Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1-4.65)




ΒΙΒΛΙΟΝ Δ’


Αὐτὴ νῦν κάματόν γε, θεά, καὶ δήνεα κούρης
Κολχίδος ἔννεπε, Μοῦσα, Διὸς τέκος. ἦ γὰρ ἔμοιγε
ἀμφασίῃ νόος ἔνδον ἑλίσσεται ὁρμαίνοντι,
ἢ ἔμεν ἄτης πῆμα δυσίμερον, ἦ τόγ᾽ ἐνίσπω
5φύζαν ἀεικελίην, ᾗ κάλλιπεν ἔθνεα Κόλχων.
ἤτοι ὃ μὲν δήμοιο μετ᾽ ἀνδράσιν, ὅσσοι ἄριστοι,
παννύχιος δόλον αἰπὺν ἐπὶ σφίσι μητιάασκεν
οἷσιν ἐνὶ μεγάροις, στυγερῷ ἐπὶ θυμὸν ἀέθλῳ
Αἰήτης ἄμοτον κεχολωμένος· οὐδ᾽ ὅγε πάμπαν
10θυγατέρων τάδε νόσφιν ἑῶν τελέεσθαι ἐώλπει.
τῇ δ᾽ ἀλεγεινότατον κραδίῃ φόβον ἔμβαλεν Ἥρη·
τρέσσεν δ᾽, ἠύτε τις κούφη κεμάς, ἥν τε βαθείης
τάρφεσιν ἐν ξυλόχοιο κυνῶν ἐφόβησεν ὁμοκλή.
αὐτίκα γὰρ νημερτὲς ὀίσσατο, μή μιν ἀρωγήν
15ληθέμεν, αἶψα δὲ πᾶσαν ἀναπλήσειν κακότητα.
τάρβει δ᾽ ἀμφιπόλους ἐπιίστορας· ἐν δέ οἱ ὄσσε
πλῆτο πυρός, δεινὸν δὲ περιβρομέεσκον ἀκουαί.
πυκνὰ δὲ λαυκανίης ἐπεμάσσατο, πυκνὰ δὲ κουρίξ
ἑλκομένη πλοκάμους γοερῇ βρυχήσατ᾽ ἀνίῃ.
20καί νύ κεν αὐτοῦ τῆμος ὑπὲρ μόρον ὤλετο κούρη,
φάρμακα πασσαμένη, Ἥρης δ᾽ ἁλίωσε μενοινάς,
εἰ μή μιν Φρίξοιο θεὰ σὺν παισὶ φέβεσθαι
ὦρσεν ἀτυζομένην. πτερόεις δέ οἱ ἐν φρεσὶ θυμός
ἰάνθη. μετὰ δ᾽ ἥγε παλίσσυτος ἀθρόα κόλπων
25φάρμακα πάντ᾽ ἄμυδις κατεχεύατο φωριαμοῖο.
κύσσε δ᾽ ἑόν τε λέχος καὶ δικλίδας ἀμφοτέρωθεν
σταθμούς, καὶ τοίχων ἐπαφήσατο, χερσί τε μακρόν
ῥηξαμένη πλόκαμον, θαλάμῳ μνημήια μητρί
κάλλιπε παρθενίης, ἀδινῇ δ᾽ ὀλοφύρατο φωνῇ·
30«τόνδε τοι ἀντ᾽ ἐμέθεν ταναὸν πλόκον εἶμι λιποῦσα,
μῆτερ ἐμή· χαίροις δὲ καὶ ἄνδιχα πολλὸν ἰούσῃ·
χαίροις Χαλκιόπη, καὶ πᾶς δόμος. αἴθε σε πόντος,
ξεῖνε, διέρραισεν, πρὶν Κολχίδα γαῖαν ἱκέσθαι.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη· βλεφάρων δὲ κατ᾽ ἀθρόα δάκρυα χεῦεν.
35οἵη δ᾽ ἀφνειοῖο διειλυσθεῖσα δόμοιο
ληιάς, ἥν τε νέον πάτρης ἀπενόσφισεν αἶσα,
οὐδέ νύ πω μογεροῖο πεπείρηται καμάτοιο,
ἀλλ᾽ ἔτ᾽ ἀηθέσσουσα δύης καὶ δούλια ἔργα
εἶσιν ἀτυζομένη χαλεπὰς ὑπὸ χεῖρας ἀνάσσης·
40τοίη ἄρ᾽ ἱμερόεσσα δόμων ἐξέσσυτο κούρη.
τῇ δὲ καὶ αὐτόματοι θυρέων ὑπόειξαν ὀχῆες,
ὠκείαις ἄψορροι ἀναθρῴσκοντες ἀοιδαῖς.
γυμνοῖσιν δὲ πόδεσσιν ἀνὰ στεινὰς θέεν οἴμους,
λαιῇ μὲν χερὶ πέπλον ἐπ᾽ ὀφρύσιν ἀμφὶ μέτωπα
45στειλαμένη καὶ καλὰ παρήια, δεξιτερῇ δὲ
ἄκρην ὑψόθι πέζαν ἀερτάζουσα χιτῶνος.
καρπαλίμως δ᾽ ἀίδηλον ἀνὰ στίβον ἔκτοθι πύργων
ἄστεος εὐρυχόροιο φόβῳ ἵκετ᾽· οὐδέ τις ἔγνω
τήνδε φυλακτήρων, λάθε δέ σφεας ὁρμηθεῖσα.
50ἔνθεν ἴμεν νηόνδε μάλ᾽ ἐφράσατ᾽· οὐ γὰρ ἄιδρις
ἦεν ὁδῶν, θαμὰ καὶ πρὶν ἀλωμένη ἀμφί τε νεκρούς,
ἀμφί τε δυσπαλέας ῥίζας χθονός, οἷα γυναῖκες
φαρμακίδες· τρομερῷ δ᾽ ὑπὸ δείματι πάλλετο θυμός.
τὴν δὲ νέον Τιτηνὶς ἀνερχομένη περάτηθεν
55φοιταλέην ἐσιδοῦσα θεὰ ἐπεχήρατο Μήνη
ἁρπαλέως, καὶ τοῖα μετὰ φρεσὶν ᾗσιν ἔειπεν·
«οὐκ ἄρ᾽ ἐγὼ μούνη μετὰ Λάτμιον ἄντρον ἀλύσκω,
οὐδ᾽ οἴη καλῷ περιδαίομαι Ἐνδυμίωνι.
ἦ θαμὰ δὴ καὶ σεῖο κίον δολίῃσιν ἀοιδαῖς,
60μνησαμένη φιλότητος, ἵνα σκοτίῃ ἐνὶ νυκτί
φαρμάσσῃς εὔκηλος, ἅ τοι φίλα ἔργα τέτυκται.
νῦν δὲ καὶ αὐτὴ δῆθεν ὁμοίης ἔμμορες ἄτης·
δῶκε δ᾽ ἀνιηρόν τοι Ἰήσονα πῆμα γενέσθαι
δαίμων ἀλγινόεις. ἀλλ᾽ ἔρχεο, τέτλαθι δ᾽ ἔμπης,
65καὶ πινυτή περ ἐοῦσα, πολύστονον ἄλγος ἀείρειν.»





ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ


Μηδείας απόδρασις.

Τους κόπους και τα σχέδια της κόρης της Κολχίδας
πες μας η ίδια τώρα εσύ, Μούσα, του Δία κόρη.
Γιατί στ᾽ αλήθεια εμένα ο νους στρέφεται θαμπωμένος
όταν σκεφτώ σαν τί να ειπώ· νά ηταν δύστυχη αγάπη
5 ή φόβος μην τιμωρηθεί, κι έφυγε απ᾽ την πατρίδα.
Λοιπόν με τους καλύτερους άντρες μες στο λαό του
ολονυχτίς εσκέφτοταν δόλο κακό, ο Αιήτης,
για κείνους μες στο μέγαρον αγριοχολιασμένος,
για το φριχτό κατόρθωμα· κι έλεγε πως δεν ήταν
10 χωρίς τις θυγατέρες του αυτά ολα γινομένα.
Κι η Ήρα στης Μήδειας την καρδιάν έβαλεν άγριο φόβο,
και τρόμαζε σαν αλαφριά λαφίνα, που στα βάθη
δάσους πυκνού τη φόβισαν γαβγίσματα των σκύλων.
Γιατί ένιωσε στ᾽ αληθινά πως δε θενα κρυβόταν
15 η συνδρομή της και πολλήν ευτύς ποινή θενά ειχε.
Τις υπηρέτρες έτρεμε που τα ᾽ξεραν· και φλόγα
γεμίζανε τα μάτια της και βούιζαν τ᾽ αυτιά της·
και το λαιμό της έψαχνε συχνά, κι από τη ρίζα
συχνά τραβώντας τα μαλλιά μούγκριζε από τον πόνο.
20 Και τότε εκεί θα χάνοταν μ᾽ άγριο χαμόν η κόρη
παίρνοντας δηλητήριο, και τις βουλές της Ήρας
θα χάλαγεν, αν η θεά δεν την παρακινούσε
να φοβηθεί για τα παιδιά του Φρίξου ταραγμένη.
Κι η φτερωτή της η καρδιά έγιανε μες στα στήθια.
Και πάλι πίσω γύρισε κι όλα μαζί απ᾽ τον κόρφο
25 σωρό εχυσε τα βότανα πάλι μες στο κιβώτιο·
και φίλησε την κλίνη της, τις θύρες μέσα κι έξω,
τους παραστάτες, κι έψαξε τους τοίχους, και τραβώντας
μακριά πλεξίδα απ᾽ τα μαλλιά, ενθύμιο στη μητέρα
παρθενικό στο θάλαμο, τ᾽ άφησε, και θρηνούσε·
30 «Αυτή για μένα τη μακριά πλεξίδα μου σ᾽ αφήνω
φεύγοντας, μάνα μου. Έχε γειά, κι ας πάω μακριά στα ξένα.
Γειά σου, Χαλκιόπη, κι όλο μου το σπίτι. Κι είθε, ξένε,
να σ᾽ έτρωγεν η θάλασσα πριν φτάσεις στην Κολχίδα».
Έτσ᾽είπε κι απ᾽ τα μάτια της άφθονα τρέχαν δάκρυα.
35 Κι ως από σπίτι πλούσιο μια σκλάβα ξεγλιστρώντας,
που τώρα η μοίρα της μακριά την πήρε απ᾽ την πατρίδα,
κι ακόμα κούραση βαριά δεν έχει δοκιμάσει,
μ᾽ ακόμα ξεσυνήθιστη σκλαβιά και κακοπάθεια,
τρέμοντας φεύγει τ᾽ άγρια τα χέρια της κυράς της·
40 έτσι με πόθο ξεγλιστρά μέσα απ᾽ το σπίτι η κόρη.
Κι οι μπάρες μπρος της άνοιξαν τις θύρες μοναχές των
αναπηδώντας πίσωθε με τα γοργά της μάγια·
κι έτρεχε γυμνοπόδαρη μες στους στενούς τους δρόμους,
τον πέπλο με τ᾽ αριστερό χέρι πάνω στα φρύδια
45 κρατώντας και σκεπάζοντας τα ωραία μάγουλά της·
και σήκωνε με το δεξί την άκρη του χιτώνα.
Γοργά στο δρόμο τον κρυφόν απ᾽ έξω από τους πύργους
της πόλης της ευρύχωρης έφτασε φοβισμένη·
και δεν την ένιωσε κανείς απ᾽ όσους εφυλάγαν,
κι απ᾽ όλους ξέφυγε εκεινούς, όταν εξεκινούσε.
50 Εδώθε εσκέφτη στο ναό να πάει· γιατί τους δρόμους
γνώριζε, γιατί πριν συχνά κει πέρα τριγυρνούσε
και για νεκρούς και για της γης ρίζες φαρμακωμένες,
όπως γυναίκες μάγισσες να κάνουν συνηθίζουν.
Κι απ᾽ τον τρελό το φόβο της χτύπα βαριά η καρδιά της.
Κι η Τιτανίδα αντίπερα βγαίνοντας μόλις τώρα,
55 η μισοφέγγαρη θεά, βλέποντας λυσσασμένην
την νέαν, εκακοχάρηκε κι αυτά ειπε στο μυαλό της.
«Λοιπόν δεν τρέχω μόνο εγώ για τη σπηλιά του Λάτμου,
απ᾽ του γλυκού Ενδυμίωνα τα κάλλη τρελαμένη.
Γιατί συχνά απ᾽ τα δολερά τα μάγια σου σπρωγμένη
60 θυμόμουν την αγάπη μου, κι έτρεχα, για να κάνεις
ήσυχη εσύ τα μάγια σου στη σκοτεινή τη νύχτα,
τα μάγια, πού ειναι αγαπητή σε σένανε εργασία.
Μα τώρα νά που σ᾽ όμοιο κακό και σύ εχεις πέσει.
Και σου ᾽δωσε ο βασανιστής θεός νά ειναι για σένα
κακό μεγάλο ο Ιάσονας. Μα, δύναμη και τράβα,
65 αν κι είσαι και σοφή, βαρύ πόνο για να σηκώσεις.»