Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.489-3.539)


ὣς ἔφατ᾽. ὦκα δ᾽ ἕλος μετεκίαθον. αὐτὰρ ἑταῖροι
490γηθόσυνοι ἐρέεινον, ὅπως παρεόντας ἴδοντο.
τοῖσιν δ᾽ Αἰσονίδης τετιημένος ἔκφατο μῦθον·
«ὦ φίλοι, Αἰήταο ἀπηνέος ἄμμι φίλον κῆρ
ἀντικρὺ κεχόλωται. ἕκαστα γὰρ οὔ νύ τι τέκμωρ
οὔτ᾽ ἐμοί, οὔτε κεν ὔμμι διειρομένοισι πέλοιτο.
495φῆ δὲ δύω πεδίον τὸ Ἀρήιον ἀμφινέμεσθαι
ταύρω χαλκόποδε, στόματι φλόγα φυσιόωντας.
τετράγυον δ᾽ ἐπὶ τοῖσιν ἐφίετο νειὸν ἀρόσσαι·
δώσειν δ᾽ ἐξ ὄφιος γενύων σπόρον, ὅς ῥ᾽ ἀνίῃσιν
γηγενέας χαλκέοις σὺν τεύχεσιν· ἤματι δ᾽ αὐτῷ
500χρειὼ τούσγε δαΐξαι. ὃ δή νύ οἱ —οὔ τι γὰρ ἄλλο
βέλτερον ἦν φράσσασθαι— ἀπηλεγέως ὑποέστην.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη· πάντεσσι δ᾽ ἀνήνυτος εἴσατ᾽ ἄεθλος,
δὴν δ᾽ ἄνεῳ καὶ ἄναυδοι ἐς ἀλλήλους ὁρόωντο,
ἄτῃ ἀμηχανίῃ τε κατηφέες· ὀψὲ δὲ Πηλεύς
505θαρσαλέως μετὰ πᾶσιν ἀριστήεσσιν ἔειπεν·
«ὥρη μητιάασθαι ὅ κ᾽ ἔρξομεν. οὐ μὲν ἔολπα
βουλῆς εἶναι ὄνειαρ, ὅσον τ᾽ ἐπὶ κάρτεϊ χειρῶν.
εἰ μὲν νῦν τύνη ζεῦξαι βόας Αἰήταο,
ἥρως Αἰσονίδη, φρονέεις, μέμονάς τε πόνοιο,
510ἦ τ᾽ ἂν ὑποσχεσίην πεφυλαγμένος ἐντύναιο.
εἰ δ᾽ οὔ τοι μάλα θυμὸς ἑῇ ἐπὶ πάγχυ πέποιθεν
ἠνορέῃ, μήτ᾽ αὐτὸς ἐπείγεο, μήτε τιν᾽ ἄλλον
τῶνδ᾽ ἀνδρῶν πάπταινε παρήμενος. οὐ γὰρ ἔγωγε
σχήσομ᾽· ἐπεὶ θάνατός γε τὸ κύντατον ἔσσεται ἄλγος.»
515ὣς ἔφατ᾽ Αἰακίδης· Τελαμῶνι δὲ θυμὸς ὀρίνθη·
σπερχόμενος δ᾽ ἀνόρουσε θοῶς· ἐπὶ δὲ τρίτος Ἴδας
ὦρτο μέγα φρονέων, ἐπὶ δ᾽ υἱέε Τυνδαρέοιο·
σὺν δὲ καὶ Οἰνείδης ἐναρίθμιος αἰζηοῖσιν
ἀνδράσιν, οὐδέ περ ὅσσον ἐπανθιόωντας ἰούλους
520ἀντέλλων· τοίῳ οἱ ἀείρετο κάρτεϊ θυμός.
οἱ δ᾽ ἄλλοι εἴξαντες ἀκὴν ἔχον. αὐτίκα δ᾽ Ἄργος
τοῖον ἔπος μετέειπεν ἐελδομένοισιν ἀέθλου·
«ὦ φίλοι, ἤτοι μὲν τόδε λοίσθιον. ἀλλά τιν᾽ οἴω
μητρὸς ἐμῆς ἔσσεσθαι ἐναίσιμον ὔμμιν ἀρωγήν.
525τὼ καί περ μεμαῶτες, ἐρητύοισθ᾽ ἐνὶ νηί
τυτθὸν ἔθ᾽, ὡς τὸ πάροιθεν· ἐπεὶ καὶ ἐπισχέμεν ἔμπης
λώιον, ἢ κακὸν οἶτον ἀφειδήσαντας ἑλέσθαι.
κούρη τις μεγάροισιν ἐνιτρέφετ᾽ Αἰήταο,
τὴν Ἑκάτη περίαλλα θεὰ δάε τεχνήσασθαι
530φάρμαχ᾽, ὅσ᾽ ἤπειρός τε φύει καὶ νήχυτον ὕδωρ.
τοῖσι καὶ ἀκαμάτοιο πυρὸς μειλίσσετ᾽ ἀυτμή,
καὶ ποταμοὺς ἵστησιν ἄφαρ κελαδεινὰ ῥέοντας,
ἄστρα τε καὶ μήνης ἱερῆς ἐπέδησε κελεύθους.
τῆς μέν ἀπὸ μεγάροιο κατὰ στίβον ἐνθάδ᾽ ἰόντες
535μνησάμεθ᾽, εἴ κε δύναιτο, κασιγνήτη γεγαυῖα,
μήτηρ ἡμετέρη πεπιθεῖν ἐπαρῆξαι ἀέθλῳ.
εἰ δὲ καὶ αὐτοῖσιν τόδ᾽ ἐφανδάνει, ἦ τ᾽ ἂν ἱκοίμην
ἤματι τῷδ᾽ αὐτῷ πάλιν εἰς δόμον Αἰήταο
πειρήσων· τάχα δ᾽ ἂν σὺν δαίμονι πειρηθείην.»


Έτσ᾽ είπε κι έφτασαν γοργά στο βάλτο· κι οι συντρόφοι
490 χαρούμενοι τους ρώταγαν, σιμά τους σαν τους είδαν.
Κι ο Αισονίδης μίλησε τότε σ᾽ αυτούς θλιμμένος.
«Συντρόφοι μου, η καρδούλα του, τ᾽ ανέσπλαχνου του Αιήτη
μας θύμωσε ολοφάνερα· γιατί άκρη δεν μπορούμε
ούτε κι εγώ μα ούτε και σεις στο καθετί να βρούμε.
495 Και λέει, πως ταύροι βόσκουν δυο μες στ᾽ Άρη την πεδιάδα
χαλκόποδοι, φλόγα φωτιάς φυσώντας απ᾽ το στόμα.
Και τετραστρέμματον αγρό μ᾽ αυτούς να οργώσω θέλει·
και θα μου δώσει από φιδιού σαγόνια σπόρο, που άντρες
βγάζει απ᾽ τη γη με χάλκινα όπλα· και σε μια μέρα
500 πρέπει να τους σκοτώσω εγώ· και δίχως να διστάξω
τ᾽ ανάλαβα, γιατί να ειπώ άλλο δεν είχα κάλλιο.»
Έτσ᾽ είπε κι ακατόρθωτος φάνηκε ο αγώνας σ᾽ όλους,
κι όλοι βουβοί κι αμίλητοι πολλή ώρα κοιταζόνταν
από κακό κι ανηξεριά θλιμμένοι· κι ο Πηλέας
505 αργά, με θάρρος μίλησε σ᾽ όλους τους ήρωες κι είπε.
«Ό,τι πρέπει να κάνουμε, καιρός να το σκεφτούμε·
γιατί από σκέψη ωφέλεια θαρρώ δεν θά ειναι τόση,
όση από δύναμη χεριών. Αν λοιπόν, Αισονίδη,
τα βόδια του Αιήτη εσύ θαρρείς πως θενα ζέψεις
κι επιθυμείς τ᾽ αγώνισμα, και την υπόσχεσή σου
510 κρατήσεις, οπού του ᾽δωκες, τοιμάζου να το κάνεις.
Μα αν η καρδιά σου και πολλή δεν έχει εμπιστοσύνη
στη δύναμή σου, μήτε συ να βιάζεσαι, μητ᾽ άλλον
από τους άντρες τούτους δω κανένα μην κοιτάζεις.
Γιατί γω δεν θα το δεχτώ· γιατί το πιο μεγάλο
κακό, που θα με καρτερεί θενά ειναι ο θάνατός μου.»
515 Έτσ᾽ είπε ο γιος του Αιακού· κι άναψε ο Τελαμώνας
και βιαστικός πηδάει γοργά· κι έπειτα ο Ίδας τρίτος
σηκώθηκε περήφανος, κι έπειτα οι Τυνδαρίδες·
κι ο γιος του Οινέα μετρήθηκε μέσα στους τέλειους άντρες,
αν και μόλις εφύτρωναν τα πρώτα του τα γένια·
520 γιατί με τέτοιαν δύναμην εφούσκωνε η καρδιά του·
κι οι άλλοι υποχωρήσανε χωρίς μιλιά· κι ο Άργος
μίλησε ευτύς τέτοια σ᾽ αυτούς, πού ηθελαν τον αγώνα.
«Φίλοι μου, τελευταίο αυτό θα γίνει. Μα νομίζω
πως κάποια κι απ᾽ τη μάνα μου βοήθεια μπορεί νά ᾽ρθει.
525 Γι᾽ αυτό αν κι έχετε όρεξη μείνετε στο καράβι
ακόμα λίγο όπως και πριν· γιατί κι έτσι καλό ειναι
να κρατηθείτε, ή άμυαλα κακό χαμό να βρείτε.
Τρέφεται μες στο μέγαρο του Αιήτη κάποια κόρη,
που η Εκάτη την εδίδαξε ξέχωρα τα βοτάνια,
530 όσα μες στ᾽ άφθονο νερό και στη στεριά φυτρώνουν.
Με αυτά και της ακούραστης φωτιάς γλυκαίνει η πύρα,
και ευτύς ποτάμια σταματά, που τρέχουνε βροντώντας,
και τ᾽ άστρα, και του φεγγαριού τους δρόμους εμποδίζει·
αυτήνε σαν ερχόμαστε στο δρόμο από το σπίτι
535 θυμήθηκα, αν θα μπόραγε, σαν είναι κι αδερφή της,
να τηνε πείσει η μάνα μου στο έργο να μας βοηθήσει.
Κι αν τούτο αρέσει και σε σας, να πάω θα μπορούσα
πάλι τη μέρα τούτη δω στο μέγαρο του Αιήτη
να δοκιμάσω· κι ίσως δα πετύχει η δοκιμή μου.»