Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.382-3.448)


φῆ ῥα χαλεψάμενος· μέγα δὲ φρένες Αἰακίδαο
νειόθεν οἰδαίνεσκον· ἐέλδετο δ᾽ ἔνδοθι θυμός
ἀντιβίην ὀλοὸν φάσθαι ἔπος. ἀλλ᾽ ἀπέρυκεν
385Αἰσονίδης. πρὸ γὰρ αὐτὸς ἀμείψατο μειλιχίοισιν·
«Αἰήτη, σχέο μοι τῷ δὲ στόλῳ. οὔ τι γὰρ αὔτως
ἄστυ τεὸν καὶ δώμαθ᾽ ἱκάνομεν, ὥς που ἔολπας,
οὐδὲ μὲν ἱέμενοι. τίς δ᾽ ἂν τόσον οἶδμα περῆσαι
τλαίη ἑκὼν ὀθνεῖον ἐπὶ κτέρας; ἀλλά με δαίμων
390καὶ κρυερὴ βασιλῆος ἀτασθάλου ὦρσεν ἐφετμή.
δὸς χάριν ἀντομένοισι· σέθεν δ᾽ ἐγὼ Ἑλλάδι πάσῃ
θεσπεσίην οἴσω κληηδόνα· καὶ δέ τοι ἤδη
πρόφρονές εἰμεν ἄρηι θοὴν ἀποτῖσαι ἀμοιβήν,
εἴτ᾽ οὖν Σαυρομάτας γε λιλαίεαι, εἴτε τιν᾽ ἄλλον
395δῆμον σφωιτέροισιν ὑπὸ σκήπτροισι δαμάσσαι.»
ἴσκεν ὑποσσαίνων ἀγανῇ ὀπί. τοῖο δὲ θυμός
διχθαδίην πόρφυρεν ἐνὶ στήθεσσι μενοινήν,
ἤ σφεας ὁρμηθεὶς αὐτοσχεδὸν ἐξεναρίζοι,
ἦ ὅγε πειρήσαιτο βίης. τό οἱ εἴσατ᾽ ἄρειον
400φραζομένῳ· καὶ δή μιν ὑποβλήδην προσέειπεν·
«ξεῖνε, τί κεν τὰ ἕκαστα διηνεκέως ἀγορεύοις;
εἰ γὰρ ἐτήτυμόν ἐστε θεῶν γένος, ἠὲ καὶ ἄλλως
οὐδὲν ἐμεῖο χέρηες ἐπ᾽ ὀθνείοισιν ἔβητε,
δώσω τοι χρύσειον ἄγειν δέρος, αἴ κ᾽ ἐθέλῃσθα,
405πειρηθείς. ἐσθλοῖς γὰρ ἐπ᾽ ἀνδράσιν οὔτι μεγαίρω,
ὡς αὐτοὶ μυθεῖσθε τὸν Ἑλλάδι κοιρανέοντα.
πεῖρα δέ τοι μένεός τε καὶ ἀλκῆς ἔσσετ᾽ ἄεθλος,
τόν ῥ᾽ αὐτὸς περίειμι χεροῖν ὀλοόν περ ἐόντα.
δοιώ μοι πεδίον τὸ Ἀρήιον ἀμφινέμονται
410ταύρω χαλκόποδε, στόματι φλόγα φυσιόωντες·
τοὺς ἐλάω ζεύξας στυφελὴν κατὰ νειὸν Ἄρηος
τετράγυον, τὴν αἶψα ταμὼν ἐπὶ τέλσον ἀρότρῳ
οὐ σπόρον ὁλκοῖσιν Δηοῦς ἐνιβάλλομαι ἀκτήν,
ἀλλ᾽ ὄφιος δεινοῖο μεταλδήσκοντας ὀδόντας
415ἀνδράσι τευχηστῇσι δέμας. τοὺς δ᾽ αὖθι δαΐζων
κείρω ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ περισταδὸν ἀντιόωντας.
ἠέριος ζεύγνυμι βόας, καὶ δείελον ὥρην
παύομαι ἀμήτοιο. σὺ δ᾽, εἰ τάδε τοῖα τελέσσεις,
αὐτῆμαρ τόδε κῶας ἀποίσεαι εἰς βασιλῆος.
420πρὶν δέ κεν οὐ δοίην, μηδ᾽ ἔλπεο. δὴ γὰρ ἀεικές
ἄνδρ᾽ ἀγαθὸν γεγαῶτα κακωτέρῳ ἀνέρι εἶξαι.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη. ὃ δὲ σῖγα ποδῶν πάρος ὄμματα πήξας
ἧστ᾽ αὔτως ἄφθογγος, ἀμηχανέων κακότητι.
βουλὴν δ᾽ ἀμφὶ πολὺν στρώφα χρόνον, οὐδέ πῃ εἶχεν
425θαρσαλέως ὑποδέχθαι, ἐπεὶ μέγα φαίνετο ἔργον·
ὀψὲ δ᾽ ἀμειβόμενος προσελέξατο κερδαλέοισιν·
«Αἰήτη, μάλα τοί με δίκῃ περιπολλὸν ἐέργεις.
τὼ καὶ ἐγὼ τὸν ἄεθλον ὑπερφίαλόν περ ἐόντα
τλήσομαι, εἰ καί μοι θανέειν μόρος. οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἄλλο
430ῥίγιον ἀνθρώποισι κακῆς ἐπινίσσετ᾽ ἀνάγκης·
ἥ με καὶ ἐνθάδε νεῖσθαι ἐπέχραεν ἐκ βασιλῆος.»
ὣς φάτ᾽ ἀμηχανίῃ βεβολημένος· αὐτὰρ ὃ τόνγε
σμερδαλέοις ἐπέεσσι προσέννεπεν ἀσχαλόωντα·
«ἔρχεο νῦν μεθ᾽ ὅμιλον, ἐπεὶ μέμονάς γε πόνοιο·
435εἰ δὲ σύ γε ζυγὰ βουσὶν ὑποδδείσαις ἐπαεῖραι,
ἠὲ καὶ οὐλομένου μεταχάσσεαι ἀμήτοιο,
αὐτῷ κεν τὰ ἕκαστα μέλοιτό μοι, ὄφρα καὶ ἄλλος
ἀνὴρ ἐρρίγῃσιν ἀρείονα φῶτα μετελθεῖν.»
ἴσκεν ἀπηλεγέως· ὃ δ᾽ ἀπὸ θρόνου ὤρνυτ᾽ Ἰήσων,
440Αὐγείης Τελαμών τε παρασχεδόν· εἵπετο δ᾽ Ἄργος
οἶος, ἐπεὶ μεσσηγὺς ἔτ᾽ αὐτόθι νεῦσε λιπέσθαι
αὐτοκασιγνήτοις. οἳ δ᾽ ᾔεσαν ἐκ μεγάροιο.
θεσπέσιον δ᾽ ἐν πᾶσι μετέπρεπεν Αἴσονος υἱός
κάλλεϊ καὶ χαρίτεσσιν· ἐπ᾽ αὐτῷ δ᾽ ὄμματα κούρη
445λοξὰ παρὰ λιπαρὴν σχομένη θηεῖτο καλύπτρην,
κῆρ ἄχεϊ σμύχουσα· νόος δέ οἱ ἠύτ᾽ ὄνειρος
ἑρπύζων πεπότητο μετ᾽ ἴχνια νισσομένοιο.
καί ῥ᾽ οἳ μέν ῥα δόμων ἐξήλυθον ἀσχαλόωντες.


Έτσι μίλησε αγριεύοντας· και φούσκωναν τα στήθια
του Αιακίδη· κι ήθελε στα στήθια του η καρδιά του
άσκημο λόγο να του ειπεί· όμως ο Αισονίδης
385 τον μπόδισε· και μαλακά λόγιά ειπε κείνος πρώτος.
«Αιήτη, να με συμπαθάς γι᾽ αυτό μου το ταξίδι·
γιατί έτσι δίχως λόγο εμείς δεν ήρθαμε ως νομίζεις,
στην πόλη και στο σπίτι σου, ούτε και θέλοντάς μας.
Γιατί ποιός τόση θάλασσα θέλοντας θα περνούσε
για ξένο χτήμα; μα ο θεός και βασιλέα ανόμου
390 η φοβερή η διαταγή με σήκωσε δω νά ᾽ρθω.
Σ᾽ αυτούς, που σε παρακαλούν, χαρίσου. Κι εγώ εσένα
τη θεϊκιά τη φήμη σου θα φέρω στην Ελλάδα.
Και μεις για σένα πρόθυμοι είμαστε ανταμοιβή σου
γοργή να σου πληρώσουμε για σένα πολεμώντας,
είτε τους Σαυρομάτες θες είτε κανέναν άλλον
395 λαό να σου υποτάξουμε στο σκήπτρο σου αποκάτω.»
Έλεγε κολακεύοντας και μαλακή η φωνή του
ήτανε· κι εκεινού η καρδιά διπλή στα στήθια σκέψη
σκεφτόταν, ή σ᾽ αυτούς ευτύς ορμώντας να σκοτώσει
ή και να τους δοκίμαζε τη δύναμη· και κάλλιο
400 αυτό του φάνη ως σκέφτοταν· και του απαντάει αμέσως:
«Ξένε, γιατί τόσα πολλά μου λες για τούτο λόγια;
αν είσαστε θεών γενιά στ᾽ αληθινά, ή κι αν ίσως
διόλου από εμέ χειρότεροι σε ξένο ήρθατε μέρος,
θενα σου δώσω το χρυσό να πάρεις δέρμα, αν θέλεις
405 να δοκιμάσω· γιατί εγώ άντρες γενναίους διόλου
δεν τους φθονώ ως ο βασιλιάς, που λέτε, στην Ελλάδα.
Κι η δοκιμή μου δύναμης κι αντρειάς αγώνας θά ειναι·
που κι αν είναι τόσο σκληρός εγώ τον βγάζω πέρα.
Δυο ταύροι μου χαλκόποδοι μες στην πεδιάδα του Άρη
410 βοσκάνε, από το στόμα των φλόγα φωτιάς φυσώντας·
αυτούς σαν ζέψω, μια σκληρή προς το ναό του Άρη
σποριάν οργώνω, κι άμα αυτήν με τ᾽ άροτρο την κόψω,
στ᾽ αυλάκια σπόρο Δήμητρας, κριθάρι, εγώ δεν σπέρνω,
μόνε τα δόντια φοβερού φιδιού, που μεγαλώνουν
415 σώμα σ᾽ ανθρώπους ένοπλους· κι αυτούς στερνά χτυπώντας
θερίζω με το δόρυ μου τριγύρω μου ενώ στέκουν.
Πρωί τα βόδια ζεύοντας, του δειλινού την ώρα
παύω το θέρισμα. Και συ αυτά έτσι δα αν τα κάνεις
αμέσως το χρυσόδερμα θα πας στο βασιλιά σου.
420 Μα πριν δε θα σου το ᾽δινα και μήτε να το ελπίζεις.
Γιατ᾽ είναι δα κι αταίριαστο γενναίος άντρας πού ειμαι
σ᾽ άλλον χειρότερο από εμέ άντρα να υποχωρήσω.»
Έτσ᾽ είπε και χωρίς μιλιά ο Ιάσονας τα μάτια
μπροστά στα πόδια στήλωσε κι αμίλητος καθόταν,
χαμένος απ᾽ τη συμφορά· κι ώρα πολλή τη σκέψη
στριφογυρνούσε· και καρδιά να την δεχτεί δεν είχε
425 με θάρρος· τι του φαίνοταν δουλειά πολύ μεγάλη.
Κι αργά απαντώντας μίλησε με πονηριά σ᾽ εκείνον:
«Αιήτη, μ᾽ έσφιξες πολύ με την απόφασή σου·
γι᾽ αυτό κι εγώ τ᾽ αγώνισμα κι αν και πολύ βαρύ ειναι,
θα το δεχτώ, κι αν θάνατος μου μέλλεται. Γιατί άλλο
430 κακό δεν είν᾽ στους άνθρωπους απ᾽ την σκληρήν ανάγκη,
που μ᾽ έκανε απ᾽ το βασιλιά και δω να ταξιδέψω.»
Έτσ᾽ είπε αυτός μη ξέροντας τί άλλο να ειπεί. Κι εκείνος
στην τόση στενοχώρια του μ᾽ άγρια λόγια τού ειπε:
«Άντε τώρα στους σύντροφους, σαν τον αγώνα εδέχτης·
435 μ᾽ αν των βοδιών συ τους ζυγούς δειλιάσεις να σηκώσεις,
γιά απ᾽ το φριχτό το θέρισμα τύχει και γείρεις πίσω,
για τ᾽ άλλα θα φροντίσω εγώ, για να φοβάται κι άλλος
άντρας σ᾽ άντρα καλύτερο να ᾽ρθει με τέτοια σκέψη.»
Μίλαε σκληρά. Κι απ᾽ το θρονί σηκώθηκε ο Ιάσων
440 κι ο Αυγείας ευτύς κι ο Τελαμών· κι ακολουθούσε ο Άργος
μόνος, γιατ᾽ είχε πιο μπροστά στους αδερφούς του γνέψει
να φύγουν· κι απ᾽ το μέγαρον εκείνοι βγήκαν έξω.
Κι έξοχα ο γιος του Αίσονα ξεχώριζε μες σ᾽ όλους
γεμάτος χάρες κι ομορφιά. Κι η Μήδεια σ᾽ εκείνον
445 τα μάτια ρίχνοντας λοξά, τον κοίταζε τραβώντας
το ωραίο κεφαλομάντηλο· κι απ᾽ τον καημό η καρδιά της
καιγότανε· κι η σκέψη της σαν όνειρο πετώντας
στ᾽ αχνάρια εκείνου που ᾽φευγε ξοπίσω ακολουθούσε.