Οι Αργοναύται πλέουν προς τον Ίστρον.
Κι οι ήρωες, σαν άνεμος από βουλή της Ήρας
γοργά φύσηξε, για να πάει στη γη την Πελασγίδα
γοργά για τον Πελία κακό η Μήδεια η Αιαία,
την τρίτη αυγή, του καραβιού δέσανε τις πρυμάτσες
245 στων Παφλαγόνων τις αχτές, σιμά στον ποταμό Άλυ.
Γιατί τους είπε η Μήδεια να βγουν και με θυσίες
τη θεά Εκάτη να τιμούν. Κι όσα εκειδά η κόρη
έκανεν ετοιμάζοντας θυσίαν, ας μην τα ξέρει
κανένας, μα μήτε κι εγώ ας μην τα τραγουδήσω.
250 Φοβάμαι να τα πω· μα εκεί ακόμα ειναι από τότε
βωμός της θεάς, που στην αχτήν οι ήρωες εκάναν,
οι άνθρωποι οι κατοπινοί από μακριά να βλέπουν.
Κι ο Ιάσονας θυμήθηκε κι οι ήρωες οι άλλοι
για το Φινέα, πού ειχε πει άλλον να πάρουν δρόμο
255 από την Αία στρέφοντας· μ᾽ άγνωστος ήταν σ᾽ όλους.
Κι ο Άργος μίλησε σ᾽ αυτούς, που πρόθυμα ακούγαν.
«Εμείς για τον Ορχομενό πηγαίναμε απ᾽ το δρόμο
που και σε σας όρισε αυτός ο αλάθευτος ο μάντης,
που πριν συναπαντήσατε. Γιατ᾽ είναι κι άλλος δρόμος
για κει, που των αθανάτων οι ιερείς τον ξέρουν,
αυτοί, που βγήκαν από τη Θήβα την Τριτωνίδα.
260 Τότε δεν είχανε πλασθεί ακόμη όλα τ᾽ άστρα,
όσα γυρνούν στον ουρανό, μήτε και τ᾽ άγιο γένος
των Δαναών είχε πλασθεί ν᾽ ακούσουν και να ξέρουν.
Οι Αρκάδες οι Απιδανοί ήταν μόνο, οι Αρκάδες,
που λεν πως έζησαν στη γη πριν γίνει το φεγγάρι
265 και τρώγαν πάνω στα βουνά βαλάνια. Κι ούτε ακόμα
η χώρα η Πελασγική από τους Δευκαλίδες
διοικότανε τους ένδοξους. Τότε που Ηερία
πολύσταχη λεγότανε η Αίγυπτος, η μάνα
των πρωτογέννητων αντρών. Και Τρίτωνας ποτάμι
πλατύρευτο, που ολάκερη βρέχει την Ηερία·
270 γιατί βροχή τη χώρα αυτή ποτέ δεν τηνε βρέχει,
και στάχυα άμετρα βγάζουνε στις εκβολές οι τόποι.
Κάποιος λοιπόν κάποτε λεν, από τη χώρα ετούτη
Ασία κι Ευρώπη εγύρισεν ολόκληρη, θαρρώντας
στη δύναμη και στην αντρειάν αυτώνε που διοικούσε·
275 κι άμετρες πόλεις πέρασε γυρνώντας, που ή ακόμα
υπάρχουν ή και χάθηκαν· τι παν άμετρα χρόνια.
Μα υπάρχει ακόμα απείραχτη η Αία και τ᾽ αγγόνια
αυτών, που εκείνος άφησε να κατοικούν την Αία,
και που φυλάνε των γονιών αυτών γραμμένες στήλες,
280 που μέσα οι δρόμοι γράφονται κι οι άκριες του κόσμου,
κάθε στεριάς και θάλασσας, που βρίσκονται τριγύρω.
Κι υπάρχει κάποιος ποταμός, το πιο μεγάλο κέρα
του Ωκεανού, πλατύς, βαθύς και πλοίο να περάσει.
Τον ξέρουν αν κι είναι μακριά και τον καλούνε Ίστρο.
285 Αυτός ένα διάστημα την άμετρη γη σκίζει
ένας μονάχος· κι οι πηγές πέρα απ᾽ τα βόρεια μέρη
μες στα Ριπαία τα βουνά μακριά βροντολογάνε.
Μα σαν φτάσει τα σύνορα της Θράκης και Σκυθίας,
εκεί χωρίζεται στα δυο και το ᾽να ρέμα χύνει
290 μες στην Ιόνια θάλασσα, προς το δικό μας μέρος·
και τ᾽ άλλο πίσω στο βαθύ τον κόλπον, όπου εξέχει
απ᾽ την Τρινάκρια θάλασσα, που εκεί κοντά ειν᾽ στη χώρα
την εδική σας, αν σωστά εκεί βγαίνει ο Αχελώος.»
Έτσ᾽ είπε ο Άργος· κι η θεά τούς έστειλε σημάδι
295 ευνοϊκό, που φώναξαν όλοι μαζί, σαν τό ειδαν,
το δρόμο αυτό να πάρουνε· γιατί μπρος τους αυλάκι
φάνηκε ουράνιου αστεριού, πούθ᾽ έπρεπε να πάνε.
Χαρούμενοι άφησαν δωδά τότε το γιο του Λύκου
και μ᾽ ανοιγμένα τα πανιά στο πέλαο ταξιδεύαν,
300 των Παφλαγόνων τα βουνά κοιτώντας· και δε στρέψαν
την Κάραμβη, γιατί η πνοή του ανέμου και το ουράνιο
φως κράτειε ωσόπου εφτάσανε το μέγα του Ίστρου ρέμα.
|