Ο Ιάσων απάγει το δέρμα.
Και τότε αμέσως βιαστικοί έργο το λόγο εκάναν.
Τη Μήδεια μέσα βάλανε και σπρώξαν το καράβι
105 πίσω απ᾽ τη γη· κι απ᾽ τα κουπιά των βιαστικών ηρώων
βρόντος πολύς γινότανε· κι εκείνη ορμώντας πίσω
τα χέρια της αμήχανη προς την στεριάν απλώνει.
Μα ο Ιάσονας τη θάρραινε να μη στενοχωριέται.
Κι όταν ανθρώποι κυνηγοί διώχνουν από τα μάτια
110 τον ύπνο, και πιστεύοντας στους σκύλους, δεν κοιμούνται
ποτέ τα ξημερώματα, φως της αυγής μην πιάσει,
μήπως και σβήσει την οσμή και των θεριών τ᾽ αχνάρια
με τις λαμπρές αχτίνες της στη γη πέφτοντας πάνω·
τότε κόρη κι Ιάσονας βγήκαν απ᾽ το καράβι
115 στο μέρος το χορταριαστό, που Κριαριού Κρεβάτι
το λένε, και που λύγισε το γόνα κουρασμένο,
σαν έφερνε του Αθάμαντα το γιο στην πλάτη απάνω.
Εκεί σιμά ηταν του βωμού θεμέλιο καπνισμένο,
που ᾽φιαξε ο Φρίξος κάποτε, θυσιάζοντας στο Δία
120 το Φύξιο, τ᾽ ολόχρυσο εκείνο ζώο, ως τού ειπε
συναπαντώντας τον ο Ερμής σαν φίλος. Κει δα πέρα
τους έβγαλαν οι ήρωες με συμβουλές του Άργου.
Κι οι δυο τους από ένα στρατί φτάσανε στ᾽ άγιο τ᾽ άλσος,
ζητώντας τη θεόψηλη φηγό, πού ηταν απάνω
125 το δέρμα όμοιο με σύννεφο, που όταν ο ήλιος βγαίνει
γίνεται από τις φλογερές αχτίνες κόκκινο όλο.
Κι απ᾽ αντικρύ του το μακρύ λαιμό τέντωνε ο άγριος
δράκος βλέποντας να ᾽ρχονται από μακριά, με μάτια
άγρυπνα, κι άγρια σφύριζε· κι οι μακριές όχτες γύρω
130 του ποταμού και το τρανό το δάσος αντηχούσε.
Κι ακούσαν κείνη τη βουή κι όσοι μακριά απ᾽ την Αία
την Τιτανίδα εζούσανε στων Κόλχων μες στη χώρα,
εκεί σιμά στις εκβολές του ποταμού του Λύκου,
π᾽ όταν μακριά απ᾽ τον βροντερόν Αράξη αποτραβιέται
στο Φάση μέσα τ᾽ άγια του νερά χύνει· κι οι δυο τους
135 στη θάλασσα του Καύκασου μαζί τραβώντας πέφτουν.
Κι απ᾽ το μεγάλο φόβο τους λεχώνες πεταχτήκαν,
κι απ᾽ τα μωρά των τα παιδιά, πού ειχαν στην αγκαλιά των
και τρομαγμένα απ᾽ το φριχτό το σφύριγμα ξυπνήσαν,
με στενοχώρια απλώσανε απάνω τους τα χέρια.
Κι ως όταν δάση καίγουνται, ψηλά καπνού κουλούρες
140 αμέτρητες στριφογυρνούν καπνοσκοτεινιασμένες,
κι η μια στην άλλη ξεπηδά γοργά πάντα μπροστά της
κάτωθε με γυρίσματα και απάνω πάει πηδώντας·
έτσι κι εκείνο το θεριό άμετρες ξετυλίγει
κουλούρες με κατάξερα λέπια κουκουλωμένες.
145 Κι ενώ ξετυλιγότανε, μπρος του τραβούσε η κόρη
τον ύπνο σύμμαχο, των θεών ανώτερο, καλώντας
με γλυκά λόγια, το θεριό εκείνο να κοιμίσει.
Κι εκάλαε τη βασίλισσα τη νυχτοπερπατούσα,
την χθόνια, ευνοϊκήν επίθεση να δώσει·
κι ακολουθούσε ο Ιάσονας γεμάτος φόβο. Τότε
150 από τα λόγια ο δράκοντας ξάπλωσε μαγεμένος
τ᾽ αγκάθια της κουλούρας του, πού ητανε γεννημένη
από τη γη, και μάκρυνε τους άμετρούς του κύκλους,
καθώς κυλιέται στα θολά τα πέλαγα το μαύρο
κύμα κουφό κι αβρόντηχτο· μα κι έτσι το κεφάλι
το φοβερό σηκώνοντας ψηλά τούς καρτερούσε
155 μέσα στα ολέθρια και τους δυο σαγόνια ν᾽ αγκαλιάσει.
Κι η κόρη νιόκοπο κλαδί βουτώντας απ᾽ αρδήτσι
μέσα σε μείγμα από κακό βοτάνι με μαγείες,
τον ράντιζε στα μάτια του, κι ολόγυρα η μεγάλη
η μυρουδιά του βοτανιού ύπνο του φέρνει· γέρνει,
160 και τη μουσούδα του ακουμπά κει δα· κι άμετροι πίσω
μακριά πολύ ξαπλώθηκαν οι κύκλοι του στο δάσος.
Εκείνος τότε το χρυσό δέρμα απ᾽ το δέντρο παίρνει
στης κόρης τη διαταγή· κι εκεί στέκοντας κείνη
άλειφε με το βότανο την κεφαλή του δράκου,
165 ωσότου πλάι ο Ιάσονας της είπε στο καράβι
να ᾽ρθει· και το πολύσκιο τ᾽ άλσος αφήσαν τ᾽ Άρη.
Κι όπως τη λάμψη φεγγαριού ολόγιομου, παρθένα
στο σκεπαστό της θάλαμο από ψηλά σαν μπαίνει,
την περιμένει στο λεπτό πέπλο της τυλιγμένη·
170 και χαίρεται η καρδούλα της, το λαμπρό φως σαν βλέπει·
έτσι τότε ο Ιάσονας χαρούμενος το μέγα
δέρμα μέσα στα χέρια του σήκωσε· και φεγγίζει
και στα ξανθά του μάγουλα κι όλο το μέτωπό του
από τη λάμψη του μαλλιού σαν φλόγα κοκκινάδα.
Κι όσο χρονιάρικου βοδιού το δέρμα είναι μεγάλο
175 ή τ᾽ αλαφιού, που οι κυνηγοί Αχαιινό το λένε,
τόσο παντούθε απάνω του απ᾽ το χρυσό μαλλί του
ήταν γεμάτο σκεπαστά, κι η γη πάντα αποκάτω
έλαμπε από τα πόδια του καθώς επερπατούσε·
κι άλλοτε στον αριστερό τον ώμο το φορούσε
180 από του σβέρκου την αρχή ως με τα πόδια κάτω,
κι άλλοτε ψαχουλεύοντας το μάζευε· γιατ᾽ είχε
φόβο μην άνθρωπος ή θεός τον δει και του το πάρει.
|