Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.1063-3.1101)


ὣς ἄρ᾽ ἔφη, καὶ σῖγα ποδῶν πάρος ὄσσε βαλοῦσα
θεσπέσιον λιαροῖσι παρηίδα δάκρυσι δεῦεν
1065μυρομένη, ὅ τ᾽ ἔμελλεν ἀπόπροθι πολλὸν ἑοῖο
πόντον ἐπιπλάγξεσθαι. ἀνιηρῷ δέ μιν ἄντην
ἐξαῦτις μύθῳ προσεφώνεεν, εἷλέ τε χειρός
δεξιτερῆς· δὴ γάρ οἱ ἀπ᾽ ὀφθαλμοὺς λίπεν αἰδώς·
«μνώεο δ᾽, ἢν ἄρα δή ποθ᾽ ὑπότροπος οἴκαδ᾽ ἵκηαι,
1070οὔνομα Μηδείης· ὣς δ᾽ αὖτ᾽ ἐγὼ ἀμφὶς ἐόντος
μνήσομαι. εἰπὲ δέ μοι πρόφρων τόδε, πῇ τοι ἔασιν
δώματα, πῇ νῦν ἔνθεν ὑπεὶρ ἅλα νηὶ περήσεις·
ἤ νύ που ἀφνειοῦ σχεδὸν ἵξεαι Ὀρχομενοῖο,
ἦε καὶ Αἰαίης νήσου πέλας; εἰπὲ δὲ κούρην,
1075ἥντινα τήνδ᾽ ὀνόμηνας ἀριγνώτην γεγαυῖαν
Πασιφάης, ἣ πατρὸς ὁμόγνιός ἐστιν ἐμεῖο.»
ὣς φάτο· τὸν δὲ καὶ αὐτὸν ὑπήιε δάκρυσι κούρης
οὖλος ἔρως, τοῖον δὲ παραβλήδην ἔπος ηὔδα·
«καὶ λίην οὐ νύκτας ὀίομαι, οὐδέ ποτ᾽ ἦμαρ
1080σεῦ ἐπιλήσεσθαι, προφυγὼν μόρον, εἰ ἐτεόν γε
φεύξομαι ἀσκηθὴς ἐς Ἀχαιίδα, μηδέ τιν᾽ ἄλλον
Αἰήτης προβάλῃσι κακώτερον ἄμμιν ἄεθλον.
εἰ δέ τοι ἡμετέρην ἐξίδμεναι εὔαδε πάτρην,
ἐξερέω· μάλα γάρ με καὶ αὐτὸν θυμὸς ἀνώγει.
1085ἔστι τις αἰπεινοῖσι περίδρομος οὔρεσι γαῖα,
πάμπαν ἐύρρηνός τε καὶ εὔβοτος, ἔνθα Προμηθεύς
Ἰαπετιονίδης ἀγαθὸν τέκε Δευκαλίωνα,
ὃς πρῶτος ποίησε πόλεις καὶ ἐδείματο νηούς
ἀθανάτοις, πρῶτος δὲ καὶ ἀνθρώπων βασίλευσεν.
1090Αἱμονίην δὴ τήνγε περικτίονες καλέουσιν.
ἐν δ᾽ αὐτὴ Ἰαωλκός, ἐμὴ πόλις, ἐν δὲ καὶ ἄλλαι
πολλαὶ ναιετάουσιν, ἵν᾽ οὐδέ περ οὔνομ᾽ ἀκοῦσαι
Αἰαίης νήσου· Μινύην γε μὲν ὁρμηθέντα,
Αἰολίδην Μινύην ἔνθεν φάτις Ὀρχομενοῖο
1095δή ποτε Καδμείοισιν ὁμούριον ἄστυ πολίσσαι.
ἀλλὰ τίη τάδε τοι μεταμώνια πάντ᾽ ἀγορεύω,
ἡμετέρους τε δόμους τηλεκλείτην τ᾽ Ἀριάδνην,
κούρην Μίνωος, τόπερ ἀγλαὸν οὔνομα κείνην
παρθενικὴν καλέεσκον ἐπήρατον, ἥν μ᾽ ἐρεείνεις;
1100αἴθε γάρ, ὡς Θησῆι τότε ξυναρέσσατο Μίνως
ἀμφ᾽ αὐτῆς, ὣς ἄμμι πατὴρ τεὸς ἄρθμιος εἴη.»


Έτσ᾽ είπε κι έριξε άφωνη τα μάτια μπρος στα πόδια
και με θερμά δάκρυα έβρεχε τα ωραία μάγουλά της,
1065 θρηνώντας γιατ᾽ αυτός μακριά πολύ έμελλε απ᾽ αυτήνε
στη θάλασσα να πλανηθεί· και πάλι με θλιμμένα
λόγια του ξαναμίλησε το χέρι πιάνοντάς του
το δεξιό, γιατί η ντροπή τής έφυγε απ᾽ τα μάτια.
«Θυμήσου, αλήθεια, αν κάποτε γυρίσεις στην πατρίδα
1070 και τ᾽ όνομα της Μήδειας· κι εσένα εγώ το ίδιο
θα σε θυμούμαι. Πρόθυμα λοιπόν συ πες μου πού ειναι
το σπίτι σου, και πού από δω με πλοίο θα ταξιδέψεις.
Στον πλούσιο τον Ορχομενόν ίσως κοντά θα φτάσεις
ή δω στη νήσο Αία κοντά. Πες μου και για την κόρη
1075 που τώρα δα μ᾽ ονόμασες και ξακουστή έχει γίνει
της Πασιφάης, συγγενής πού ητανε του γονιού μου».
Έτσ᾽ είπε· και τα δάκρυα της κόρης τονε μπλέξαν
στο θλιβερό της έρωτα κι έτσι της είπ᾽ αμέσως:
«Ούτε και νύχτα εγώ θαρρώ, μα μήτε και τη μέρα
1080 θα σε ξεχάσω φεύγοντας τον θάνατο, αν αλήθεια
θα ξεγλιτώσω απείραχτος στην Αχαΐα, και αν ίσως
αγώνισμ᾽ άλλο πιο σκληρό δε μας προβάλει ο Αιήτης.
Μα αν θες για την πατρίδα μου να μάθεις θενα σού επω,
γιατί και με παρακινεί πολύ γι᾽ αυτό η καρδιά μου.
1085 Είναι μια χώρα με αψηλά βουνά τριγυρισμένη,
που γέννησε του Ιαπετού ο γιος ο Προμηθέας
τον Δευκαλίωνα τον καλό, που έκανε πρώτος πόλεις
και πρώτος έχτισε ναούς στους θεούς τους αθανάτους
κι αυτός ο πρώτος βασιλιάς γένηκε στους ανθρώπους.
1090 Αυτήν οι γύρω κάτοικοι την λένε Αιμονία.
Μέσα σ᾽ αυτήν είν᾽ η Ιωλκός η πόλη μου, είν᾽ κι άλλες
πολλές χτισμένες, π᾽ ούτε καν τ᾽ όνομα έχουν ακούσει
της νήσου Αίας. Απ᾽ εδώ ξεκίνησε ο Μινύας,
του Αιόλου γόνος, κι όπως λεν, του Ορχομενού την πόλη
1095 έχτισε κάποτε κοντά στην πόλη των Καδμείων.
Όμως γιατί στα λέω αυτά άδικα των αδίκων,
για την πατρίδα μου και για την ξακουστή Αριάδνη,
τη θυγατέρα του Μίνωα, τ᾽ όνομα το ωραίο,
οπού καλούσαν τ᾽ όμορφο που μ᾽ αρωτάς κοράσι;
1100 Μακάρι όπως ο Μίνωας δέχτηκε το Θησέα
για χάρη της, έτσι σ᾽ εμέ καλός νά ειναι ο γονιός σου.»