μιν
λάβρον ὕδωρ πνοιή τε διέτμαγεν. ἣ δ᾽ ἐνὶ γόμφοις
ἴσχεται, ἢν καὶ πᾶσαι ἐπιβρίσωσιν ἄελλαι.
345ἶσον δ᾽ ἐξ ἀνέμοιο θέει καὶ ὅτ᾽ ἀνέρες αὐτοί
νωλεμέως χείρεσσιν ἐπισπέρχωσιν ἐρετμοῖς.
τῇ δ᾽ ἐναγειράμενος Παναχαιίδος εἴ τι φέριστον
ἡρώων, τεὸν ἄστυ μετήλυθε, πόλλ᾽ ἐπαληθείς
ἄστεα καὶ πελάγη στυγερῆς ἁλός, εἴ οἱ ὀπάσσαις.
350αὐτῷ δ᾽ ὥς κεν ἅδῃ, τὼς ἔσσεται· οὐ γὰρ ἱκάνει
χερσὶ βιησόμενος. μέμονεν δέ τοι ἄξια τίσειν
δωτίνης, ἀίων ἐμέθεν μέγα δυσμενέοντας
Σαυρομάτας, τοὺς σοῖσιν ὑπὸ σκήπτροισι δαμάσσει.
εἰ δὲ καὶ οὔνομα δῆθεν ἐπιθύεις γενεήν τε
355ἴδμεναι, οἵτινές εἰσιν, ἕκαστά γε μυθησαίμην.
τόνδε μέν, οἷό περ οὕνεκ᾽ ἀφ᾽ Ἑλλάδος ὧλλοι ἄγερθεν,
κλείουσ᾽ Αἴσονος υἱὸν Ἰήσονα Κρηθείδαο.
εἰ δ᾽ αὐτοῦ Κρηθῆος ἐτήτυμόν ἐστι γενέθλης,
οὕτω κεν γνωτὸς πατρώιος ἄμμι πέλοιτο.
360ἄμφω γὰρ Κρηθεὺς Ἀθάμας τ᾽ ἔσαν Αἰόλου υἷες·
Φρίξος δ᾽ αὖτ᾽ Ἀθάμαντος ἔην πάις Αἰολίδαο.
τόνδε δ᾽ ἄρ, Ἠελίου γόνον ἔμμεναι εἴ τιν᾽ ἀκούεις,
δέρκεαι Αὐγείην. Τελαμὼν δ᾽ ὅγε, κυδίστοιο
Αἰακοῦ ἐκγεγαώς· Ζεὺς δ᾽ Αἰακὸν αὐτὸς ἔτικτεν.
365ὣς δὲ καὶ ὧλλοι πάντες, ὅσοι συνέπονται ἑταῖροι,
ἀθανάτων υἷές τε καὶ υἱωνοὶ γεγάασιν.»
τοῖα παρέννεπεν Ἄργος. ἄναξ δ᾽ ἐπεχώσατο μύθοις
εἰσαΐων· ὑψοῦ δὲ χόλῳ φρένες ἠερέθοντο.
φῆ δ᾽ ἐπαλαστήσας — μενέαινε δὲ παισὶ μάλιστα
370Χαλκιόπης· τῶν γάρ σφε μετελθέμεν οὕνεκ᾽ ἐώλπει·
ἐκ δέ οἱ ὄμματ᾽ ἔλαμψεν ὑπ᾽ ὀφρύσιν ἱεμένοιο —
«οὐκ ἄφαρ ὀφθαλμῶν μοι ἀπόπροθι, λωβητῆρες,
νεῖσθ᾽ αὐτοῖσι δόλοισι παλίσσυτοι ἔκτοθι γαίης,
πρίν τινα λευγαλέον τε δέρος καὶ Φρίξον ἰδέσθαι;
375αὐτίχ᾽ ὁμαρτήσαντες ἀφ᾽ Ἑλλάδος, οὐδ᾽ ἐπὶ κῶας,
σκῆπτρα δὲ καὶ τιμὴν βασιληίδα δεῦρο νέεσθαι.
εἰ δέ κε μὴ προπάροιθεν ἐμῆς ἥψασθε τραπέζης,
ἦ τ᾽ ἂν ἀπὸ γλώσσας τε ταμὼν καὶ χεῖρε κεάσσας
ἀμφοτέρας, οἴοισιν ἐπιπροέηκα πόδεσσιν,
380ὥς κεν ἐρητύοισθε καὶ ὕστερον ὁρμηθῆναι,
οἷα δὲ καὶ μακάρεσσιν ἐπεψεύσασθε θεοῖσιν.»


Ο Αιήτης φιλοξενεί τον Ιάσονα.

Κι όταν οι δούλοι ετοίμασαν όση τροφή χρειαζόταν
300 κι αυτοί με χλιαρά λουτρά το σώμα ξεκουράσαν,
με το φαΐ και το πιοτό χορτάσαν την ψυχή τους.
Τότε της κόρης του τους γιους αρώτησε ο Αιήτης.
«Της θυγατέρας μου παιδιά και του γαμπρού μου Φρίξου,
π᾽ από τους ξένους σπίτι μου πιότερο τίμησα όλους,
305 πώς πίσω μάς ξανάρθατε στην Αίαν, ή μη στη μέση
του ταξιδιού σάς μπόδισε κάνα κακό; Μα εμένα
δε θέλατε ν᾽ ακούσετε, όταν σας εξηγούσα
του ταξιδιού τον άμετρο δρόμο· πού ηταν γνωστός μου.
Γιατί με τ᾽ άρμα κάποτε του Ήλιου του γονιού μου
310 τον πέρασα, σαν πήγαινε την αδερφή μου Κίρκη
πέρα στη δυτική τη γη και στο γιαλό της χώρας
της Τυρρηνίδας φτάσαμε, όπου και τώρα ακόμα
μένει, πάρα πολύ μακριά απ᾽ την Κολχίδα χώρα.
Μα τί τα λόγια μου ωφελούν; Κι αυτό που σας συμβαίνει
315 πέστε μου τώρα καθαρά και ποιοί ειναι οι άντρες τούτοι
π᾽ ακολουθούν, και πούθ᾽ εσείς εβγήκατε απ᾽ το πλοίο.»
Αυτά μπροστά στους αδερφούς σαν μίλησε ο Αιήτης,
ο Άργος για του Ιάσονα φοβήθη το ταξίδι,
και μαλακά του μίλησε σαν πιο μεγάλος πού ηταν.
320 «Αιήτη, ανέμοι δυνατοί το πλοίο μάς σκορπίσαν·
και μας πάνω στα ξύλα του το κύμα ζαρωμένους
στην ξέρα μάς επέταξε της νήσου του Ενυάλιου,
μες στη νυχτιά τη σκοτεινή· και μας μάς ξεγλιτώνει
κάποιος θεός. Τι στο νησί το ερημικό δεν ήταν
325 τα όρνια, που πριν εκούρνιαζαν τ᾽ Άρη, κι ούτε πια εκείνα
τα βρήκαμε. Μα ετούτοι εδώ τά ειχανε διώξει οι άντρες
από το πλοίο των βγαίνοντας την περασμένη μέρα·
και εκεί του Δία τους κράτησεν ο νους, που μας λυπήθη
ή κάποια μοίρα· παρευθύς ρούχα, φαΐ μάς δώσαν
330 άφθονο, το ένδοξο όνομα ακούγοντας του Φρίξου
και το δικό σου· γιατί δα στην πόλη σου ερχόνται.
Κι αν θέλεις την ανάγκη τους να μάθεις δεν στην κρύβω.
Ετούτον κάποιος βασιλιάς μακριά από την πατρίδα
να τονε διώξει θέλοντας κι απ᾽ τα πολλά του πλούτη,
335 γιατί ξεπέρναε στην αντρειά τους Αιολίδες όλους,
τον έστειλε να ᾽ρθει σε μας, γεμάτον στενοχώρια.
Γιατ᾽ είν᾽ γραφτό του αμάλαγου του Δία να μην πάψει
ποτέ ο πονόκαρδος θυμός κι η οργή, κι ούτε του Φρίξου
το κρίμα και των Αιολιδών η ατέλειωτη κατάρα
για τη γενιά τους, αν δεν πάει το δέρμα στην Ελλάδα.
340 Και το καράβι η Αθηνά τούς το ᾽καμε η Παλλάδα,
διόλου σαν κείνα που ᾽χουνε οι Κόλχοι τα καράβια,
και που ᾽τυχε το πιο κακό σε μας· γιατί το σπάσαν
σωρό τ᾽ ορμητικό νερό κι ο άνεμος σαν πέσαν.
Μα εκείνου οι σφήνες του κρατούν κι οι μπόρες αν λυσσάξουν·
345 και τρέχει με τον άνεμο όμοια σαν κι όταν οι άντρες
αυτοί το βιάζουν με κουπιά αδιάκοπα στα χέρια.
Μέσα σ᾽ αυτό σαν μάζεψεν, όποιος μες στην Ελλάδα
ήρωας ήταν πιο καλός, στην πόλη σου έχει φτάσει,
αφού επλανήθη σε πολλές πόλεις και σε πελάγη
της άγριας της θάλασσας, μήπως θα του το δώσεις.
350 Κι όπως αρέσει εσένανε έτσι και θενα γίνει·
γιατί δεν ήρθε αυτός εσέ με δύναμη να βιάσει·
και θέλει αντάξια πληρωμή να δώσει για το δώρο,
σαν τού ειπα πως εχτροί κακοί μάς είναι οι Σαυρομάτες,
που κάτω από το σκήπτρο σου θενα στους υποτάξει.
Κι αν τ᾽ όνομά του αληθινά θέλεις και τη γενιά του
355 να μάθεις, ποιοί ειναι αυτοί εδώ, το καθετί θα σού ειπω.
Αυτόν δω, που για χάρη του μαζεύτηκαν οι άλλοι
απ᾽ την Ελλάδα, Ιάσονα τον ονομάζουν κι είναι
του Αίσονα του Κρηθείδη γιος. Κι αν είναι απ᾽ του Κρηθέα
στ᾽ αλήθεια τούτου δω η γενιά θά ειναι και συγγενής μας.
360 Γιατί Κρηθέας κι Αθάμαντας παιδιά ητανε του Αιόλου
κι ήταν παιδί του Αθάμαντα ο Φρίξος του Αιολίδη.
Και τούτος δω, του Ηλιού παιδί αν άκουσες κανένα,
είν᾽ ο Αυγείας, κι αυτός δω ο Τελαμώνας, γόνος
του ενδοξότατου Αιακού, που ο Δίας τον εγέννα·
365 όμοια κι οι άλλοι σύντροφοι, που τον ακολουθούνε,
όλοι θεών αθάνατων είναι παιδιά κι αγγόνια.»
Έτσ᾽ είπε αυτός· κι ο βασιλιάς ακούοντας τα λόγια
εθύμωσε· κι εφούσκωναν απ᾽ το θυμό τα στήθια.
Κι είπε οργισμένος· και στους γιους προπάντων της Χαλκιόπης
370 θύμωνε, γιατί νόμιζε γι᾽ αυτούς πως ήρθαν τούτοι·
και κάτω από τα φρύδια του τα μάτια φλόγες βγάλαν.
«Ευτύς από τα μάτια μου μακριά, άτιμοι ανθρώποι,
δεν φεύγετε μακριά από δω μ᾽ όλες τις πονηριές σας,
πριν δει κανείς ολέθριο για σας δέρμα και Φρίξο;
375 Απ᾽ την Ελλάδα φύγατε, όχι όμως για το δέρμα,
μα για το σκήπτρο ήρθατε δω και για τη βασιλεία.
Κι αν από το τραπέζι μου δεν είχατε πριν φάει,
τις γλώσσες θα σας έκοβα· και τα δυο χέρια σπώντας,
μονάχα με τα πόδια σας θα σας εξαπολούσα,
380 για να μποδίζεστε ξανά και πάλι εδώ να ερθείτε,
και για μακάριους θεούς να πείτε τόσο ψέμα.»