Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.616-3.680)


κούρην δ᾽ ἐξ ἀχέων ἁδινὸς κατελώφεεν ὕπνος
λέκτρῳ ἀνακλινθεῖσαν. ἄφαρ δέ μιν ἠπεροπῆες,
οἷά τ᾽ ἀκηχεμένην, ὀλοοὶ ἐρέθεσκον ὄνειροι.
τὸν ξεῖνον δ᾽ ἐδόκησεν ὑφεστάμεναι τὸν ἄεθλον,
620οὔτι μάλ᾽ ὁρμαίνοντα δέρος κριοῖο κομίσσαι,
οὐδέ τι τοῖο ἕκητι μετὰ πτόλιν Αἰήταο
ἐλθέμεν, ὄφρα δέ μιν σφέτερον δόμον εἰσαγάγοιτο
κουριδίην παράκοιτιν· ὀίετο δ᾽ ἀμφὶ βόεσσιν
αὐτὴ ἀεθλεύουσα μάλ᾽ εὐμαρέως πονέεσθαι·
625σφωιτέρους δὲ τοκῆας ὑποσχεσίης ἀθερίζειν,
οὕνεκεν οὐ κούρῃ ζεῦξαι βόας, ἀλλά οἱ αὐτῷ
προύθεσαν. ἐκ δ᾽ ἄρα τοῦ νεῖκος πέλεν ἀμφήριστον
πατρί τε καὶ ξείνοις· αὐτῇ δ᾽ ἐπιέτρεπον ἄμφω
τὼς ἔμεν, ὥς κεν ἑῇσι μετὰ φρεσὶν ἰθύσειεν.
630ἣ δ᾽ ἄφνω τὸν ξεῖνον, ἀφειδήσασα τοκήων,
εἵλετο· τοὺς δ᾽ ἀμέγαρτον ἄχος λάβεν, ἐκ δ᾽ ἐβόησαν
χωόμενοι· τὴν δ᾽ ὕπνος ἅμα κλαγγῇ μεθέηκεν.
παλλομένη δ᾽ ἀνόρουσε φόβῳ, περί τ᾽ ἀμφί τε τοίχους
πάπτηνεν θαλάμοιο· μόλις δ᾽ ἐσαγείρατο θυμόν
635ὡς πάρος ἐν στέρνοις, ἀδινὴν δ᾽ ἀνενείκατο φωνήν·
«δειλὴ ἐγών, οἷόν με βαρεῖς ἐφόβησαν ὄνειροι.
δείδια, μὴ μέγα δή τι φέρῃ κακὸν ἥδε κέλευθος
ἡρώων. περί μοι ξείνῳ φρένες ἠερέθονται.
μνάσθω ἑὸν κατὰ δῆμον Ἀχαιίδα τηλόθι κούρην·
640ἄμμι δὲ παρθενίη τε μέλοι καὶ δῶμα τοκήων.
ἔμπα γε μὴν θεμένη κύνεον κέαρ, οὐκέτ᾽ ἄνευθεν
αὐτοκασιγνήτης πειρήσομαι, εἴ κέ μ᾽ ἀέθλῳ
χραισμεῖν ἀντιάσῃσιν, ἐπὶ σφετέροις ἀχέουσα
παισί· τό κέν μοι λυγρὸν ἐνὶ κραδίῃ σβέσει ἄλγος.»
645ἦ ῥα, καὶ ὀρθωθεῖσα θύρας ὤιξε δόμοιο,
νήλιπος, οἰέανος· καὶ δὴ λελίητο νέεσθαι
αὐτοκασιγνήτηνδε, καὶ ἕρκεος οὐδὸν ἄμειψεν.
δὴν δὲ καταυτόθι μίμνεν ἐνὶ προδόμῳ θαλάμοιο,
αἰδοῖ ἐεργομένη· μετὰ δ᾽ ἐτράπετ᾽ αὖτις ὀπίσσω
650στρεφθεῖσ᾽· ἐκ δὲ πάλιν κίεν ἔνδοθεν, ἄψ τ᾽ ἀλέεινεν
εἴσω· τηΰσιοι δὲ πόδες φέρον ἔνθα καὶ ἔνθα·
ἤτοι ὅτ᾽ ἰθύσειεν, ἔρυκέ μιν ἔνδοθεν αἰδώς·
αἰδοῖ δ᾽ ἐργομένην θρασὺς ἵμερος ὀτρύνεσκεν.
τρὶς μὲν ἐπειρήθη, τρὶς δ᾽ ἔσχετο· τέτρατον αὖτις
655λέκτροισιν πρηνὴς ἐνικάππεσεν εἱλιχθεῖσα.
ὡς δ᾽ ὅτε τις νύμφη θαλερὸν πόσιν ἐν θαλάμοισιν
μύρεται, ᾧ μιν ὄπασσαν ἀδελφεοὶ ἠὲ τοκῆες,
οὐδέ τί πω πάσαις ἐπιμίσγεται ἀμφιπόλοισιν
αἰδοῖ ἐπιφροσύνῃ τε· μυχῷ δ᾽ ἀχέουσα θαάσσει·
660τὸν δέ τις ὤλεσε μοῖρα, πάρος ταρπήμεναι ἄμφω
δήνεσιν ἀλλήλων· ἣ δ᾽ ἔνδοθι δαιομένη περ
σῖγα μάλα κλαίει χῆρον λέχος εἰσορόωσα,
μή μιν κερτομέουσαι ἐπιστοβέωσι γυναῖκες·
τῇ ἰκέλη Μήδεια κινύρετο. τὴν δέ τις ἄφνω
665μυρομένην μεσσηγὺς ἐπιπρομολοῦσ᾽ ἐνόησεν
δμωάων, ἥ οἱ ἑπέτις πέλε κουρίζουσα·
Χαλκιόπῃ δ᾽ ἤγγειλε παρασχεδόν. ἣ δ᾽ ἐνὶ παισίν
ἧστ᾽ ἐπιμητιόωσα κασιγνήτην ἀρέσασθαι.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὧς ἀπίθησεν, ὅτ᾽ ἔκλυεν ἀμφιπόλοιο
670μῦθον ἀνώιστον· διὰ δ᾽ ἔσσυτο θαμβήσασα
ἐκ θαλάμου θάλαμόνδε διαμπερές, ᾧ ἔνι κούρη
κέκλιτ᾽ ἀκηχεμένη, δρύψεν δ᾽ ἑκάτερθε παρειάς.
ὡς δ᾽ ἴδε δάκρυσιν ὄσσε πεφυρμένα, φώνησέν μιν·
«ὤ μοι ἐγώ, Μήδεια, τί δὴ τάδε δάκρυα λείβεις;
675τίπτ᾽ ἔπαθες; τί τοι αἰνὸν ὑπὸ φρένας ἵκετο πένθος;
ἤ νύ σε θευμορίη περιδέδρομεν ἅψεα νοῦσος,
ἦέ τιν᾽ οὐλομένην ἐδάης ἐκ πατρὸς ἐνιπήν
ἀμφί τ᾽ ἐμοὶ καὶ παισίν; ὄφελλέ με μήτε τοκήων
δῶμα τόδ᾽ εἰσοράαν, μηδὲ πτόλιν, ἀλλ᾽ ἐπὶ γαίης
680πείρασι ναιετάειν, ἵνα μηδέ περ οὔνομα Κόλχων.»


Η Μήδεια υπόσχεται βοήθειαν.

Κι ύπνος γλυκός ελάγιασε την κόρη από τα πάθια
μες στο κρεβάτι ξαπλωτή κι αμέσως ξεγελάστρες,
σαν λυπημένη, θλιβερές της ήρθαν οπτασίες.
Της φάνηκε πως δέχτηκεν ο ξένος τον αγώνα,
620 όχι το δέρμα του κριού γιατ᾽ ήθελε να πάρει,
κι ούτε πως ήρθε δα γι᾽ αυτό στην πόλη του Αιήτη,
μα τάχα για να πάρει αυτήν στο σπίτι του γυναίκα,
νόμιμη· και της φαίνοταν πως με τα βόδια εκείνη
αγωνιζόταν, κι εύκολα πολύ τα ᾽βγαζε πέρα.
625 Κι ότι τις υποσχέσεις των δεν κράτουν οι γονιοί της,
γιατί όχι στο κορίτσι των να ζέψει ειπαν τα βόδια,
αλλά σ᾽ αυτόνε, και γι᾽ αυτό πολύ φιλονικούσαν
οι ξένοι κι ο πατέρας της· κι αφήσανε σ᾽ εκείνη
κι οι δυο τους έτσι να γενεί, όπως θ᾽ αποφασίσει·
630 κι αυτή τον ξένο ξαφνικά, ξεχνώντας τους γονιούς της,
εδιάλεξε· κι ατέλειωτη λύπη τούς ήρθ᾽ εκείνων,
και θυμωμένοι φώναξαν· και με τον κρότο ο ύπνος
την άφησε· και πήδηξε τρέμοντας απ᾽ το φόβο,
και γύρω γύρω κοίταζε του θάλαμου τους τοίχους.
Κι ως της ξανάρθεν η ψυχή πάλι μέσα στα στήθια
635 ψιλή φωνίτσαν έβαλε και λέει αυτά τα λόγια.
«Δύστυχη εγώ, πώς άσκημα όνειρα με φοβίσαν!
Φοβάμαι μην ο ερχομός μάς φέρει των ηρώων
κακό μεγάλο και πετά ο νους μου για τον ξένο.
Ας παντρευτεί κόρη μακριά πέρα στην Αχαΐα·
640 την παρθενιά ας κοιτάω εγώ και των γονιών το σπίτι·
όμως μ᾽ αδιάντροπη καρδιά χωρίς την αδερφή μου
ποτέ δε θα δοκίμαζα, αν με παρακαλούσε,
στ᾽ αγώνισμα να τους φανώ χρήσιμη, γιατί λύπη
έχει πολλή για τα παιδιά· κι αυτόν τον άγριο πόνο
που ᾽χω βαθιά μες στην καρδιά ίσως να μου τον σβήσει.»
645 Έτσ᾽ είπε και σηκώθηκε και του σπιτιού τις θύρες
τις άνοιξε, γυμνόποδη, μονόπεπλη· ποθούσε
πολύ να πάει στης αδερφής και βγαίνει απ᾽ το κατώφλι.
Κι ώρα πολλή στον πρόδομο έμεινε του θαλάμου
κι απ᾽ την ντροπή κρατιότανε· και πάλι εστράφη πίσω·
650 πάλι από μέσα έβγαινε και πάλι πίσω εγύρνα·
κι ανώφελα τα πόδια της την φέρναν δώθε κείθε·
σαν τράβα εμπρός την κράταγε πάλι η ντροπή στα πίσω·
και σαν την μπόδιζε η ντροπή, την έσπρωχνε άγριος πόθος·
τρεις εξεκίνησε φορές και τρεις φορές κρατήθη
655 και μπρούμυτα την τέταρτη στην κλίνη κουβαριάστη.
Κι ως νύφη μες στο θάλαμο κλαίει άντρα της λεβέντη,
που της εδώσαν άντρα της αδέρφια και γονιοί της·
και δεν ανακατεύεται πια μ᾽ όλες της τις δούλες
από ντροπή και φρονιμιά· και μένει στη γωνιά της·
660 κι αυτόν χάρος τον άρπαξε πριν να χαρούν κι οι δυο τους
τις χάρες ένας τ᾽ αλλουνού· κι αυτή μέσα η καημένη
σιγά θρηνάει βλέποντας τη χηρεμένη κλίνη,
μήπως την περιπαίξουνε γελώντας οι γυναίκες.
Όμοια μ᾽ αυτήν η Μήδεια θρηνούσε. Ξάφνου ωστόσο
665 κει που ᾽κλαιγε την ένιωσε, σαν ήρθε, κάποια δούλα
πού ηταν κορίτσι και όλο αυτή, τη Μήδεια, ακολουθούσε.
Και τό ειπε στη Χαλκιόπη ευτύς· κι αυτή μες στα παιδιά της
καθόταν και σκεφτότανε το πώς να καλοπιάσει
την αδερφή της· κι άπραγη δεν έμεινε απ᾽ τη δούλα
670 σαν άκουσε ανεπάντεχο λόγο· και θαμπωμένη
πετάχτηκε απ᾽ το θάλαμο στο θάλαμο που η κόρη
ήταν θλιμμένη, και τα δυο ξέσκισε μάγουλά της·
και λέει όταν τα μάτια της δακρυοβρεγμένα τά ειδε.
«Αλί μου! Μήδεια, γιατί τα δάκρυα ετούτα χύνεις;
675 Τί να ᾽παθες; Ποιά σ᾽ έβρηκε φρικτή στα στήθια λύπη;
Μην έπιασε θεόσταλτη αρρώστια το κορμί σου;
ή μήπως έμαθες σκληρή φοβέρα του γονιού μας
για τα παιδιά μου και για με· που μήτε του γονιού μου
το σπίτι αυτό είθε να ᾽βλεπα, μήτε την πόλη, μόνε
680 στης γης την άκρη νά ημουνα, που δεν ακούν για Κόλχους.»