Συνάντησις Ιάσονος και Μηδείας.
Κι ευτύς από τους σύντροφους τον Ιάσονα μονάχο
ο Άργος τραβάει σαν άκουσεν από τους αδερφούς του,
915 πως στης Εκάτης το ναό απ᾽ το πρωί ηρθε η Μήδεια·
κι απ᾽ την πεδιάδα οδήγαγε· και τον ακολουθούσε
ο Μόψος τ᾽ Άμπυκα ο γιος, καλός για να ξηγάει
όσα σημάδια φαίνονταν, καλός να συμβουλεύει
ό,τι καλό θενά ᾽πρεπε στο δρόμο, που πηγαίναν.
Άντρας απ᾽ τους πρωτερινούς κανείς δεν ήταν τέτοιος,
920 ούτε κι όσοι από τη γενιά του ίδιου του Δία, μήτε
όσοι ήρωες εβλάστησαν απ᾽ αθανάτων αίμα,
ως έκανε τον Ιάσονα τη μέρα εκείνη η Ήρα,
είτε κι αντίκρυ να τον δεις είτε να του μιλήσεις.
Ακόμα κι οι συντρόφοι του θαμπώθηκαν κοιτώντας
925 να λάμπει από τις χάρες του· και χάρηκε στο δρόμο
ο Αμπυκίδης, καθετί σαν ένιωσε από τούτα.
Ήταν σιμά προς το ναό στο δρόμο της πεδιάδας
μαυρόλευκα μ᾽ αμέτρητα τα φύλλα φουντωμένη,
κι εκεί συχνά κουρνιάζανε οι φλύαρες κουρούνες·
930 ωστόσο μια απ᾽ αυτές ψηλά στ᾽ ακρόκλαδα κινώντας
τις φτέρυγές της, μίλησε τη θέληση της Ήρας.
«Άδοξος μάντης είν᾽ αυτός, που να σκεφτεί δεν ξέρει
μες στο μυαλό του, όσα παιδιά γνωρίζουν, και για τούτο
δεν θα μπορούσε νόστιμο, γλυκό λόγο για νά ειπει
935 στην κόρη την απάρθενη, μαζί σαν παίρνει κι άλλους.
Μάντη κακέ, ασκημόλογε, χάσου· και μήτε η Κύπρη
ούτ᾽ οι Αγάπες οι γλυκές, μ᾽ αγάπη σε βοηθάνε.»
Φαινόταν να κατηγορεί· και γέλασεν ο Μόψος
του όρνιου τη θεϊκή μιλιάν ακούοντας κι έτσ᾽ είπε.
940 «Μες στης θεάς συ το ναό πήγαινε, Αισονίδη,
που την παρθένα θενα βρεις· και μαλακή θενά ειναι
από της Κύπρης συμβουλές, που βοηθός θα σού ειναι
στ᾽ αγώνισμα, όπως σού ειπε πριν τ᾽ Αγήνορα ο Φινέας.
Κι εμείς θα σε προσμένουμε ο Άργος κι εγώ ώσπου νά ᾽ρθεις
945 μακριά στο μέρος τούτο εδώ· και συ πια μοναχός σου
με λόγια παρακάλα την φρόνιμα, να την πείσεις.»
|