Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.303-4.349)


Κόλχοι δ᾽ αὖτ᾽ ἄλλοι μέν, ἐτώσια μαστεύοντες,
Κυανέας Πόντοιο διὲκ πέτρας ἐπέρησαν·
305ἄλλοι δ᾽ αὖ ποταμὸν μετεκίαθον, οἷσιν ἄνασσεν
Ἄψυρτος, Καλὸν δὲ διὰ στόμα πεῖρε λιασθείς.
τὼ καὶ ὑπέφθη τούσγε βαλὼν ὕπερ αὐχένα γαίης
κόλπον ἔσω πόντοιο πανέσχατον Ἰονίοιο.
Ἴστρῳ γάρ τις νῆσος ἐέργεται οὔνομα Πεύκη,
310τριγλώχιν, εὖρος μὲν ἐς αἰγιαλοὺς ἀνέχουσα,
στεινὸν δ᾽ αὖτ᾽ ἀγκῶνα ποτὶ ῥόον· ἀμφὶ δὲ δοιαί
σχίζονται προχοαί. τὴν μὲν καλέουσι Νάρηκος·
τὴν δ᾽ ὑπὸ τῇ νεάτῃ, Καλὸν στόμα. τῇ δὲ διαπρό
Ἄψυρτος Κόλχοι τε θοώτερον ὡρμήθησαν·
315οἳ δ᾽ ὑψοῦ νήσοιο κατ᾽ ἀκροτάτης ἐνέοντο
τηλόθεν. εἱαμενῇσι δ᾽ ἐν ἄσπετα πώεα λεῖπον
ποιμένες ἄγραυλοι νηῶν φόβῳ, οἷά τε θῆρας
ὀσσόμενοι πόντου μεγακήτεος ἐξανιόντας.
οὐ γάρ πω ἁλίας γε πάρος ποθὶ νῆας ἴδοντο,
320οὔτ᾽ οὖν Θρήιξιν μιγάδες Σκύθαι, οὐδὲ Σίγυννοι,
οὔτ᾽ οὖν Γραυκένιοι, οὔθ᾽ οἱ περὶ Λαύριον ἤδη
Σινδοὶ ἐρημαῖον πεδίον μέγα ναιετάοντες.
αὐτὰρ ἐπεί τ᾽ Ἄγγουρον ὄρος καὶ ἄπωθεν ἐόντα
Ἀγγούρου ὄρεος σκόπελον παρὰ Καυλιακοῖο,
325ᾧ πέρι δὴ σχίζων Ἴστρος ῥόον ἔνθα καὶ ἔνθα
βάλλει ἁλός, πεδίον τε τὸ Λαύριον ἠμείψαντο,
δή ῥα τότε Κρονίην Κόλχοι ἅλαδ᾽ ἐκπρομολόντες
πάντῃ, μή σφε λάθοιεν, ὑπετμήξαντο κελεύθους.
οἳ δ᾽ ὄπιθεν ποταμοῖο κατήλυθον, ἐκ δ᾽ ἐπέρησαν
330δοιὰς Ἀρτέμιδος Βρυγηίδας ἀγχόθι νήσους.
τῶν δ᾽ ἤτοι ἑτέρῃ μὲν ἐν ἱερὸν ἔσκεν ἔδεθλον·
ἐν δ᾽ ἑτέρῃ, πληθὺν πεφυλαγμένοι Ἀψύρτοιο,
βαῖνον· ἐπεὶ κείνας πολέων λίπον ἔνδοθι νήσους
αὔτως, ἁζόμενοι κούρην Διός· αἱ δὲ δὴ ἄλλαι
335στεινόμεναι Κόλχοισι πόρους εἴρυντο θαλάσσης.
ὣς δὲ καὶ εἰς ἀκτὰς πληθὺν λίπεν ἀγχόθι νήσους
μέσφα Σαλαγγῶνος ποταμοῦ καὶ Νέστιδος αἴης.
ἔνθα κε λευγαλέῃ Μινύαι τότε δηιοτῆτι
παυρότεροι πλεόνεσσιν ὑπείκαθον· ἀλλὰ πάροιθεν
340συνθεσίην, μέγα νεῖκος ἀλευάμενοι, ἐτάμοντο,
κῶας μὲν χρύσειον, ἐπεί σφισιν αὐτὸς ὑπέστη
Αἰήτης, εἰ κεῖνοι ἀναπλήσειαν ἀέθλους,
ἔμπεδον εὐδικίῃ σφέας ἑξέμεν, εἴτε δόλοισιν,
εἴτε καὶ ἀμφαδίην αὔτως ἀέκοντος ἀπηύρων·
345αὐτὰρ Μήδειάν γε —τὸ γὰρ πέλεν ἀμφήριστον—
παρθέσθαι κούρῃ Λητωίδι νόσφιν ὁμίλου,
εἰσόκε τις δικάσῃσι θεμιστούχων βασιλήων,
εἴτε μιν εἰς πατρὸς χρειὼ δόμον αὖτις ἱκάνειν,
εἴτε μεθ᾽ Ἑλλάδα γαῖαν ἀριστήεσσιν ἕπεσθαι.


Οι Κόλχοι προφθάνουν τους Αργοναύτας κατά τας εκβολάς του Ίστρου.

Κι οι Κόλχοι, άλλοι άδικα εδώ κι εκεί ζητώντας
από του Πόντου επέρασαν έξω τους Μαύρους βράχους,
305 κι άλλοι πάλι στον ποταμό πηγαίναν, κι αρχηγός τους
ο Άψυρτος, και στρίβοντας περάσαν τ᾽ Ώριο Στόμα.
Κειδά θενα τους πρόφταιναν σε μια εξοχή της χώρας,
που βγαίνει καταντικρινή μες στον Ιόνιο κόλπο.
Γιατί στον Ίστρο κλείνεται ένα νησάκι, η Πεύκη,
310 τρίγωνο, προς τη θάλασσα πλατύ, προς το ποτάμι
στενόν αγκώνα ξεμυτά· και γύρω του το ρέμα
στα δυο σκίζεται· και λεν Νάρηκο το ᾽να μέρος·
και τ᾽ άλλο το λεν Όμορφο λιμάνι· κι από τούτο
ο Άψυρτος κι οι Κόλχοι του γοργά μέσα τραβήξαν.
315 Μα οι Αργοναύτες αψηλά απ᾽ του νησιού τις άκρες
αρμένιζαν από μακριά· κι αφήσαν στα λιβάδια
κοπάδια αμέτρητα οι βοσκοί από των πλοίων το φόβο,
βλέποντας απ᾽ το πέλαγος να βγαίνουν σαν θερία·
γιατί ποτέ μπροστύτερα δεν είχαν δει καράβια.
320 Γιατί σχέση δεν έχουνε οι Σκύθες με τους Θράκες,
ούτε οι Γραυκένιοι, οι Σίγυννοι, ούτε οι Σινδοί, που τώρα
γύρω στο Λαύριο κατοικούν τις έρημες πεδιάδες.
Κι όταν απ᾽ τ᾽ Άγγουρο βουνό προσπέρασαν οι Κόλχοι
κι από το Βράχο Καυλιακό μακριά απ᾽ τ᾽ Άγγουρο όρος
325 όπου στα δύο σκίζοντας τα ρέματά του ο Ίστρος,
εδώ κι εκεί στις θάλασσες τις δύο τα ξεχύνει,
και σαν από το Λαύριο περάσανε, πια τότε
στο Κρόνιο πέλαγος παντού ξεχύθηκαν οι Κόλχοι
μήπως και τους ξεφύγουνε· και κλείσανε τους δρόμους.
Κι οι Αργοναύτες πίσω τους το ρέμα κατεβαίναν
και πέρασαν τα δυο νησιά πού ητανε κει κοντά τους,
330 της Βρυγηίδας Άρτεμης. Στο ᾽να απ᾽ αυτά χτισμένος
ήταν ναός· στο δεύτερο πήγαν να φυλαχτούνε
από του Αψύρτου το στρατό· γιατί μονάχα εκείνα
αφήσαν από τα πολλά νησιά πού ητανε μέσα
αφύλαχτα από σεβασμό στου Δία την παρθένα.
335 Μα τ᾽ άλλα όλα στενόχωρα απ᾽ το λαό των Κόλχων
κλείνανε τα περάσματα του πέλαγου. Και πλήθος
αφήσαν άλλο στους γιαλούς προς τα νησιά και μέχρι
το Σαλαγγώνα ποταμό και τη Νεστίδα χώρα.
Και τότε μ᾽ άγριο χαμό θα πέφταν οι Μινύες,
οι λίγοι στους περσότερους· μα πρόφτασαν να κάνουν
340 συνθήκην αποφεύγοντας την πιο μεγάλη αμάχη.
Το χρυσό δέρμα αφού κι αυτός ο Αιήτης υποσχέθη,
αν κάνουνε το αγώνισμα, ευτύς να τους το δώσει,
να μένει δίκαια σ᾽ αυτούς, είτε και του το πήραν
με δόλον, είτε φανερά έτσι χωρίς να θέλει.
345 Μα για την κόρη Μήδεια, —κι εκεί δεν συμφωνούσαν—,
να την αφήσουν στης Λητώς την κόρη μακριά απ᾽ άλλους,
ώσπου κανένας βασιλιάς δίκια να τους δικάσει,
αν σπίτι στου πατέρα της πίσω να πάει πρέπει,
ή ν᾽ ακλουθά τους ήρωες στη χώρα της Ελλάδας.