Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.825-3.912)


825ἔνθα κασιγνήτους μὲν ἔτ᾽ αὐτόθι μεῖναι ἀνώγει
Ἄργος, ἵνα φράζοιντο νόον καὶ μήδεα κούρης·
αὐτὸς δ᾽ αὖτ᾽ ἐπὶ νῆα κίεν προπάροιθε λιασθείς.
ἣ δ᾽ ἐπεὶ οὖν τὰ πρῶτα φαεινομένην ἴδεν ἠῶ
παρθενική, ξανθὰς μὲν ἀνήψατο χερσὶν ἐθείρας,
830αἵ οἱ ἀτημελίῃ καταειμέναι ἠερέθοντο,
αὐσταλέας δ᾽ ἔψησε παρηίδας· αὐτὰρ ἀλοιφῇ
νεκταρέῃ φαιδρύνετ᾽ ἐπὶ χρόα· δῦνε δὲ πέπλον
καλόν, ἐυγνάμπτοισιν ἀρηρέμενον περόνῃσιν·
ἀμβροσίῳ δ᾽ ἐφύπερθε καρήατι βάλλε καλύπτρην
835ἀργυφέην. αὐτοῦ δὲ δόμοις ἔνι δινεύουσα
στεῖβε πέδον λήθῃ ἀχέων, τά οἱ ἐν ποσὶν ἦεν
θεσπέσι᾽, ἄλλα τ᾽ ἔμελλεν ἀεξήσεσθαι ὀπίσσω.
κέκλετο δ᾽ ἀμφιπόλοις, αἵ οἱ δυοκαίδεκα πᾶσαι
ἐν προδόμῳ θαλάμοιο θυώδεος ηὐλίζοντο
840ἥλικες, οὔπω λέκτρα σὺν ἀνδράσι πορσύνουσαι,
ἐσσυμένως οὐρῆας ὑποζεύξασθαι ἀπήνῃ,
οἵ κέ μιν εἰς Ἑκάτης περικαλλέα νηὸν ἄγοιεν.
ἔνθ᾽ αὖτ᾽ ἀμφίπολοι μὲν ἐφοπλίζεσκον ἀπήνην·
ἣ δὲ τέως γλαφυρῆς ἐξείλετο φωριαμοῖο
845φάρμακον, ὅ ῥά τέ φασι Προμήθειον καλέεσθαι.
τῷ εἴ κ᾽ ἐννυχίοισιν ἀρεσσάμενος θυέεσσιν
Κούρην μουνογένειαν ἑὸν δέμας ἰκμαίνοιτο,
ἦ τ᾽ ἂν ὅγ᾽ οὔτε ῥηκτὸς ἔοι χαλκοῖο τυπῇσιν,
οὔτε κεν αἰθομένῳ πυρὶ εἰκάθοι· ἀλλὰ καὶ ἀλκῇ
850λωίτερος κεῖν᾽ ἦμαρ ὁμῶς κάρτει τε πέλοιτο.
πρωτοφυὲς τόγ᾽ ἀνέσχε καταστάξαντος ἔραζε
αἰετοῦ ὠμηστέω κνημοῖς ἔνι Καυκασίοισιν
αἱματόεντ᾽ ἰχῶρα Προμηθεῖος μογεροῖο.
τοῦ δ᾽ ἤτοι ἄνθος μὲν ὅσον πήχυιον ὕπερθεν
855χροιῇ Κωρυκίῳ ἴκελον κρόκῳ ἐξεφαάνθη,
καυλοῖσιν διδύμοισιν ἐπήορον· ἣ δ᾽ ἐνὶ γαίῃ
σαρκὶ νεοτμήτῳ ἐναλιγκίη ἔπλετο ῥίζα.
τῆς οἵην τ᾽ ἐν ὄρεσσι κελαινὴν ἰκμάδα φηγοῦ
Κασπίῃ ἐν κόχλῳ ἀμήσατο φαρμάσσεσθαι,
860ἑπτὰ μὲν ἀενάοισι λοεσσαμένη ὑδάτεσσιν,
ἑπτάκι δὲ Βριμὼ κουροτρόφον ἀγκαλέσασα,
Βριμὼ νυκτιπόλον, χθονίην, ἐνέροισιν ἄνασσαν,
λυγαίῃ ἐνὶ νυκτί, σὺν ὀρφναίοισι φάρεσσιν.
μυκηθμῷ δ᾽ ὑπένερθεν ἐρεμνὴ σείετο γαῖα,
865ῥίζης τεμνομένης Τιτηνίδος· ἔστενε δ᾽ αὐτός
Ἰαπετοῖο πάις ὀδύνῃ πέρι θυμὸν ἀλύων.
τό ῥ᾽ ἥγ᾽ ἐξανελοῦσα θυώδεϊ κάτθετο μίτρῃ,
ἥ τέ οἱ ἀμβροσίοισι περὶ στήθεσσιν ἔερτο.
ἐκ δὲ θύραζε κιοῦσα θοῆς ἐπεβήσατ᾽ ἀπήνης·
870σὺν δέ οἱ ἀμφίπολοι δοιαὶ ἑκάτερθεν ἔβησαν·
αὐτὴ δ᾽ ἡνί᾽ ἔδεκτο καὶ εὐποίητον ἱμάσθλην
δεξιτερῇ, ἔλαεν δὲ δι᾽ ἄστεος· αἱ δὲ δὴ ἄλλαι
ἀμφίπολοι, πείρινθος ἐφαπτόμεναι μετόπισθεν,
τρώχων εὐρεῖαν κατ᾽ ἀμαξιτόν· ἂν δὲ χιτῶνας
875λεπταλέους λευκῆς ἐπιγουνίδος ἄχρις ἄειρον.
οἵη δὲ λιαροῖσιν ἐφ᾽ ὕδασι Παρθενίοιο,
ἠὲ καὶ Ἀμνισοῖο λοεσσαμένη ποταμοῖο
χρυσείοις Λητωὶς ἐφ᾽ ἅρμασιν ἑστηυῖα
ὠκείαις κεμάδεσσι διεξελάσῃσι κολώνας,
880τηλόθεν ἀντιόωσα πολυκνίσου ἑκατόμβης·
τῇ δ᾽ ἅμα νύμφαι ἕπονται ἀμορβάδες, αἳ μὲν ἐπ᾽ αὐτῆς
ἀγρόμεναι πηγῆς Ἀμνισίδος, ἂν δὲ δὴ ἄλλαι
ἄλσεα καὶ σκοπιὰς πολυπίδακας· ἀμφὶ δὲ θῆρες
κνυζηθμῷ σαίνουσιν ὑποτρομέοντες ἰοῦσαν·
885ὣς αἵγ᾽ ἐσσεύοντο δι᾽ ἄστεος· ἀμφὶ δὲ λαοί
εἶκον, ἀλευάμενοι βασιληίδος ὄμματα κούρης.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόλιος μὲν ἐυδμήτους λίπ᾽ ἀγυιάς,
νηὸν δ᾽ εἰσαφίκανε διὲκ πεδίων ἐλάουσα,
δὴ τότ᾽ ἐυτροχάλοιο κατ᾽ αὐτόθι βήσατ᾽ ἀπήνης
890ἱεμένη, καὶ τοῖα μετὰ δμωῇσιν ἔειπεν·
«ὦ φίλαι, ἦ μέγα δή τι παρήλιτον, οὐδ᾽ ἐνόησα
μήνιμ᾽ ἀλλοδαποῖσι μετ᾽ ἀνδράσιν, οἵ τ᾽ ἐπὶ γαῖαν
ἡμετέρην στρωφῶσιν. ἀμηχανίῃ βεβόληται
πᾶσα πόλις· τὸ καὶ οὔ τις ἀνήλυθε δεῦρο γυναικῶν
895τάων, αἳ τὸ πάροιθεν ἐπημάτιαι ἀγέρονται.
ἀλλ᾽ ἐπεὶ οὖν ἱκόμεσθα, καὶ οὔ νύ τις ἄλλος ἔπεισιν,
εἰ δ᾽ ἄγε μολπῇ θυμὸν ἀφειδείως κορέσωμεν
μειλιχίῃ, τὰ δὲ καλὰ τερείνης ἄνθεα ποίης
λεξάμεναι τότ᾽ ἔπειτ᾽ αὐτὴν ἀπονισσόμεθ᾽ ὥρην.
900καὶ δέ κε σὺν πολέεσσιν ὀνείασιν οἴκαδ᾽ ἵκοισθε
ἤματι τῷ, εἴ μοι συναρέσσετε τήνδε μενοινήν.
Ἄργος γάρ μ᾽ ἐπέεσσι παρατρέπει, ὣς δὲ καὶ αὐτή
Χαλκιόπη· —τὰ δὲ σῖγα νόῳ ἔχετ᾽ εἰσαΐουσαι
ἐξ ἐμέθεν, μὴ πατρὸς ἐς οὔατα μῦθος ἵκηται—
905τὸν ξεῖνόν με κέλονται, ὅτις περὶ βουσὶν ὑπέστη,
δῶρ᾽ ἀποδεξαμένην ὀλοῶν ῥύσασθαι ἀέθλων.
αὐτὰρ ἐγὼ τὸν μῦθον ἐπῄνεον, ἠδὲ καὶ αὐτόν
κέκλομαι εἰς ὠπὴν ἑτάρων ἄπο μοῦνον ἱκέσθαι,
ὄφρα τὰ μὲν δασόμεσθα μετὰ σφίσιν, εἴ κεν ὀπάσσῃ
910δῶρα φέρων, τῷ δ᾽ αὖτε κακώτερον ἄλλο πόρωμεν
φάρμακον. ἀλλ᾽ ἀπονόσφι πέλεσθέ μοι, εὖτ᾽ ἂν ἵκηται.»
ὣς ηὔδα· πάσῃσι δ᾽ ἐπίκλοπος ἥνδανε μῆτις.


Η Μήδεια ετοιμάζεται να μεταβεί προς συνάντησιν του Ιάσονος.

825 Τότες ο Άργος διάταξε τ᾽ αδέρφια του να μείνουν
εκεί για να μαθαίνουνε της κόρης σκέψεις κι έργα·
κι αυτός στο πλοίο πάει γοργά προς τα μπροστά του ορμώντας.
Κι όταν η κόρη την αυγή πρωτόειδε να χαράζει
σήκωσε με τα χέρια της τα ολόξανθα μαλλιά της,
830 που αχτένιστα κρεμόντανε στους ώμους απλωμένα ,
και τα ξερά της μάγουλα μάλαζε· και με θεία
εξαναδρόσισε αλοιφή το δέρμα· και τον πέπλο
τον όμορφό της φόρεσε, πιασμένο με περόνες·
και στο θεϊκό κεφάλι της έβαλε μια μαντήλα
835 ασημοκέντητη· κι εκεί, στο σπίτι απάνω κάτω
στριφογυρίζοντας, τη γη πατούσε να ξεχάσει
τα πάθια της, όσα μπροστά μεγάλα της κειτόνταν
και τ᾽ άλλα όσα της μέλλανε στερνά να της ερθούνε.
Και διάταξε τις δούλες της, που δώδεκά ηταν όλες
και μένανε στον πρόδομο του ευωδιαστού θαλάμου
840 ομήλικες, οπού σ᾽ αντρός κλίνη δεν είχαν πέσει,
να ζέψουν μούλες γλήγορα στ᾽ αμάξι, να την πάνε
μες στον πανέμορφο ναό γλήγορα της Εκάτης·
τότε λοιπόν ετοίμαζαν οι δούλες της τ᾽ αμάξι.
Ωστόσο αυτή από το κουτί το σκαλισμένο βγάζει
845 βότανο που οι ανθρώποι λεν, πως το καλούν Προμήθειο.
Μ᾽ αυτό, θυσίες νυχτερινές προσφέροντας στην Κόρη
την μονοκόρη, το σώμα του αν άλειβε κανένας,
ούτε και με χτυπήματα χαλκού θα σκοτωνόταν,
ούτε από καυτερή φωτιά θα καίγοταν· μα θά ηταν
850 καλύτερος τη μέρα αυτή σε δύναμη και θάρρος.
Αυτό πρωτοξεφύτρωσε σαν έσταξε στο χώμα
ο ωμοφάγος αετός στα πλάγια του Καυκάσου
του Προμηθέα του δύστυχου το ματωμένο ιχώρα.
Κι εκείνου το άνθος ίσαμε μια πήχη απάνω βγήκε
855 το χρώμα του όμοιο έχοντας με τον Κωρύκιο κρόκο,
σε δυο βλαστάρια κρεμαστό. Και μες στο χώμα η ρίζα
βρίσκεται και με νιόκοπο κρέας είναι παρόμοιο.
Αυτής της ρίζας μαύρο υγρό παρόμοιο με βουνίσιας
φηγού, μέσα σε Κασπικό εμάζεψε κοχλίδι
ναν το ᾽χει για τα μάγια της, εφτά φορές σαν λούστη
860 μες σε τρεχάμενα νερά κι εφτά την παιδοτρόφα
Βριμώ σαν την εκάλεσε τη νυχτοτριγυρίστρα,
τη χθόνια, τη βασίλισσα Βριμώ των πεθαμένων,
φορώντας ρούχα σκοτεινά μέσα στη μαύρη νύχτα.
Και κάτωθε με μουγκρητά η μαύρη γης εσειόταν,
865 η ρίζα η Τιτανική ως κόβοταν· κι εκείνος,
στέναζε ο γιος του Ιαπετού, τρελός από τον πόνο.
Αυτό λοιπόν σαν έβγαλε, στη μυρωμένη ζώνη
το ᾽βαλε, που δενότανε στα θεϊκά της στήθια.
Κι από τη θύρα βγαίνοντας ανέβηκε στ᾽ αμάξι·
870 και δούλες δυο μαζί μ᾽ αυτήν πλάι της ανεβήκαν·
επήρε τα ηνία αυτή και το όμορφο μαστίγι
με το δεξί κι οδήγαγε μέσ᾽ απ᾽ την πόλη· οι άλλες
από την κάσα τ᾽ αμαξιού πιασμένες, από πίσω
τρέχαν στο δρόμο τον πλατύ· και τους λευκούς χιτώνες
875 ως τα λευκά των γόνατα ψηλά τους εσηκώναν.
Κι όπως στα καθαρά νερά του ποταμού Παρθένιου
ή τ᾽ Αμνισσού σαν θα λουστεί η Λητοΐδα η κόρη
στ᾽ άρμα της πάνω το χρυσό με τα γοργά τα λάφια
περνάει τις βουνοπλαγιές, από μακριά ποθώντας
880 μιαν εκατόμβη, που πολλή κνίσα ψηλά να βγαίνει·
κι οι νύμφες παν από κοντά ακόλουθοι από κείνη
την Αμνισσίδα την πηγή κι άλλες από τα δάση
και τις πολύπηγες κορφές· και τα θεριά τριγύρω
κάνουν χαρές με μουγκρητά τρέμοντας σαν περνάει·
885 έτσι μέσ᾽ απ᾽ την πόλη αυτές ετρέχανε κι οι ανθρώποι
παραμερίζαν φεύγοντας τα μάτια της παρθένας.
Κι άμα της πόλης άφησε τους όμορφους τους δρόμους
κι έφτασε στο ναό σιμά μέσ᾽ από την πεδιάδα,
τότ᾽ από τ᾽ ομορφόροδο κατέβηκε τ᾽ αμάξι
890 πρόθυμη, και στις δούλες της μίλησε τέτοια λόγια.
«Φίλες μου, αλήθεια κατιτί μεγάλο έκανα σφάλμα,
γιατί δεν εφοβήθηκα θυμόν ανθρώπων ξένων,
που τώρα μες στη χώρα μας εδώ κι εκεί γυρίζουν·
κι η πόλη μας ολόκληρη βρίσκεται σ᾽ απορία·
γι᾽ αυτό δεν ήρθε εδώ καμιά απ᾽ τις γυναίκες κείνες
895 που πρώτα μαζευόντανε ολημερίς δω πέρα.
Μα τώρα μια κι ήρθαμ᾽ εδώ κι άλλος κανείς δε θά ᾽ρθει,
εμπρός για να χορτάσουμε με το γλυκό τραγούδι·
και τα όμορφα τα λούλουδα της τρυφερής της χλόης
μαζεύοντας θα φύγουμε την ίδια αυτή την ώρα.
900 Και με πολλές ωφέλειες στο σπίτι σας θα πάτε
σήμερα, αν με βοηθήσετε σε τούτη μου τη σκέψη.
Γιατί με βιάζουν στα γερά ο Άργος κι η Χαλκιόπη
με λόγια. Και κρατείτε σεις αυτά κρυφά στο νου σας,
που σας τα λέγω, μη στ᾽ αυτιά φτάσουνε του γονιού μου.
905 Θέλουν λοιπόν τον ξένο αυτό, π᾽ ανάλαβε τα βόδια,
να τον γλιτώσω απ᾽ το φριχτό τ᾽ αγώνισμα με δώρα·
και μένα ο λόγος μ᾽ άρεσε και διάταξα μονάχος
από τους άλλους σύντροφους να ᾽ρθει δω να τονέ ιδω,
να μοιραστούμ᾽ εμείς εδώ αν φέρει και μας δώσει
910 δώρα, κι άλλο χειρότερο βότανο να του δώσω.
Μα εσείς σταθείτε από μακριά σαν τονε ιδείτε νά ᾽ρθει».
Έτσ᾽ είπε και τους άρεσεν η πονηρή της σκέψη.