Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.449-3.488)


Χαλκιόπη δὲ χόλον πεφυλαγμένη Αἰήταο
450καρπαλίμως θάλαμόνδε σὺν υἱάσιν οἷσι βεβήκει.
αὕτως δ᾽ αὖ Μήδεια μετέστιχε· πολλὰ δὲ θυμῷ
ὥρμαιν᾽, ὅσσα τ᾽ ἔρωτες ἐποτρύνουσι μέλεσθαι.
προπρὸ δ᾽ ἄρ᾽ ὀφθαλμῶν ἔτι οἱ ἰνδάλλετο πάντα,
αὐτός θ᾽ οἷος ἔην, οἵοισί τε φάρεσιν ἕστο,
455οἷά τ᾽ ἔειφ᾽, ὥς θ᾽ ἕζετ᾽ ἐπὶ θρόνου, ὥς τε θύραζε
ἤιεν· οὐδέ τιν᾽ ἄλλον ὀίσσατο πορφύρουσα
ἔμμεναι ἀνέρα τοῖον· ἐν οὔασι δ᾽ αἰὲν ὀρώρει
αὐδή τε μῦθοί τε μελίφρονες, οὓς ἀγόρευσεν.
τάρβει δ᾽ ἀμφ᾽ αὐτῷ, μή μιν βόες ἠὲ καὶ αὐτός
460Αἰήτης φθίσειεν· ὀδύρετο δ᾽ ἠύτε πάμπαν
ἤδη τεθνειῶτα, τέρεν δέ οἱ ἀμφὶ παρειάς
δάκρυον αἰνοτάτῳ ἐλέῳ ῥέε κηδοσύνῃσιν·
ἦκα δὲ μυρομένη λιγέως ἀνενείκατο μῦθον·
«τίπτ᾽ ἐμὲ δειλαίην τόδ᾽ ἔχει ἄχος; εἴθ᾽ ὅγε πάντων
465φθίσεται ἡρώων προφερέστατος, εἴτε χερείων,
ἐρρέτω. ἦ μὲν ὄφελλεν ἀκήριος ἐξαλέασθαι.
ναὶ δὴ τοῦτό γε πότνα θεὰ Περσηί, πέλοιτο,
οἴκαδε νοστήσειε φυγὼν μόρον. εἰ δέ μιν αἶσα
δμηθῆναι ὑπὸ βουσί, τόδε προπάροιθε δαείη,
470οὕνεκεν οὔ οἱ ἔγωγε κακῇ ἐπαγαίομαι ἄτῃ.»
ἣ μὲν ἄρ᾽ ὣς ἐόλητο νόον μελεδήμασι κούρη.
οἳ δ᾽ ἐπεὶ οὖν δήμου τε καὶ ἄστεος ἐκτὸς ἔβησαν
τὴν ὁδόν, ἣν τὸ πάροιθεν ἀνήλυθον ἐκ πεδίοιο,
δὴ τότ᾽ Ἰήσονα τοῖσδε προσέννεπεν Ἄργος ἔπεσσιν·
475«Αἰσονίδη, μῆτιν μὲν ὀνόσσεαι, ἥντιν᾽ ἐνίψω·
πείρης δ᾽ οὐ μάλ᾽ ἔοικε μεθιέμεν ἐν κακότητι.
κούρην δή τινα πρόσθεν ὑπέκλυες αὐτὸς ἐμεῖο
φαρμάσσειν Ἑκάτης Περσηίδος ἐννεσίῃσιν.
τὴν εἴ κεν πεπίθοιμεν, ὀίομαι, οὐκέτι τάρβος
480ἔσσετ᾽ ἀεθλεύοντι δαμήμεναι. ἀλλὰ μάλ᾽ αἰνῶς
δείδω, μή πως οὔ μοι ὑποσταίη τόγε μήτηρ.
ἔμπης δ᾽ ἐξαῦτις μετελεύσομαι ἀντιβολήσων,
ξυνὸς ἐπεὶ πάντεσσιν ἐπικρέμαθ᾽ ἧμιν ὄλεθρος.»
ἴσκεν ἐυφρονέων· ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσδ᾽ ἐπέεσσιν·
485«ὦ πέπον, εἴ νύ τοι αὐτῷ ἐφανδάνει, οὔτι μεγαίρω.
βάσκ᾽ ἴθι καὶ πυκινοῖσι τεὴν παρὰ μητέρα μύθοις
ὄρνυθι λισσόμενος. μελέη γε μὲν ἧμιν ὄρωρεν
ἐλπωρή, ὅτε νόστον ἐπετραπόμεσθα γυναιξίν.»


Σύσκεψις Μηδείας και Χαλκιόπης προς σωτηρίαν των Αργοναυτών.

Κι η Χαλκιόπη την οργή τρέμοντας του Αιήτη
450 στο θάλαμό της είχε πάει γοργά με τα παιδιά της.
Έτσι πάλι κι η Μήδεια ξεκίνησε, κι ο νους της
πολλά σκεφτόταν, σαν κι αυτά στο νου που φέρνει η αγάπη·
κι ακόμα μπρος στα μάτια της, έβλεπεν όλα εκείνα,
κι αυτός πώς ήτανε και τί φορέματα φορούσε,
455 πώς μίλαγε, πώς κάθισε στο θρόνο, και πώς βγήκε
στη θύρα· και σκεφτότανε κι έλεγε πως δεν είναι
κανένας άντρας σαν κι αυτόν· και πάντα μες στ᾽ αυτιά της
χτύπα η φωνή και τα γλυκά λόγια πού ειχε μιλήσει.
Κι όλο φοβότανε γι᾽ αυτόν μήπως τυχόν τα βόδια
460 τονε σκοτώσουν, ή κι αυτός ο ίδιος ο Αιήτης·
κι έκλαιγε πια σαν νά ητανε τάχα και σκοτωμένος·
και δάκρυα τρέχαν απαλά πάνω στα μάγουλά της,
απ᾽ τον σκληρό τον πόνο της, γιατί τονε λυπόταν·
κι είπε με λυγερή φωνή σιγά μυριολογώντας.
«Γιατί άραγε τη δύστυχη τέτοια με πήρε λύπη;
465 Είτε χαθεί απ᾽ τους ήρωες όλους ο πιο καλός τους
ή κι ο χειρότερος, ας πάει. Μα πιο καλό θενά ηταν
να ξεγλιτώσει απείραχτος. Ναι, σεβαστή θεά μου
Περσίδα, τούτο να γενεί μακάρι, να γυρίσει
στο σπίτι του γλιτώνοντας το θάνατο, μα αν είναι
από τα βόδια η μοίρα του να νικηθεί, ας το ξέρει
470 ότι διόλου δε χαίρουμαι για την κακή του τύχη.»
Έτσι της κόρης το μυαλό μ᾽ έννοιες εταραζόταν.
Κι οι άλλοι σαν απ᾽ το λαό κι από την πόλη εβγήκαν
στο δρόμο, που πρωτύτερα ήρθαν απ᾽ την πεδιάδα,
τότε δα στον Ιάσονα τα λόγια αυτά ειπε ο Άργος.
475 «Τη συμβουλή που θα σου ειπώ, θα την κατηγορήσεις·
όμως να δοκιμάσουμε πρέπει στη δυστυχιά μας.
Έχεις ακούσει από εμέ πιο πριν πως κάποια κόρη
με της Περσίδας συμβουλές Εκάτης κάνει μάγια.
Αυτήν αν καταφέρουμε, θαρρώ, δεν θά ειναι φόβος
480 να νικηθείς στ᾽ αγώνισμα· μόνο πολύ φοβάμαι
μήπως τυχόν η μάνα μου τη χάρη αυτή δεν κάνει·
όμως θα πάω πάλι σ᾽ αυτή να την παρακαλέσω,
γιατί κακή καταστροφή κρέμεται απάνω σ᾽ όλους.»
Μίλησε φρόνιμα· σ᾽ αυτόν απάντησε ο Ιάσων.
485 «Καλέ μου, σαν σ᾽ αρέσει αυτό, δεν σ᾽ εμποδίζω διόλου·
πήγαινε και με φρόνιμα λόγια παρακαλώντας
ξεσήκωσε τη μάνα σου· μα είναι μαύρη ελπίδα,
σαν από τις γυναίκες πια κρέμεται ο γυρισμός μας.»