Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.744-3.824)


νὺξ μὲν ἔπειτ᾽ ἐπὶ γαῖαν ἄγεν κνέφας· οἱ δ᾽ ἐνὶ πόντῳ
745ναυτίλοι εἰς Ἑλίκην τε καὶ ἀστέρας Ὠρίωνος
ἔδρακον ἐκ νηῶν· ὕπνοιο δὲ καί τις ὁδίτης
ἤδη καὶ πυλαωρὸς ἐέλδετο· καί τινα παίδων
μητέρα τεθνεώτων ἀδινὸν περὶ κῶμ᾽ ἐκάλυπτεν·
οὐδὲ κυνῶν ὑλακὴ ἔτ᾽ ἀνὰ πτόλιν, οὐ θρόος ἦεν
750ἠχήεις· σιγὴ δὲ μελαινομένην ἔχεν ὄρφνην.
ἀλλὰ μάλ᾽ οὐ Μήδειαν ἐπὶ γλυκερὸς λάβεν ὕπνος.
πολλὰ γὰρ Αἰσονίδαο πόθῳ μελεδήματ᾽ ἔγειρεν
δειδυῖαν ταύρων κρατερὸν μένος, οἷσιν ἔμελλεν
φθίσθαι ἀεικελίῃ μοίρῃ κατὰ νειὸν Ἄρηος.
755πυκνὰ δέ οἱ κραδίη στηθέων ἔντοσθεν ἔθυιεν,
ἠελίου ὥς τίς τε δόμοις ἔνι πάλλεται αἴγλη
ὕδατος ἐξανιοῦσα, τὸ δὴ νέον ἠὲ λέβητι,
ἠέ που ἐν γαυλῷ κέχυται· ἣ δ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθα
ὠκείῃ στροφάλιγγι τινάσσεται ἀίσσουσα·
760ὣς δὲ καὶ ἐν στήθεσσι κέαρ ἐλελίζετο κούρης.
δάκρυ δ᾽ ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν ἐλέῳ ῥέεν· ἔνδοθι δ᾽ αἰεί
τεῖρ᾽ ὀδύνη σμύχουσα διὰ χροός, ἀμφί τ᾽ ἀραιὰς
ἶνας καὶ κεφαλῆς ὑπὸ νείατον ἰνίον ἄχρις,
ἔνθ᾽ ἀλεγεινότατον δύνει ἄχος, ὁππότ᾽ ἀνίας
765ἀκάματοι πραπίδεσσιν ἐνισκίμψωσιν Ἔρωτες.
φῆ δέ οἱ ἄλλοτε μὲν θελκτήρια φάρμακα ταύρων
δωσέμεν, ἄλλοτε δ᾽ οὔτι· καταφθίσθαι δὲ καὶ αὐτή·
αὐτίκα δ᾽ οὔτ᾽ αὐτὴ θανέειν, οὐ φάρμακα δώσειν,
ἀλλ᾽ αὔτως εὔκηλος ἑὴν ὀτλησέμεν ἄτην.
770ἑζομένη δἤπειτα δοάσσατο, φώνησέν τε·
«δειλὴ ἐγώ, νῦν ἔνθα κακῶν ἢ ἔνθα γένωμαι;
πάντῃ μοι φρένες εἰσὶν ἀμήχανοι· οὐδέ τις ἀλκή
πήματος· ἀλλ᾽ αὔτως φλέγει ἔμπεδον. ὡς ὄφελόν γε
Ἀρτέμιδος κραιπνοῖσι πάρος βελέεσσι δαμῆναι,
775πρὶν τόνγ᾽ εἰσιδέειν, πρὶν Ἀχαιίδα γαῖαν ἱκέσθαι
Χαλκιόπης υἷας· τοὺς μὲν θεὸς ἤ τις Ἐρινίς
ἄμμι πολυκλαύτους δεῦρ᾽ ἤγαγε κεῖθεν ἀνίας
φθίσθω ἀεθλεύων, εἴ οἱ κατὰ νειὸν ὀλέσθαι
μοῖρα πέλει. πῶς γάρ κεν ἐμοὺς λελάθοιμι τοκῆας
780φάρμακα μησαμένη; ποῖον δ᾽ ἐπὶ μῦθον ἐνίψω;
τίς δὲ δόλος, τίς μῆτις ἐπίκλοπος ἔσσετ᾽ ἀρωγῆς;
ἦ μιν ἄνευθ᾽ ἑτάρων προσπτύξομαι οἶον ἰδοῦσα;
δύσμορος· οὐ μὲν ἔολπα καταφθιμένοιό περ ἔμπης
λωφήσειν ἀχέων. τότε δ᾽ ἂν κακὸν ἄμμι πέλοιτο,
785κεῖνος ὅτε ζωῆς ἀπαμείρεται. ἐρρέτω αἰδώς,
ἐρρέτω ἀγλαΐη· ὃ δ᾽ ἐμῇ ἰότητι σαωθείς
ἀσκηθής, ἵνα οἱ θυμῷ φίλον, ἔνθα νέοιτο.
αὐτὰρ ἐγὼν αὐτῆμαρ, ὅτ᾽ ἐξανύσειεν ἄεθλον,
τεθναίην, ἢ λαιμὸν ἀναρτήσασα μελάθρῳ,
790ἢ καὶ πασσαμένη ῥαιστήρια φάρμακα θυμοῦ.
ἀλλὰ καὶ ὧς φθιμένῃ μοι ἐπιλλίξουσιν ὀπίσσω
κερτομίας· τηλοῦ δὲ πόλις περὶ πᾶσα βοήσει
πότμον ἐμόν· καί κέν με διὰ στόματος φορέουσαι
Κολχίδες ἄλλυδις ἄλλαι ἀεικέα μωμήσονται·
795ἥτις κηδομένη τόσον ἀνέρος ἀλλοδαποῖο
κάτθανεν, ἥτις δῶμα καὶ οὓς ᾔσχυνε τοκῆας,
μαργοσύνῃ εἴξασα. τί δ᾽ οὐκ ἐμὸν ἔσσεται αἶσχος;
ὤ μοι ἐμῆς ἄτης. ἦ τ᾽ ἂν πολὺ κέρδιον εἴη
τῇδ᾽ αὐτῇ ἐν νυκτὶ λιπεῖν βίον ἐν θαλάμοισιν,
800πότμῳ ἀνωίστῳ, κάκ᾽ ἐλέγχεα πάντα φυγοῦσαν,
πρὶν τάδε λωβήεντα καὶ οὐκ ὀνομαστὰ τελέσσαι.»
ἦ, καὶ φωριαμὸν μετεκίαθεν, ᾗ ἔνι πολλά
φάρμακά οἱ, τὰ μὲν ἐσθλά, τὰ δὲ ῥαιστήρι᾽ ἔκειτο.
ἐνθεμένη δ᾽ ἐπὶ γούνατ᾽ ὀδύρετο. δεῦε δὲ κόλπους
805ἄλληκτον δακρύοισι· τὰ δ᾽ ἔρρεεν ἀσταγὲς αὔτως,
αἴν᾽ ὀλοφυρομένης τὸν ἑὸν μόρον. ἵετο δ᾽ ἥγε
φάρμακα λέξασθαι θυμοφθόρα, τόφρα πάσαιτο.
ἤδη καὶ δεσμοὺς ἀνελύετο φωριαμοῖο,
ἐξελέειν μεμαυῖα, δυσάμμορος. ἀλλά οἱ ἄφνω
810δεῖμ᾽ ὀλοὸν στυγεροῖο κατὰ φρένας ἦλθ᾽ Ἀίδαο.
ἔσχετο δ᾽ ἀμφασίῃ δηρὸν χρόνον, ἀμφὶ δὲ πᾶσαι
θυμηδεῖς βιότοιο μεληδόνες ἰνδάλλοντο.
μνήσατο μὲν τερπνῶν, ὅσ᾽ ἐνὶ ζωοῖσι πέλονται,
μνήσαθ᾽ ὁμηλικίης περιγηθέος, οἷά τε κούρη·
815καί τέ οἱ ἠέλιος γλυκίων γένετ᾽ εἰσοράασθαι,
ἢ πάρος, εἰ ἐτεόν γε νόῳ ἐπεμαίεθ᾽ ἕκαστα.
καὶ τὴν μέν ῥα πάλιν σφετέρων ἀποκάτθετο γούνων,
Ἥρης ἐννεσίῃσι μετάτροπος, οὐδ᾽ ἔτι βουλάς
ἄλλῃ δοιάζεσκεν· ἐέλδετο δ᾽ αἶψα φανῆναι
820ἠῶ τελλομένην, ἵνα οἱ θελκτήρια δοίη
φάρμακα συνθεσίῃσι, καὶ ἀντήσειεν ἐς ὠπήν.
πυκνὰ δ᾽ ἀνὰ κληῖδας ἑῶν λύεσκε θυράων,
αἴγλην σκεπτομένη. τῇ δ᾽ ἀσπάσιον βάλε φέγγος
Ἠριγενής, κίνυντο δ᾽ ἀνὰ πτολίεθρον ἕκαστοι.


Σκέψεις Μηδείας.

Η νύχτα ξάπλωνε στη γη σκοτάδι· και στον πόντο
745 τ᾽ αστέρια του Ωρίωνα και την Ελίκη οι ναύτες
βλέπαν από τα πλοία των· κι ύπνον επιθυμούσε
κάθε οδοιπόρος και καθείς φύλακας μες στις πύλες.
Και κάποια μάνα που ᾽κλαιγε παιδί της πεθαμένο
λυπητερά, η κούραση την είχε ρίξει κάτω·
κι ούτε σκυλιών ακούγοταν γάβγισμα μες στην πόλη,
750 κι ούτε κρότος αντήχαγε· κι όλη τριγύρω η νύχτα
εσώπαζε η αφέγγαρη· όμως ύπνος να πιάσει
γλυκός ήταν αδύνατο την Μήδεια τη δόλια.
Γιατί πολλές την έτρωγαν έννοιες για του Αισονίδη
τον πόθο, και φοβότανε την άγρια ορμή των ταύρων,
οπού με θάνατο ελεεινό μέλλαν να τον ξεκάνουν
μέσα στ᾽ Άρη τα οργώματα. Και πήδαε η καρδιά της
755 συχνά μέσα στα στήθια της, όπως του ήλιου η λάμψη
παίζει αντιφεγγίζοντας στου μέγαρου τους τοίχους
βγαίνοντας από το νερό, που μέσα σε λεβέτι
ή σε βεδούρι έχει χυθεί· κι η λάμψη δώθε εκείθε
με στριφογύρισμα γοργό τινάζεται πηδώντας·
760 έτσι της κόρης η καρδιά τινάζοταν στα στήθια.
Κι από σπλαχνιά στα μάτια της δάκρυ έτρεχε, και μέσα
πάντα πόνος την έτρωγε το δέρμα καίγοντάς της·
και τ᾽ αραιά της κεφαλής τα νεύρα ως το ινίο,
εκεί που η λύπη η πιο σκληρή χώνεται, σαν μας ρίξουν
765 έννοιες μέσα στα στήθια μας ή ακούραστες αγάπες.
Και πότε βότανα έλεγε στους ταύρους μαγεμένα
να δώσει, πότε τίποτα· κι ήθελε να πεθάνει·
και πάλι μήτε να χαθεί ή βότανα να δώσει,
μόν᾽ έτσι να υποφέρει αυτή ήσυχη το κακό της·
770 και σαν εκάθισε έπειτα πολύ σκέφτηκε κι είπε:
«Δύστυχη εγώ, ποιό απ᾽ τα κακά τώρα να ξεδιαλέξω;
Σε απορία βρίσκεται ο νους μου· δεν γλιτώνω
τη συμφορά· μα πάντα της έτσι με καίει. Μακάρι
νά ειχα χαθεί με τα γοργά της Άρτεμης τα βέλη
775 πριν να τον δω, πριν φτάσουνε στη γη της Αχαΐας
της Χαλκιόπης τα παιδιά· κι αυτούς θεός κανένας
γιά Ερινύα τούς έφερεν εδώ για πολλούς θρήνους
σ᾽ εμάς εκείθεν. Ας χαθεί με λύπες στον αγώνα,
αν να χαθεί μες στ᾽ όργωμα η μοίρα του τού γράφει.
Γιατί πώς τους γονιούς μου εγώ τάχα να ξεγελάσω
780 σ᾽ αυτόν δίνοντας βότανα; Ποιό λόγο εγώ ναν τού ειπω;
Ποιά τέχνη τάχα ή πονηριά έξυπνη θα βοηθήσει;
Μακριά από τους συντρόφους του μονάχο βλέποντάς τον
θα τον δεχτώ; Αχ! δύστυχη! κι αν μ᾽ όλ᾽ αυτά πεθάνει,
οι λύπες μου δεν το θαρρώ να πάψουν. Κι ίσως τότε
785 κακό να μ᾽ έβρει, όταν αυτός θα χάσει τη ζωή του.
Ας πάει η ντροπή, ας πάει η ομορφιά· κι αυτός με θέλησή μου
απείραχτος, όταν σωθεί, ας πάει όπου τ᾽ αρέσει.
Και εγώ την ίδια μέρα αυτή, που ο αγώνας θα τελειώσει,
ας πέθαινα από το λαιμό στο σπίτι κρεμασμένη,
790 είτε με βότανα κακά, που τη ζωή χαλάνε.
Μα κι έτσι εμένα και νεκρή στερνά θενα μου ψάλλουν
βρισιές· κι η πόλη όλη μακριά, όλη θ᾽ αντιβουίζει
για την κακή την τύχη μου· κι εμέ έχοντας στο στόμα
οι άλλες Κολχίδες άπρεπα θα με κατηγορήσουν,
795 αυτήν που ξένον άνθρωπο τόσο πολύ αγαπώντας
σκοτώθηκε και ντρόπιασε σπίτι της και γονιούς της,
την τρέλα της ακούγοντας· κι όλη η ντροπή δική μου.
Ω! συμφορά που μ᾽ έβρηκε! πολύ θενά ηταν κάλλιο
τη νύχτα αυτή στο σπίτι εδώ ν᾽ αφήσω τη ζωή μου
800 μ᾽ ανέλπιστο χαμό, κακές φεύγοντας κατηγόριες,
πριν όλα ετούτα τα κακά κι ανείπωτα να γίνουν.»
Είπε, και πήγε στο κουτί, που βότανά ειχε μέσα
πολλά καλά κι άλλα κακά, που τη ζωή χαλάνε.
Στα γόνατά της βάζοντας δερνόταν· και τους κόρφους
805 με δάκρυα έβρεχε ατέλειωτα· κι αυτά ποτάμι ετρέχαν,
ως έκλαιγε την τύχη της πικρά· και πεθυμούσε
να ξεδιαλέξει βότανα κακά και να τα πάρει.
Και τώρα πια τις κλειδωνιές άνοιγε του κουτιού της,
για να τα βγάλει η δύστυχη θέλοντας, μα της ήρθε
810 άξαφνα φόβος τρομερός στο νου του φριχτού τ᾽ Άδη.
Κι ασβολωμένη στάθηκε έτσι πολλή ώρα κι όλες
οι γλυκιές έννοιες της ζωής γυρίσαν στο μυαλό της.
Θυμήθηκε όλες τις χαρές, που οι ζωντανοί χαιρόνται,
θυμήθηκε τις πρόσχαρες ομήλικες, σαν κόρη·
815 και νόμισε πως έφεγγε γλυκύτερα από πρώτα
ο ήλιος· κι αν σωστά είν᾽ αυτά με το μυαλό ζητούσε.
Κι αφήνει πάλι το κουτί από τα γόνατά της
αλλάζοντας τη γνώμη της με συμβουλές της Ήρας,
και πια δεν είχε σκέψεις δυο· μα επιθυμούσε τώρα
820 να ιδεί γοργά να βγαίνει η αυγή, βότανα ναν του δώσει
με μάγια και με συμβουλές· και μπρος της να τονέ ιδει.
Και την αυγή προσμένοντας συχνάνοιγε τη θύρα.
Και ρίχνει η Πρωιγέννητη καλόδεχτο το φως της
και μες στην πόλη αρχίνισαν καθένας να κινιέται.