1340 Κι όταν της μέρας, που περνά, το τρίτο μέρος μένει
απ᾽ την αυγή, και προσκαλούν οι κουρασμένοι εργάτες
τ᾽ ολόγλυκο το δειλινό αμέσως να τους φτάσει,
ήταν απ᾽ τον ακούραστο γεωργό ο αγρός σπαρμένος,
πού ηταν τέσσερα στρέμματα, κι απόλυσε απ᾽ τ᾽ αλέτρι
1345 τα βόδια και τα φόβισε στον κάμπο να βοσκήσουν.
Κι αυτός πάλι στο πλοίο του γύρισε ωσόπου άδεια
έβλεπε από τους γηγενείς άντρες τ᾽ αυλάκια· κι όλοι
τον θάρραιναν οι σύντροφοι με λόγια· κι απ᾽ το ρέμα
του ποταμού τραβά νερό με το μεγάλο κράνος
1350 κι απόσβησε τη δίψα του· λυγά τα γόνατά του
τ᾽ ανάλαφρα, και δύναμη γέμισε την ψυχή του
πρόθυμος, σαν αγριόχοιρος παρόμοιος, π᾽ ακονίζει
τα δόντια για τους κυνηγούς, κι αφρός πολύς τριγύρω
στο χώμ᾽ από το στόμα του το θυμωμένο τρέχει.
Και να! φυτρώναν γηγενείς μες σ᾽ όλο το χωράφι
1355 κι αναταράχθη, απ᾽ τις γερές ασπίδες, τα κοντάρια
τα δυνατά, κι απ᾽ τις λαμπρές τις περικεφαλαίες
τ᾽ Άρη, που τους θνητούς χαλνά, το τέμενος· κι η λάμψη
φεγγοβολώντας κάτωθε στον Όλυμπό ειχε φτάσει.
Κι ως όταν πέσει αμέτρητο χιόνι στην γην απάνω
1360 σκορπίζουν πάλι οι άνεμοι τα νέφη του χειμώνα
μες στη νυχτιά τη σκοτεινή, κι όλα μαζί φαινόνται
απ᾽ το σκοτάδι λαμπερά τ᾽ άστρα· έτσι κι εκείνοι
ελάμπανε φυτρώνοντας από τη γη. Κι ο Ιάσων
της Μήδειας τις πονηρές τις συμβουλές θυμήθη
1365 και μια μεγάλη στρογγυλή πέτρα απ᾽ τον κάμπο επήρε,
τ᾽ Άρη του Ενυάλιου το φοβερό το δίσκο,
π᾽ άντρες τέσσερις δυνατοί λίγο δεν θα κουνούσαν.
Αυτήν πήρε στα χέρια του κι από μακριά πετώντας
καταμεσής τούς την χτυπά κι αυτός κρυφά καθίζει
1370 κάτω από την ασπίδα του με θάρρος. Κι όλοι οι Κόλχοι
πολύ φωνάξαν, όπως σαν η θάλασσα βουίζει
βροντώντας πάνω στης στεριάς τους άγριους τους βράχους.
Κι απ᾽ τον αγέρα της γερής πετριάς του ᾽ρθε του Αιήτη
βούβα· κι εκείνοι σαν γοργά σκυλιά πάνω πηδώντας
ένας τον άλλο εσκίζανε μουγκρίζοντας και πέφταν
1375 πάνω στη μάνα τους τη γη από τα δόρατά τους,
σαν πεύκες ή και σαν δεντρά π᾽ ανεμοζάλες ρίχνουν.
Κι ως όταν απ᾽ τον ουρανό τινάζεται πυρό άστρο,
αυλάκι αφήνοντας λαμπρό, σημείο στους ανθρώπους,
που θα το ιδούν λαμπρό να ορμά στο σκοτεινόν αιθέρα·
1380 έτσι και του Αίσονα ο γιος στους γηγενείς εχύθη
κι από τη θήκη το σπαθί γυμνό τραβώντας χτύπα
άνω κάτω θερίζοντας πολλούς απ᾽ τα λαγγόνια
κι απ᾽ την κοιλιά, μισούς σχεδόν βγαλμένους στον αγέρα,
κι άλλους ως με τα πόδια τους βγαλμένους, κι άλλους μόλις
1385 στέκαν, κι άλλους ως έτρεχαν στον πόλεμο να μπούνε.
Κι ως όταν για τα σύνορα πόλεμος ξεσηκώθη
κι ο γεωργός φοβήθηκε τα στάχυα μη θερίσουν
άλλοι πρωτύτερ᾽ απ᾽αυτόν, αρπάζοντας στο χέρι
καλόκυκλο, νεακόνιστο δρεπάνι κόβει στάχυα
αγίνωτα και βιαστικά και δεν προσμένει του ήλιου
1390 οι αχτίνες με την ώρα τους να ᾽ρθουν να τα ξεράνουν.
Έτσι κι αυτός τότ᾽ έκοβε των γηγενών τα στάχυα·
κι από το αίμα οι αυλακιές σαν της πηγής ρυάκια
επλήθαιναν το ρέμα τους. Και πέφταν, κι άλλοι πιάναν
τα τραχιά σβόλια δαγκωτά, μπρούμυτα, κι άλλοι πάλι
τ᾽ ανάσκελα, ή και στο πλευρό και στην παλάμην άλλοι,
1395 παρόμοιοι στην κορμοστασιά με θάλασσας θερία.
Κι άλλοι πριν πάνω από τη γην αχνάρια να σηκώσουν,
κι όσοι από πάνω από τη γη τόσο και μες στο χώμα,
σαν πληγωθήκαν κείτονταν σπασοκεφαλιασμένοι.
Έτσι, βλαστάρια, αμέτρητη βροχή σαν ρίξει ο Δίας,
1400 μες στη φυτειά τους νιόθρεφτα στη γη ξαπλώνουν κάτω
σπασμένα από τη ρίζα τους, γεωργών ανθρώπων κόπος·
και στενοχώρια, θλιβερή λύπη τον πιάνει τότε
του χωραφιού τον κύριο, τον γεωργό. Και τότε
έτσι του Αιήτη συμφορά βαριά του ᾽ρθε στα στήθια·
1405 και γύρισε στην πόλη του ανάκατα με Κόλχους
με σκέψη πώς πιο γλήγορα ν᾽ ανταμωθεί μ᾽ εκείνους.
Κι η ημέρα πια εβασίλεψε και τέλειωσε ο αγώνας.
|