Ίδρυσις βωμού Επακτίου Απόλλωνος και μαντεία Ίδμονος.
Ύστερα πάλι στο γιαλό κοντά μαζεύαν πέτρες
και χτίζανε τ᾽ Απόλλωνα βωμό μες στ᾽ ακρογιάλι
και τον ελέγαν Άκτιο κι Εμβάσιο· κι αμέσως
405 με κούτσουρα ξερής ελιάς τον στρώσαν από πάνω.
Κι απ᾽ το κοπάδι εφτάσανε φέρνοντας οι βουκόλοι
του Αισονίδη βόδια δυο· και τα τραβήξαν τότε
οι νιότεροι απ᾽ τους σύντροφους προς το βωμό· κατόπι
έφεραν χερονίψιμο, κριθάρια· κι ο Ιάσων
410 στον πατρικό του Απόλλωνα εφώναξε κι ευχήθη.
«Άκου με Συ, που κατοικείς στις Παγασές την πόλη,
κι αυτήνε που ᾽χει του γονιού τ᾽ όνομα του δικού μου,
την Αισονίδα, βασιλιά, Συ, που σε μέ υποσχέθης,
σαν μαντευόμουν στην Πυθώ, επιτυχιά, και τέλος
του δρόμου πως θα μου ᾽δειχνες. Γιατ᾽ ήσουν Συ η αιτία.
415 Το πλοίο τώρα οδήγα Εσύ, μ᾽ άβλαφτους τους συντρόφους
κι εκεί να πάει κι εδώ να ᾽ρθει· κι όσοι θα ᾽ρθούμε πίσω,
τόσα λαμπρά σφαχτά βοδιών απάνω στο βωμό Σου
θα βάλουμε· και στην Πυθώ πάλι άλλα θενα στείλω·
κι άλλα θα στείλω αμέτρητα στην Ορτυγία δώρα.
420 Και τώρα έλα, Μακρόβολε, κι αυτή μας τη θυσία
δέξου, που Σου προσφέρουμε ναύλα του πλοίου ετούτου
πρώτα· κι ας λύσω, βασιλιά, με μοίρα δίχως βλάβη
απ᾽ τη βουλή Σου τα σκοινιά, κι άνεμος ας φυσήξει
γλυκός, που με καλόν καιρό τον πόντο να περνάμε.»
425 Έτσ᾽ είπε και με την ευχή ρίχνει κριθές· κι αμέσως
σηκώθηκαν ο Ηρακλής κι ο δυνατός Αγκαίος.
Κι ο πρώτος με το ρόπαλο χτυπά μες στο κεφάλι
στο μέτωπο και πέφτει αυτό, και καταγής σωριάστη·
κι ο Αγκαίος τ᾽ άλλο στον πλατύ το σβέρκο το χτυπάει
430 μ᾽ ένα πελέκι χάλκινο και του ᾽κοψε τα νεύρα
τα δυνατά· και με τα δυο κέρα γκρεμίστη κάτω·
κι οι σύντροφοί των τα ᾽σφαξαν γοργά, γδάραν το δέρμα,
τα κόψανε, τα λιάνισαν και τα μεριά χωρίσαν,
κι όλα μαζί σαν τα ᾽κρυψαν γύρω με παχιά μπόλια,
435 σε σκίζες τα ᾽καιγαν· λοιβές έχυνε ο Αισονίδης
δίχως νερό· κι ο Ίδμονας χαιρότανε θωρώντας
απ᾽ την θυσία τον καπνό, και φλόγες απ᾽ αυτήνε
με πορφυρά γυρίσματα καλές να ξεπηδούνε,
κι ευτύς τη σκέψη φανερά του Λητοΐδη λέει.
440 «Για σας είν᾽ μοίρα των θεών κι ανάγκη να γυρίστε
εδώ το δέρμα φέρνοντας· μα αμέτρητοι στη μέση,
κι εκεί κι εδώ σαν θα ᾽ρχεστε, σας περιμένουν κόποι.
Μα εμένα μοίρα θλιβερή, θεϊκιά για να πεθάνω
μου γράφει κάπου μακριά, κει κάτω στην Ασία.
445 Έτσι από πριν κι αν γνώριζα, από κακές μαντείες,
το τέλος μου, όμως έφυγα απ᾽ την πατρίδα, νά ᾽μπω
στο πλοίο, όνομα καλό στο σπίτι μου ν᾽ αφήσω.»
Έτσ᾽ είπε· και σαν άκουσαν οι νιοι το μάντεμά του,
χαρήκαν για το γυρισμό, μα την καρδιά των λύπη
την έπιασε, για την κακή τού Ίδμονα τη μοίρα.
|