Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.99-4.182)


ὣς ηὔδα, καὶ χεῖρα παρασχεδὸν ἤραρε χειρί
100δεξιτερήν. ἣ δέ σφιν ἐς ἱερὸν ἄλσος ἀνώγει
νῆα θοὴν ἐλάαν αὐτοσχεδόν, ὄφρ᾽ ἔτι νύκτωρ
κῶας ἑλόντες ἄγοιντο παρὲκ νόον Αἰήταο.
ἔνθ᾽ ἔπος ἠδὲ καὶ ἔργον ὁμοῦ πέλεν ἐσσυμένοισιν.
εἰς γάρ μιν βήσαντες, ἀπὸ χθονὸς αὐτίκ᾽ ἔωσαν
105νῆα· πολὺς δ᾽ ὀρυμαγδὸς ἐπειγομένων ἐλάτῃσιν
ἦεν ἀριστήων· ἣ δ᾽ ἔμπαλιν ἀίσσουσα
γαίῃ χεῖρας ἔτεινεν ἀμήχανος. αὐτὰρ Ἰήσων
θάρσυνέν τ᾽ ἐπέεσσι, καὶ ἴσχανεν ἀσχαλόωσαν.
ἦμος δ᾽ ἀνέρες ὕπνον ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν ἐβάλοντο
110ἀγρόται, οἵ τε κύνεσσι πεποιθότες οὔ ποτε νύκτα
ἄγχαυρον κνώσσουσιν, ἀλευάμενοι φάος ἠοῦς,
μὴ πρὶν ἀμαλδύνῃ θηρῶν στίβον ἠδὲ καὶ ὀδμήν
θηρείην λευκῇσιν ἐνισκίμψασα βολῇσιν·
τῆμος ἄρ᾽ Αἰσονίδης κούρη τ᾽ ἀπὸ νηὸς ἔβησαν
115ποιήεντ᾽ ἀνὰ χῶρον, ἵνα Κριοῦ καλέονται
εὐναί, ὅθι πρῶτον κεκμηότα γούνατ᾽ ἔκαμψεν
νώτοισιν φορέων Μινυήιον υἷ᾽ Ἀθάμαντος.
ἐγγύθι δ᾽ αἰθαλόεντα πέλεν βωμοῖο θέμεθλα,
ὅν ῥά ποτ᾽ Αἰολίδης Διὶ Φυξίῳ εἵσατο Φρίξος,
120ῥέζων κεῖνο τέρας παγχρύσεον, ὥς οἱ ἔειπεν
Ἑρμείας πρόφρων ξυμβλήμενος. ἔνθ᾽ ἄρα τούσγε
Ἄργου φραδμοσύνῃσιν ἀριστῆες μεθέηκαν.
τὼ δὲ δι᾽ ἀτραπιτοῖο μεθ᾽ ἱερὸν ἄλσος ἵκοντο,
φηγὸν ἀπειρεσίην διζημένω, ᾗ ἔπι κῶας
125βέβλητο, νεφέλῃ ἐναλίγκιον, ἥ τ᾽ ἀνιόντος
ἠελίου φλογερῇσιν ἐρεύθεται ἀκτίνεσσιν.
αὐτὰρ ὃ ἀντικρὺ περιμήκεα τείνετο δειρήν
ὀξὺς ἀύπνοισι προϊδὼν ὄφις ὀφθαλμοῖσιν
νισσομένους, ῥοίζει δὲ πελώριον· ἀμφὶ δὲ μακραί
130ἠιόνες ποταμοῖο καὶ ἄσπετον ἴαχεν ἄλσος.
ἔκλυον οἳ καὶ πολλὸν ἑκὰς Τιτηνίδος Αἴης
Κολχίδα γῆν ἐνέμοντο παρὰ προχοῇσι Λύκοιο,
ὅς τ᾽ ἀποκιδνάμενος ποταμοῦ κελάδοντος Ἀράξεω
Φάσιδι συμφέρεται ἱερὸν ῥόον· οἳ δὲ συνάμφω
135Καυκασίην ἅλαδ᾽ εἰς ἓν ἐλαυνόμενοι προχέουσιν.
δείματι δ᾽ ἐξέγροντο λεχωίδες, ἀμφὶ δὲ παισίν
νηπιάχοις, οἵ τέ σφιν ὑπ᾽ ἀγκαλίδεσσιν ἴαυον,
ῥοίζῳ παλλομένοις χεῖρας βάλον ἀσχαλόωσαι.
ὡς δ᾽ ὅτε τυφομένης ὕλης ὕπερ αἰθαλόεσσαι
140καπνοῖο στροφάλιγγες ἀπείριτοι εἱλίσσονται,
ἄλλη δ᾽ αἶψ᾽ ἑτέρῃ ἐπιτέλλεται αἰὲν ἐπιπρό
νειόθεν εἰλίγγοισιν ἐπήορος ἐξανιοῦσα·
ὣς τότε κεῖνο πέλωρον ἀπειρεσίας ἐλέλιξεν
ῥυμβόνας ἀζαλέῃσιν ἐπηρεφέας φολίδεσσιν.
145τοῖο δ᾽ ἑλισσομένοιο κατ᾽ ὄμματα νίσσετο κούρη,
Ὕπνον ἀοσσητῆρα, θεῶν ὕπατον, καλέουσα
ἡδείῃ ἐνοπῇ, θέλξαι τέρας· αὖε δ᾽ ἄνασσαν
νυκτιπόλον, χθονίην, εὐαντέα δοῦναι ἐφορμήν.
εἵπετο δ᾽ Αἰσονίδης πεφοβημένος. αὐτὰρ ὅγ᾽ ἤδη
150οἴμῃ θελγόμενος δολιχὴν ἀνελύετ᾽ ἄκανθαν
γηγενέος σπείρης, μήκυνε δὲ μυρία κύκλα,
οἷον ὅτε βληχροῖσι κυλινδόμενον πελάγεσσιν
κῦμα μέλαν κωφόν τε καὶ ἄβρομον· ἀλλὰ καὶ ἔμπης
ὑψοῦ σμερδαλέην κεφαλὴν μενέαινεν ἀείρας
155ἀμφοτέρους ὀλοῇσι περιπτύξαι γενύεσσιν.
ἣ δέ μιν ἀρκεύθοιο νέον τετμηότι θαλλῷ
βάπτουσ᾽ ἐκ κυκεῶνος ἀκήρατα φάρμακ᾽ ἀοιδαῖς,
ῥαῖνε κατ᾽ ὀφθαλμῶν· περί τ᾽ ἀμφί τε νήριτος ὀδμή
φαρμάκου ὕπνον ἔβαλλε· γένυν δ᾽ αὐτῇ ἐνὶ χώρῃ
160θῆκεν ἐρεισάμενος· τὰ δ᾽ ἀπείρονα πολλὸν ὀπίσσω
κύκλα πολυπρέμνοιο διὲξ ὕλης τετάνυστο.
ἔνθα δ᾽ ὃ μὲν χρύσειον ἀπὸ δρυὸς αἴνυτο κῶας,
κούρης κεκλομένης· ἣ δ᾽ ἔμπεδον ἑστηυῖα
φαρμάκῳ ἔψηχεν θηρὸς κάρη, εἰσόκε δή μιν
165αὐτὸς ἑὴν ἐπὶ νῆα παλιντροπάασθαι Ἰήσων
ἤνωγεν, λεῖπεν δὲ πολύσκιον ἄλσος Ἄρηος.
ὡς δὲ σεληναίην διχομήνιδα παρθένος αἴγλην
ὑψόθεν ἐξανέχουσαν ὑπωροφίου θαλάμοιο
λεπταλέῳ ἑανῷ ὑποΐσχεται· ἐν δέ οἱ ἦτορ
170χαίρει δερκομένης καλὸν σέλας· ὣς τότ᾽ Ἰήσων
γηθόσυνος μέγα κῶας ἑαῖς ἐναείρετο χερσίν·
καί οἱ ἐπὶ ξανθῇσι παρηίσιν ἠδὲ μετώπῳ
μαρμαρυγῇ ληνέων φλογὶ εἴκελον ἷζεν ἔρευθος.
ὅσση δὲ ῥινὸς βοὸς ἤνιος ἢ ἐλάφοιο
175γίγνεται, ἥν τ᾽ ἀγρῶσται ἀχαιινέην καλέουσιν,
τοσσατίην πάντῃ χρύσεον ἐφύπερθεν ἄωτον
βεβρίθει λήνεσσιν ἐπηρεφές· ἤλιθα δὲ χθών
αἰὲν ὑποπρὸ ποδῶν ἀμαρύσσετο νισσομένοιο.
ἤιε δ᾽ ἄλλοτε μὲν λαιῷ ἐπιειμένος ὤμῳ
180αὐχένος ἐξ ὑπάτοιο ποδηνεκές, ἄλλοτε δ᾽ αὖτε
εἴλει ἀφασσόμενος· περὶ γὰρ δίεν, ὄφρα ἓ μή τις
ἀνδρῶν ἠὲ θεῶν νοσφίσσεται ἀντιβολήσας.


Ο Ιάσων απάγει το δέρμα.

Και τότε αμέσως βιαστικοί έργο το λόγο εκάναν.
Τη Μήδεια μέσα βάλανε και σπρώξαν το καράβι
105 πίσω απ᾽ τη γη· κι απ᾽ τα κουπιά των βιαστικών ηρώων
βρόντος πολύς γινότανε· κι εκείνη ορμώντας πίσω
τα χέρια της αμήχανη προς την στεριάν απλώνει.
Μα ο Ιάσονας τη θάρραινε να μη στενοχωριέται.
Κι όταν ανθρώποι κυνηγοί διώχνουν από τα μάτια
110 τον ύπνο, και πιστεύοντας στους σκύλους, δεν κοιμούνται
ποτέ τα ξημερώματα, φως της αυγής μην πιάσει,
μήπως και σβήσει την οσμή και των θεριών τ᾽ αχνάρια
με τις λαμπρές αχτίνες της στη γη πέφτοντας πάνω·
τότε κόρη κι Ιάσονας βγήκαν απ᾽ το καράβι
115 στο μέρος το χορταριαστό, που Κριαριού Κρεβάτι
το λένε, και που λύγισε το γόνα κουρασμένο,
σαν έφερνε του Αθάμαντα το γιο στην πλάτη απάνω.
Εκεί σιμά ηταν του βωμού θεμέλιο καπνισμένο,
που ᾽φιαξε ο Φρίξος κάποτε, θυσιάζοντας στο Δία
120 το Φύξιο, τ᾽ ολόχρυσο εκείνο ζώο, ως τού ειπε
συναπαντώντας τον ο Ερμής σαν φίλος. Κει δα πέρα
τους έβγαλαν οι ήρωες με συμβουλές του Άργου.
Κι οι δυο τους από ένα στρατί φτάσανε στ᾽ άγιο τ᾽ άλσος,
ζητώντας τη θεόψηλη φηγό, πού ηταν απάνω
125 το δέρμα όμοιο με σύννεφο, που όταν ο ήλιος βγαίνει
γίνεται από τις φλογερές αχτίνες κόκκινο όλο.
Κι απ᾽ αντικρύ του το μακρύ λαιμό τέντωνε ο άγριος
δράκος βλέποντας να ᾽ρχονται από μακριά, με μάτια
άγρυπνα, κι άγρια σφύριζε· κι οι μακριές όχτες γύρω
130 του ποταμού και το τρανό το δάσος αντηχούσε.
Κι ακούσαν κείνη τη βουή κι όσοι μακριά απ᾽ την Αία
την Τιτανίδα εζούσανε στων Κόλχων μες στη χώρα,
εκεί σιμά στις εκβολές του ποταμού του Λύκου,
π᾽ όταν μακριά απ᾽ τον βροντερόν Αράξη αποτραβιέται
στο Φάση μέσα τ᾽ άγια του νερά χύνει· κι οι δυο τους
135 στη θάλασσα του Καύκασου μαζί τραβώντας πέφτουν.
Κι απ᾽ το μεγάλο φόβο τους λεχώνες πεταχτήκαν,
κι απ᾽ τα μωρά των τα παιδιά, πού ειχαν στην αγκαλιά των
και τρομαγμένα απ᾽ το φριχτό το σφύριγμα ξυπνήσαν,
με στενοχώρια απλώσανε απάνω τους τα χέρια.
Κι ως όταν δάση καίγουνται, ψηλά καπνού κουλούρες
140 αμέτρητες στριφογυρνούν καπνοσκοτεινιασμένες,
κι η μια στην άλλη ξεπηδά γοργά πάντα μπροστά της
κάτωθε με γυρίσματα και απάνω πάει πηδώντας·
έτσι κι εκείνο το θεριό άμετρες ξετυλίγει
κουλούρες με κατάξερα λέπια κουκουλωμένες.
145 Κι ενώ ξετυλιγότανε, μπρος του τραβούσε η κόρη
τον ύπνο σύμμαχο, των θεών ανώτερο, καλώντας
με γλυκά λόγια, το θεριό εκείνο να κοιμίσει.
Κι εκάλαε τη βασίλισσα τη νυχτοπερπατούσα,
την χθόνια, ευνοϊκήν επίθεση να δώσει·
κι ακολουθούσε ο Ιάσονας γεμάτος φόβο. Τότε
150 από τα λόγια ο δράκοντας ξάπλωσε μαγεμένος
τ᾽ αγκάθια της κουλούρας του, πού ητανε γεννημένη
από τη γη, και μάκρυνε τους άμετρούς του κύκλους,
καθώς κυλιέται στα θολά τα πέλαγα το μαύρο
κύμα κουφό κι αβρόντηχτο· μα κι έτσι το κεφάλι
το φοβερό σηκώνοντας ψηλά τούς καρτερούσε
155 μέσα στα ολέθρια και τους δυο σαγόνια ν᾽ αγκαλιάσει.
Κι η κόρη νιόκοπο κλαδί βουτώντας απ᾽ αρδήτσι
μέσα σε μείγμα από κακό βοτάνι με μαγείες,
τον ράντιζε στα μάτια του, κι ολόγυρα η μεγάλη
η μυρουδιά του βοτανιού ύπνο του φέρνει· γέρνει,
160 και τη μουσούδα του ακουμπά κει δα· κι άμετροι πίσω
μακριά πολύ ξαπλώθηκαν οι κύκλοι του στο δάσος.
Εκείνος τότε το χρυσό δέρμα απ᾽ το δέντρο παίρνει
στης κόρης τη διαταγή· κι εκεί στέκοντας κείνη
άλειφε με το βότανο την κεφαλή του δράκου,
165 ωσότου πλάι ο Ιάσονας της είπε στο καράβι
να ᾽ρθει· και το πολύσκιο τ᾽ άλσος αφήσαν τ᾽ Άρη.
Κι όπως τη λάμψη φεγγαριού ολόγιομου, παρθένα
στο σκεπαστό της θάλαμο από ψηλά σαν μπαίνει,
την περιμένει στο λεπτό πέπλο της τυλιγμένη·
170 και χαίρεται η καρδούλα της, το λαμπρό φως σαν βλέπει·
έτσι τότε ο Ιάσονας χαρούμενος το μέγα
δέρμα μέσα στα χέρια του σήκωσε· και φεγγίζει
και στα ξανθά του μάγουλα κι όλο το μέτωπό του
από τη λάμψη του μαλλιού σαν φλόγα κοκκινάδα.
Κι όσο χρονιάρικου βοδιού το δέρμα είναι μεγάλο
175 ή τ᾽ αλαφιού, που οι κυνηγοί Αχαιινό το λένε,
τόσο παντούθε απάνω του απ᾽ το χρυσό μαλλί του
ήταν γεμάτο σκεπαστά, κι η γη πάντα αποκάτω
έλαμπε από τα πόδια του καθώς επερπατούσε·
κι άλλοτε στον αριστερό τον ώμο το φορούσε
180 από του σβέρκου την αρχή ως με τα πόδια κάτω,
κι άλλοτε ψαχουλεύοντας το μάζευε· γιατ᾽ είχε
φόβο μην άνθρωπος ή θεός τον δει και του το πάρει.