Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.317-1.401)


αὐτὰρ ἐπεί ῥα πόληος ἐυδμήτους λίπ᾽ ἀγυιάς,
ἀκτήνδ᾽ ἵκανεν Παγασηίδα, τῇ μιν ἑταῖροι
δειδέχατ᾽ Ἀργῴῃ ἄμυδις παρὰ νηὶ μένοντες.
320στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπὶ προμολῆς· οἳ δ᾽ ἀντίοι ἠγερέθοντο.
ἐς δ᾽ ἐνόησαν Ἄκαστον ὁμῶς Ἄργον τε πόληος
νόσφι καταβλώσκοντας, ἐθάμβησαν δ᾽ ἐσιδόντες
πασσυδίῃ Πελίαο παρὲκ νόον ἰθύοντας.
δέρμα δ᾽ ὃ μὲν ταύροιο ποδηνεκὲς ἀμφέχετ᾽ ὤμους
325Ἄργος Ἀρεστορίδης λάχνῃ μέλαν· αὐτὰρ ὃ καλήν
δίπλακα, τήν οἱ ὄπασσε κασιγνήτη Πελόπεια.
ἀλλ᾽ ἔμπης τὼ μέν τε διεξερέεσθαι ἕκαστα
ἔσχετο· τοὺς δ᾽ ἀγορήνδε συνεδριάασθαι ἄνωγεν.
αὐτοῦ δ᾽ ἰλλομένοις ἐπὶ λαίφεσιν ἠδὲ καὶ ἱστῷ
330κεκλιμένῳ μάλα πάντες ἐπισχερὼ ἑδριόωντο.
τοῖσιν δ᾽ Αἴσονος υἱὸς ἐυφρονέων μετέειπεν·
«ἄλλα μὲν ὅσσα τε νηὶ ἐφοπλίσσασθαι ἔοικεν,
πάντα παρ᾽ εὖ κατὰ κόσμον ἐπαρτέα κεῖται ἰοῦσιν.
τὼ οὐκ ἂν δηναιὸν ἐχοίμεθα τοῖο ἕκητι
335ναυτιλίης, ὅτε μοῦνον ἐπιπνεύσουσιν ἀῆται.
ἀλλά, φίλοι, —ξυνὸς γὰρ ἐς Ἑλλάδα νόστος ὀπίσσω,
ξυναὶ δ᾽ ἄμμι πέλονται ἐς Αἰήταο κέλευθοι—
τούνεκα νῦν τὸν ἄριστον ἀφειδήσαντες ἕλεσθε
ὄρχαμον ἡμείων, ᾧ κεν τὰ ἕκαστα μέλοιτο,
340νείκεα συνθεσίας τε μετὰ ξείνοισι βαλέσθαι.»
ὣς φάτο· πάπτηναν δὲ νέοι θρασὺν Ἡρακλῆα
ἥμενον ἐν μέσσοισι· μιῇ δέ ἑ πάντες ἀυτῇ
σημαίνειν ἐπέτελλον· ὃ δ᾽ αὐτόθεν, ἔνθα περ ἧστο,
δεξιτερὴν ἀνὰ χεῖρα τανύσσατο φώνησέν τε·
345«μή τις ἐμοὶ τόδε κῦδος ὀπαζέτω. οὐ γὰρ ἔγωγε
πείσομαι· ὥστε καὶ ἄλλον ἀναστήσεσθαι ἐρύξω.
αὐτός, ὅτις ξυνάγειρε, καὶ ἀρχεύοι ὁμάδοιο.»
ἦ ῥα μέγα φρονέων· ἐπὶ δ᾽ ᾔνεον, ὡς ἐκέλευεν
Ἡρακλέης. ἀνὰ δ᾽ αὐτὸς ἀρήιος ὤρνυτ᾽ Ἰήσων
350γηθόσυνος, καὶ τοῖα λιλαιομένοις ἀγόρευεν·
«εἰ μὲν δή μοι κῦδος ἐπιτρωπᾶτε μέλεσθαι,
μηκέτ᾽ ἔπειθ᾽, ὡς καὶ πρίν, ἐρητύοιτο κέλευθα.
νῦν γε μὲν ἤδη Φοῖβον ἀρεσσάμενοι θυέεσσιν
δαῖτ᾽ ἐντυνώμεσθα παρασχεδόν. ὄφρα δ᾽ ἴασιν
355δμῶες ἐμοὶ σταθμῶν σημάντορες, οἷσι μέμηλεν
δεῦρο βόας ἀγέληθεν ἐὺ κρίναντας ἐλάσσαι,
τόφρα κε νῆ᾽ ἐρύσαιμεν ἔσω ἁλός, ὅπλα δὲ πάντα
ἐνθέμενοι πεπάλαχθε κατὰ κληῖδας ἐρετμά.
τείως δ᾽ αὖ καὶ βωμὸν ἐπάκτιον Ἐμβασίοιο
360θείομεν Ἀπόλλωνος, ὅ μοι χρείων ὑπέδεκτο
σημανέειν δείξειν τε πόρους ἁλός, εἴ κε θυηλαῖς
οὗ ἕθεν ἐξάρχωμαι ἀεθλεύων βασιλῆι.»
ἦ ῥα, καὶ εἰς ἔργον πρῶτος τράπεθ᾽· οἳ δ᾽ ἐπανέσταν
πειθόμενοι· ἀπὸ δ᾽ εἵματ᾽ ἐπήτριμα νηήσαντο
365λείῳ ἐπὶ πλαταμῶνι, τὸν οὐκ ἐπέβαλλε θάλασσα
κύμασι, χειμερίη δὲ πάλαι ἀποέκλυσεν ἅλμη.
νῆα δ᾽ ἐπικρατέως Ἄργου ὑποθημοσύνῃσιν
ἔζωσαν πάμπρωτον ἐυστρεφεῖ ἔνδοθεν ὅπλῳ
τεινάμενοι ἑκάτερθεν, ἵν᾽ εὖ ἀραροίατο γόμφοις
370δούρατα καὶ ῥοθίοιο βίην ἔχοι ἀντιόωσαν.
σκάπτον δ᾽ αἶψα κατ᾽ εὖρος ὅσον περιβάλλετο χῶρον,
ἠδὲ κατὰ πρώειραν ἔσω ἁλὸς ὁσσάτιόν περ
ἑλκομένη χείρεσσιν ἐπιδραμέεσθαι ἔμελλεν.
αἰεὶ δὲ προτέρω χθαμαλώτερον ἐξελάχαινον
375στείρης, ἐν δ᾽ ὁλκῷ ξεστὰς στορέσαντο φάλαγγας·
τὴν δὲ κατάντη κλῖναν ἐπὶ πρώτῃσι φάλαγξιν,
ὥς κεν ὀλισθαίνουσα δι᾽ αὐτάων φορέοιτο.
ὕψι δ᾽ ἄρ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθα μεταστρέψαντες ἐρετμά
πήχυιον προύχοντα περὶ σκαλμοῖσιν ἔδησαν.
380τῶν δ᾽ ἐναμοιβαδὶς αὐτοὶ ἐνέσταθεν ἀμφοτέρωθεν,
στέρνα θ᾽ ὁμοῦ καὶ χεῖρας ἐπήλασαν. ἐν δ᾽ ἄρα Τῖφυς
βήσαθ᾽, ἵν᾽ ὀτρύνειε νέους κατὰ καιρὸν ἐρύσσαι·
κεκλόμενος δ᾽ ἤυσε μάλα μέγα· τοὶ δὲ παρᾶσσον
ᾧ κράτεϊ βρίσαντε μιῇ στυφέλιξαν ἐρωῇ
385νειόθεν ἐξ ἕδρης, ἐπὶ δ᾽ ἐρρώσαντο πόδεσσιν
προπροβιαζόμενοι· ἣ δ᾽ ἕσπετο Πηλιὰς Ἀργώ
ῥίμφα μάλ᾽· οἳ δ᾽ ἑκάτερθεν ἐπίαχον ἀίσσοντες.
αἱ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὸ τρόπιδι στιβαρῇ στενάχοντο φάλαγγες
τριβόμεναι· περὶ δέ σφιν ἀιδνὴ κήκιε λιγνύς
390βριθοσύνῃ, κατόλισθε δ᾽ ἔσω ἁλός· οἳ δέ μιν αὖθι
ἂψ ἀνασειράζοντες ἔχον προτέρωσε κιοῦσαν.
σκαλμοῖς δ᾽ ἀμφὶς ἐρετμὰ κατήρτυον· ἐν δέ οἱ ἱστόν
λαίφεά τ᾽ εὐποίητα καὶ ἁρμαλιὴν ἐβάλοντο.
αὐτὰρ ἐπεὶ τὰ ἕκαστα περιφραδέως ἀλέγυναν,
395κληῖδας μὲν πρῶτα πάλῳ διεμοιρήσαντο,
ἄνδρ᾽ ἐντυναμένω δοιὼ μίαν· ἐκ δ᾽ ἄρα μέσσην
ᾕρεον Ἡρακλῆι καὶ ἡρώων ἄτερ ἄλλων
Ἀγκαίῳ, Τεγέης ὅς ῥα πτολίεθρον ἔναιεν.
τοῖς μέσσην οἴοισιν ἀπὸ κληῖδα λίποντο
400αὔτως, οὔτι πάλῳ· ἐπὶ δ᾽ ἔτρεπον αἰνήσαντες
Τῖφυν ἐυστείρης οἰήια νηὸς ἔρυσθαι.


Ιάσονος εκλογή ως αρχηγού της εκστρατείας και καθέλκυσις της Αργούς.

Τους δρόμους τους καλόστρωτους σαν άφησε της πόλης,
στων Παγασώνε το γιαλό έφτασε, που οι συντρόφοι
μένοντας στην Αργώ σιμά, τον περιμέναν όλοι.
320 Στάθη σε μια άκρια· κι αντικρύ μαζεύτηκαν εκείνοι.
Και βλέπουνε τον Άκαστο να ᾽ρχεται με τον Άργο
μαζί απ᾽ την πόλη, και ξεροί μείναν όταν τους είδαν,
τρεχάτοι να ᾽ρχονται χωρίς την άδεια του Πελία·
ο Άργος ο γιος του Αρέστορα στους ώμους του εφορούσε
325 ενός βοδιού δέρμα μακρύ μαυρόμαλλο· κι ο άλλος
χλαίνα διπλή, που η αδερφή Πελόπεια τού ειχε δώσει.
Να τους ρωτήσει ο Ιάσονας το καθετί, αποφεύγει·
μόν᾽ διάταξε τους σύντροφους συνάθροιση να κάνουν.
Στα μαζεμένα εκεί πανιά και στο γερό κατάρτι
330 όλοι μαζί κατά σειρά στη θέση τους καθίζαν
κι ο γιος του Αίσονα σ᾽ αυτούς εμίλησε με γνώση.
«Όλα, μ᾽ όσα ν᾽ αρματωθεί ένα καράβι πρέπει,
όλα όπως πρέπει έτοιμα είναι για το ταξίδι.
Γι᾽ αυτό κι εμείς πολύν καιρό δε θενα μποδιστούμε
335 απ᾽ το ταξίδι, μοναχά ανέμοι να φυσήξουν.
Μα φίλοι μου, —γιατί μαζί δω θενα ᾽ρθούμε πίσω
και δρόμο πάλι όλοι μαζί τραβάμε για του Αιήτη—
γι᾽ αυτό τον πιο καλό από μας διαλέχτε δίχως φόβο
να ᾽ν᾽ αρχηγός μας, κι όλ᾽ αυτός πάντα του να φροντίζει,
340 πολέμους και φιλιώματα να κάνει με τους ξένους.»
Έτσ᾽ είπε, κι όλοι τρόμαξαν τον άτρομο Ηρακλέα
που κάθοταν καταμεσής· κι όλοι τους μ᾽ ένα λόγο
του ᾽λεγαν να είναι ο αρχηγός· μα αυτός κει που καθόταν
το δεξί χέρι σήκωσε ψηλά και τους μιλάει.
345 «Κανείς τη δόξα αυτή σε μέ μη δίνει· δε θ᾽ ακούσω,
μα κι άλλος αν σηκώνοταν θενα τον εμποδούσα.
Αυτός, που μας εμάζεψε ας είναι κι αρχηγός μας.»
Έτσ᾽ είπε ο μεγαλόκαρδος, κι οι άλλοι εσυμφωνήσαν
σ᾽ αυτά· κι ο φιλοπόλεμος Ιάσονας σηκώθη
350 χαρούμενος και μίλησε σ᾽ αυτούς, που τον ακούγαν.
«Αν την τιμή μού δίνετε εγώ για να φροντίζω,
ας μην αργεί του ταξιδιού, ως είπα πριν, η ώρα.
Και σαν ευχαριστήσουμε το Φοίβο με θυσίες,
ευτύς δείπνο ας ετοιμάσουμε· κι ώσπου να παν οι δούλοι,
355 που μου φυλάνε τα μαντριά, κι έχουν αυτή την έννοια,
απ᾽ το κοπάδι βόδια εδώ διαλέγοντας να φέρουν,
εμείς μέσα στη θάλασσα τραβούμε το καράβι·
και τ᾽ άρμενα άμα βάλετε, κληρώστε τα κουπιά σας.
Κι ύστερα του Εμβάσιου βωμό μες στ᾽ ακρογιάλι
360 ας στήσουμε του Απόλλωνα, που με χρησμό υποσχέθη
να μ᾽ οδηγεί, της θάλασσας τους δρόμους να μου δείχνει,
αν με θυσίες απ᾽ αυτόν αρχίζω το ταξίδι.»
Είπε και πρώτος στη δουλειά μπήκε· και τον ακούσαν
και σηκωθήκαν· σώριασαν τα ρούχα των αράδα
365 σ᾽ ένα ισιωμένο πλάτωμα, που του γιαλού το κύμα
δεν έφτανε· μα η χειμωνιά τό ειχε από πριν ξεπλύνει.
Πρώτα με τ᾽ Άργου συμβουλές ζώσαν γερά το πλοίο
μέσαθε με καλόστριφτο σκοινί και το τεντώσαν
στις δυο μεριές, για να κρατεί τα ξύλα στεριωμένα
370 στις σφήνες, ν᾽ αντιστέκεται στης θάλασσας το χτύπο.
Έπειτα σκάβανε πλατιά, οσό ηταν το καράβι,
κατά την πλώρη στο γιαλό, όσο θα χρειαζόταν
να τρέξει, με τα χέρια τους όταν θα το τραβούσαν·
κι όσο πιο μπρος επήγαιναν τόσο βαθιά το σκάβαν
375 απ᾽ την καρίνα· κι έστρωσαν ίσια στ᾽ αυλάκι ξύλα.
Το γείραν κατηφορικό στις πρώτες τις σανίδες,
για να γλιστρήσει, και σ᾽ αυτές απάνω να περάσει·
και τα κουπιά δεξιά ζερβά ψηλά σαν τα γυρίσαν,
όσο μια πήχη εξέχοντας τα δέσαν στους σκαρμούς των·
380 κι ανάμεσά τους στάθηκαν αυτοί στα δυο τα πλάγια
και χέρια, στήθια τους μαζί στηρίζανε· κι ο Τίφυς
εμπήκε να παρακινά με χρόνο να τραβούνε.
Διατάζοντας εφώναξε με δύναμη, κι εκείνοι
ευτύς μ᾽ όλη τη δύναμη πέφτοντας με μια φόρα
385 το τίναξαν από βαθιά και στήριξαν τα πόδια
σπρώχνοντας μπρος· κι ακλούθαγε η Αργώ η Πηλιάδα
γοργά πολύ· κι εφώναζαν δώθε και κείθε εκείνοι.
Κι απ᾽ την καρίνα τη γερή στενάζαν τα σανίδια
κάτω που τρίβονταν· κι αχνός μαύρος ξεπεταγόταν
390 από το βάρος, και γλιστρά μες στο γιαλό· κι εκείνοι
πίσω κρατώντας μπόδιζαν πιο μπρος να προχωρήσει·
και στους σκαρμούς των τα κουπιά περνούσαν· και κατάρτι
και τα καλόφιαχτα πανιά κι αρματωσιάν εβάλαν.
Κι άμα με προσοχή πολλή το καθετί εφροντίσαν,
395 με κλήρο πρώτα τα θρανιά μοιράσαν μεταξύ τους,
για δυο άντρες το κάθε θρανί, και μόνο το μεσαίο
διαλέξαν για τον Ηρακλή από τους άλλους χώρια
και τον Αγκαίο, που ᾽μενε στην πόλη της Τεγέας.
Σ᾽ αυτούς το μεσιανό θρανί αφήσαν μοναχούς των
400 χωρίς λαχνό· και με φωνές ελέγανε στον Τίφυ
του πλοίου του καλοκάρινου να κυβερνάει το δοιάκι.