Έτσ᾽ είπε κι έφτασαν γοργά στο βάλτο· κι οι συντρόφοι
490 χαρούμενοι τους ρώταγαν, σιμά τους σαν τους είδαν.
Κι ο Αισονίδης μίλησε τότε σ᾽ αυτούς θλιμμένος.
«Συντρόφοι μου, η καρδούλα του, τ᾽ ανέσπλαχνου του Αιήτη
μας θύμωσε ολοφάνερα· γιατί άκρη δεν μπορούμε
ούτε κι εγώ μα ούτε και σεις στο καθετί να βρούμε.
495 Και λέει, πως ταύροι βόσκουν δυο μες στ᾽ Άρη την πεδιάδα
χαλκόποδοι, φλόγα φωτιάς φυσώντας απ᾽ το στόμα.
Και τετραστρέμματον αγρό μ᾽ αυτούς να οργώσω θέλει·
και θα μου δώσει από φιδιού σαγόνια σπόρο, που άντρες
βγάζει απ᾽ τη γη με χάλκινα όπλα· και σε μια μέρα
500 πρέπει να τους σκοτώσω εγώ· και δίχως να διστάξω
τ᾽ ανάλαβα, γιατί να ειπώ άλλο δεν είχα κάλλιο.»
Έτσ᾽ είπε κι ακατόρθωτος φάνηκε ο αγώνας σ᾽ όλους,
κι όλοι βουβοί κι αμίλητοι πολλή ώρα κοιταζόνταν
από κακό κι ανηξεριά θλιμμένοι· κι ο Πηλέας
505 αργά, με θάρρος μίλησε σ᾽ όλους τους ήρωες κι είπε.
«Ό,τι πρέπει να κάνουμε, καιρός να το σκεφτούμε·
γιατί από σκέψη ωφέλεια θαρρώ δεν θά ειναι τόση,
όση από δύναμη χεριών. Αν λοιπόν, Αισονίδη,
τα βόδια του Αιήτη εσύ θαρρείς πως θενα ζέψεις
κι επιθυμείς τ᾽ αγώνισμα, και την υπόσχεσή σου
510 κρατήσεις, οπού του ᾽δωκες, τοιμάζου να το κάνεις.
Μα αν η καρδιά σου και πολλή δεν έχει εμπιστοσύνη
στη δύναμή σου, μήτε συ να βιάζεσαι, μητ᾽ άλλον
από τους άντρες τούτους δω κανένα μην κοιτάζεις.
Γιατί γω δεν θα το δεχτώ· γιατί το πιο μεγάλο
κακό, που θα με καρτερεί θενά ειναι ο θάνατός μου.»
515 Έτσ᾽ είπε ο γιος του Αιακού· κι άναψε ο Τελαμώνας
και βιαστικός πηδάει γοργά· κι έπειτα ο Ίδας τρίτος
σηκώθηκε περήφανος, κι έπειτα οι Τυνδαρίδες·
κι ο γιος του Οινέα μετρήθηκε μέσα στους τέλειους άντρες,
αν και μόλις εφύτρωναν τα πρώτα του τα γένια·
520 γιατί με τέτοιαν δύναμην εφούσκωνε η καρδιά του·
κι οι άλλοι υποχωρήσανε χωρίς μιλιά· κι ο Άργος
μίλησε ευτύς τέτοια σ᾽ αυτούς, πού ηθελαν τον αγώνα.
«Φίλοι μου, τελευταίο αυτό θα γίνει. Μα νομίζω
πως κάποια κι απ᾽ τη μάνα μου βοήθεια μπορεί νά ᾽ρθει.
525 Γι᾽ αυτό αν κι έχετε όρεξη μείνετε στο καράβι
ακόμα λίγο όπως και πριν· γιατί κι έτσι καλό ειναι
να κρατηθείτε, ή άμυαλα κακό χαμό να βρείτε.
Τρέφεται μες στο μέγαρο του Αιήτη κάποια κόρη,
που η Εκάτη την εδίδαξε ξέχωρα τα βοτάνια,
530 όσα μες στ᾽ άφθονο νερό και στη στεριά φυτρώνουν.
Με αυτά και της ακούραστης φωτιάς γλυκαίνει η πύρα,
και ευτύς ποτάμια σταματά, που τρέχουνε βροντώντας,
και τ᾽ άστρα, και του φεγγαριού τους δρόμους εμποδίζει·
αυτήνε σαν ερχόμαστε στο δρόμο από το σπίτι
535 θυμήθηκα, αν θα μπόραγε, σαν είναι κι αδερφή της,
να τηνε πείσει η μάνα μου στο έργο να μας βοηθήσει.
Κι αν τούτο αρέσει και σε σας, να πάω θα μπορούσα
πάλι τη μέρα τούτη δω στο μέγαρο του Αιήτη
να δοκιμάσω· κι ίσως δα πετύχει η δοκιμή μου.»
|