Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.681-3.743)


ὣς φάτο· τῆς δ᾽ ἐρύθηνε παρήια· δὴν δέ μιν αἰδώς
παρθενίη κατέρυκεν ἀμείψασθαι μεμαυῖαν.
μῦθος δ᾽ ἄλλοτε μέν οἱ ἐπ᾽ ἀκροτάτης ἀνέτελλεν
γλώσσης, ἄλλοτ᾽ ἔνερθε κατὰ στῆθος πεπότητο.
685πολλάκι δ᾽ ἱμερόεν μὲν ἀνὰ στόμα θυῖεν ἐνισπεῖν·
φθογγὴ δ᾽ οὐ προύβαινε παροιτέρω· ὀψὲ δ᾽ ἔειπεν
τοῖα δόλῳ· θρασέες γὰρ ἐπικλονέεσκον Ἔρωτες·
«Χαλκιόπη, περί μοι παίδων σέο θυμὸς ἄηται,
μή σφε πατὴρ ξείνοισι σὺν ἀνδράσιν αὐτίκ᾽ ὀλέσσῃ.
690τοῖα κατακνώσσουσα μινυνθαδίῳ νέον ὕπνῳ
λεύσσω ὀνείρατα λυγρά· τά τις θεὸς ἀκράαντα
θείη, μηδ᾽ ἀλεγεινὸν ἐφ᾽ υἱάσι κῆδος ἕλοιο.»
φῆ ῥα, κασιγνήτης πειρωμένη, εἴ κέ μιν αὐτή
ἀντιάσειε πάροιθεν ἑοῖς τεκέεσσιν ἀμύνειν.
695τὴν δ᾽ αἰνῶς ἄτλητος ἐπέκλυσε θυμὸν ἀνίη
δείματι, τοῖ᾽ ἐσάκουσεν· ἀμείβετο δ᾽ ὧδ᾽ ἐπέεσσιν·
«καὶ δ᾽ αὐτὴ τάδε πάντα μετήλυθον ὁρμαίνουσα,
εἴ τινα συμφράσσαιο καὶ ἀρτύνειας ἀρωγήν.
ἀλλ᾽ ὄμοσον Γαῖάν τε καὶ Οὐρανόν, ὅττι τοι εἴπω
700σχήσειν ἐν θυμῷ, σύν τε δρήστειρα πέλεσθαι.
λίσσομ᾽ ὑπὲρ μακάρων σέο τ᾽ αὐτῆς ἠδὲ τοκήων,
μή σφε κακῇ ὑπὸ κηρὶ διαρραισθέντας ἰδέσθαι
λευγαλέως. ἢ σοίγε φίλοις σὺν παισὶ θανοῦσα
εἴην ἐξ Ἀίδεω στυγερὴ μετόπισθεν Ἐρινύς.»
705ὣς ἄρ᾽ ἔφη, τὸ δὲ πολλὸν ὑπεξέχυτ᾽ αὐτίκα δάκρυ·
νειόθι δ᾽ ἀμφοτέρῃσι περίσχετο γούνατα χερσίν,
σὺν δὲ κάρη κόλποις περικάββαλεν. ἔνθ᾽ ἐλεεινόν
ἄμφω ἐπ᾽ ἀλλήλῃσι θέσαν γόον· ὦρτο δ᾽ ἰωή
λεπταλέη διὰ δώματ᾽ ὀδυρομένων ἀχέεσσιν.
710τὴν δὲ πάρος Μήδεια προσέννεπεν ἀσχαλόωσα·
«δαιμονίη, τί νύ τοι ῥέξω ἄκος; οἷ᾽ ἀγορεύεις,
ἀράς τε στυγερὰς καὶ Ἐρινύας; αἰ γὰρ ὄφελλεν
ἔμπεδον εἶναι ἐπ᾽ ἄμμι τεοὺς υἱῆας ἔρυσθαι.
ἴστω Κόλχων ὅρκος ὑπέρβιος, ὅντιν᾽ ὀμόσσαι
715αὐτὴ ἐποτρύνεις, μέγας Οὐρανός, ἡ δ᾽ ὑπένερθεν
Γαῖα, θεῶν μήτηρ, ὅσσον σθένος ἐστὶν ἐμεῖο,
μή σ᾽ ἐπιδευήσεσθαι, ἀνυστά περ ἀντιόωσαν.»
φῆ ἄρα· Χαλκιόπη δ᾽ ἠμείβετο τοῖσδ᾽ ἐπέεσσιν·
«οὐκ ἂν δὴ ξείνῳ τλαίης χατέοντι καὶ αὐτῷ
720ἢ δόλον, ἤ τινα μῆτιν ἐπιφράσσασθαι ἀέθλου,
παίδων εἵνεκ᾽ ἐμεῖο; καὶ ἐκ κείνοιο δ᾽ ἱκάνει
Ἄργος, ἐποτρύνων με τεῆς πειρῆσαι ἀρωγῆς·
μεσσηγὺς μὲν τόνγε δόμῳ λίπον ἐνθάδ᾽ ἰοῦσα.»
ὣς φάτο· τῇ δ᾽ ἔντοσθεν ἀνέπτατο χάρματι θυμός,
725φοινίχθη δ᾽ ἄμυδις καλὸν χρόα, κὰδ δέ μιν ἀχλύς
εἷλεν ἰαινομένην, τοῖον δ᾽ ἐπὶ μῦθον ἔειπεν·
«Χαλκιόπη, ὡς ὔμμι φίλον τερπνόν τε τέτυκται,
ὣς ἔρξω. μὴ γάρ μοι ἐν ὀφθαλμοῖσι φαείνοι
ἠώς, μηδέ με δηρὸν ἔτι ζώουσαν ἴδοιο,
730εἴ γέ τι σῆς ψυχῆς προφερέστερον, ἠέ τι παίδων
σῶν θείην, οἳ δή μοι ἀδελφειοὶ γεγάασιν
κηδεμόνες τε φίλοι καὶ ὁμήλικες. ὣς δὲ καὶ αὐτή
φημὶ κασιγνήτη τε σέθεν κούρη τε πέλεσθαι·
ἶσον ἐπεὶ κείνοις με τεῷ ἐπαείραο μαζῷ
735νηπυτίην, ὡς αἰὲν ἐγώ ποτε μητρὸς ἄκουον.
ἀλλ᾽ ἴθι, κεῦθε δ᾽ ἐμὴν σιγῇ χάριν, ὄφρα τοκῆας
λήσομαι ἐντύνουσα ὑπόσχεσιν· ἦρι δὲ νηόν
738οἴσομαι εἰς Ἑκάτης θελκτήρια φάρμακα ταύρων.»
740ὣς ἥγ᾽ ἐκ θαλάμοιο πάλιν κίε, παισί τ᾽ ἀρωγήν
αὐτοκασιγνήτης διεπέφραδε. τὴν δέ μιν αὖτις
αἰδώς τε στυγερόν τε δέος λάβε μουνωθεῖσαν,
τοῖα παρὲξ οὗ πατρὸς ἐπ᾽ ἀνέρι μητιάασθαι.


Έτσ᾽ είπε· και τα μάγουλα κοκκίνισαν εκείνης·
κι ώρα πολλή παρθενική ντροπή τηνε κρατούσε
να ειπεί εκείνο που ᾽θελε· και πότε της ερχόταν
ο λόγος μες στης γλώσσας της την άκρη, πότε πάλι
κάτω μες στα κατάβαθα του στήθους της πετούσε.
685 Πολλές φορές στ᾽ ολόγλυκο στόμα της ξεπετούσε
για να ειπωθεί· μα πιο μακριά δεν έβγαινε η φωνή της·
κι αργά είπε αυτά με πονηριά· γιατί την κίνα ο Έρως.
«Χαλκιόπη, μου χτυπά η καρδιά πολύ για τα παιδιά σου,
μη με τους ξένους ο γονιός ευτύς τα καταστρέψει·
690 τέτοια στον λίγον ύπνον μου πολλή ώρα ζαλισμένη
ονείρατα βλέπω φριχτά· που ατέλεστα να κάνει
κανείς θεός, λύπη φριχτή μη σού ᾽ρθει απ᾽ τα παιδιά σου».
Αυτά είπε δοκιμάζοντας την αδερφή, μη εκείνη
πρώτη την παρακάλαγε τους γιους της να βοηθήσει·
695 κι έπνιξε εκείνης την καρδιά αβάσταχτη μια λύπη
φριχτή απ᾽ το φόβο της γι᾽ αυτά, π᾽ άκουσε· και της είπε·
«Κι εγώ όλ᾽ αυτά μες στο μυαλό γυρνώντας ήρθα τώρα
μήπως σκεφτόσουν κι έβρισκες για με καμιά βοήθεια.
Μα ορκίσου σ᾽ Ουρανό και Γη, πως ό,τι θενα σού ειπω
700 θαν το κρατήσεις μυστικό και θα γενείς βοηθός μου.
Παρακαλώ για τους θεούς σένα και τους γονιούς μας,
να μην τα ιδώ με θάνατο κακό να μου χαθούνε
άγρια· αλλιώς με τα γλυκά παιδιά μου σαν πεθάνω
φριχτή κατάρα για τα σέ νά ειμαι κάτω, στον Άδη.»
705 Έτσ᾽ είπε και της έτρεχαν τα δάκρυα της ποτάμι·
και με τα δυο τα χέρια της τα γόνατ᾽ αγκαλιάζει
κι έβαλε το κεφάλι της στον κόρφο της· κι οι δυο τους
θρήνο σηκώσαν θλιβερό· κι αχός ψιλός σηκώθη
μέσα στο μέγαρο όπ᾽ αυτές, δερνόνταν απ᾽ τη λύπη.
710 Και πρώτη η Μήδεια μίλησε σ᾽ αυτήνε λυπημένη.
«Μαύρη μου, ποιά για σε γιατρειά να κάνω, που μου στέλνεις
τις Ερινύες τις φριχτές κατάρες; Αχ! μακάρι
νά ηταν στο χέρι μου τους γιους να σώσω τους δικούς σου.
Μάρτυρας νά ειναι ο δυνατός όρκος των Κόλχων, όπου
715 να σ᾽ ορκιστώ παρακινάς, ο Ουρανός ο μέγας
και αυτή πού ειναι από κάτω του η Γη, των θεών μητέρα,
όσο μπορώ και δύναμαι ποτέ να μη σου λείψω,
σαν μου ζητήσεις πράματα, που να μπορούν να γίνουν»·
Έτσ᾽ είπε αυτή, κι απάντησε τέτοια η Χαλκιόπη λόγια.
«Του ξένου δεν μπορείς λοιπόν, που ᾽χει κι αυτός ανάγκη,
720 τέχνη καμιά ναν του σκεφθείς ή πονηριά τ᾽ αγώνα,
για χάρη των δικών μου γιων; Κι ο Άργος από κείνον
ήρθε και με παρακινεί να σου ζητώ βοήθεια·
και μες στη μέση του σπιτιού τον άφησα κι εδώ ηρθα.»
Επήδησε της Μήδειας από χαρά η καρδιά της
725 και τ᾽ όμορφο το δέρμα της κοκκίνισε, κι αχνάδα
την έπιασε, ως ζεσταίνοταν και τέτοιο λόγον είπε.
«Χαλκιόπη, όπως το πεθυμάς και να γενεί σ᾽ αρέσει
θα κάνω· και στα μάτια μου αυγή ειθε να μη φέξει
και να μη μέ ιδεις ζωντανή πολύν καιρόν ακόμα,
730 αν κάνω εγώ καλύτερο άλλο από τη ζωή σου,
και των παιδιών σου, που για μέ φαινόνται σαν αδέρφια
κι αγαπητοί προστάτες μου κι ομήλικοι. Και λέω
κι εγώ πως είμαι για τα σέ και κόρη κι αδερφή σου·
γιατί κι εμένα όπως αυτά με πήρες στο βυζί σου
735 μωρό, καθώς πάντ᾽ άκουγα κάποτ᾽ από τη μάνα.
Μα εμπρός, κρύβε τη χάρη μου σιγά για να μπορέσω
να ξεγελάσω τους γονιούς το λόγο μου κρατώντας·
και το πρωί μες στον ναό θα φέρω της Εκάτης
βότανα, που θα δύνονται τους ταύρους να μαγέψουν.»
740 Κι έτσι πάλι απ᾽ το θάλαμο έφυγε εκείνη κι είπε
στους γιους της για τη συνδρομή της αδερφής· κι εκείνην
μόνη της όταν έμεινε, ντροπή και άγριος φόβος
την έπιασε, που πράματα τέτοια θενα σκεφτόταν
για ξένον άντρα και χωρίς να το ᾽ξερε ο γονιός της