Η Μήδεια συμβουλεύει τον φόνον του Αψύρτου.
350 Και τότε σαν το καθετί στο νου σκέφτηκε η κόρη
άπαυτες λύπες δυνατές ταράξαν την καρδιά της.
Κι ευτύς μακριά απ᾽ τους σύντροφους καλώντας μοναχό του
τον Ιάσονα τον έφερεν αλλού, κι άμα καθίσαν
μακριά πολύ, στεναχτερό μπροστά του τού ειπε λόγο.
355 «Του Αίσονα γιε, σαν ποιά βουλή σκεφτήκατε για μένα;
Γιά μήπως η καλοτυχιά σε λάθια σ᾽ έχει σπρώξει,
και ξέχασες τί μου᾽λεγες, σαν μού ειχες την ανάγκη;
Σαν πού ειναι τώρα οι όρκοι σου στο Δία τον Ικέσιο
και οι υποσχέσεις σου οι γλυκιές, σαν πού ειναι πηγαιμένες,
360 που μ᾽ έκαναν μ᾽ αδιάντροπη θέληση και μ᾽ απρέπεια
πατρίδα, δόξα του σπιτιού και τους γονιούς τους ίδιους
ν᾽ αφήσω, πού ητανε για με το πιο καλό· και μόνη
μακριά στο πέλαο να γυρνώ σαν θλιβερή αλκυόνα,
από τις έννοιες μου για σε, γερός να μου μπορέσεις
365 το αγώνισμα των γηγενών και των βοδιών να κάνεις;
Και τέλος το χρυσόδερμα, γι᾽ αυτό, που κι είχες έρθει
το πήρες εξαιτίας μου· κι έριξα στις γυναίκες
μαύρη ντροπή· και λέω γι᾽ αυτό κόρη σου και γυναίκα
κι ως αδερφή σ᾽ ακολουθώ στη χώρα της Ελλάδας.
370 Σ᾽ όλα πρόθυμος βόηθα με και μόνη μη μ᾽ αφήσεις
μακριά σου ακολουθώντας πια τους άλλους βασιλιάδες.
Μα κι έτσι τώρα σώσε με και σταθερός στο λόγο
να μείνεις και στο δίκαιο, που οι δυο έχουμε διαλέξει..
Γιά αλλιώς με το μαχαίρι σου στη μέση το λαιμό μου
375 θέρισ᾽ τον, μ᾽ ευχαρίστηση να λάβω αυτή που πρέπει
της αμυαλιάς μου πληρωμή. Ω! συμφορά μου, η δόλια,
αν με δικάσει στ᾽ αδερφού πάλι να πάω τα χέρια
ο βασιλιάς, π᾽ αφήσατε να κρίνει αυτή τη δίκη,
τη θλιβερή· πώς θενα ᾽ρθω μπρος στου γονιού τα μάτια;
Αλήθεια! πολυδόξαστη! και ποιά ποινή, ή μεγάλη
380 δεν θα υποφέρω συμφορά για όσα κακά εχω κάνει;
Κι εσύ θενά ᾽βρεις γυρισμό καλό για την πατρίδα;
Ας μην το κάνει αυτό ποτέ του Δία η γυναίκα,
του κόσμου όλου βασίλισσα, που εσύ σ᾽ αυτήν καυχιέσαι!
κι είθε να θυμηθείς και με, κάποτε, σαν σε πνίγουν
τα βάσανα· κι ανώφελο σαν όνειρο το δέρμα
385 μες στο τρισκόταδο ας χαθεί· και σένα απ᾽ την πατρίδα
να σ᾽ αποδιώξει ευτύς μακριά τ᾽ άδικο το δικό μου,
ως έπαθα τώρα κι εγώ από την απονιά σου.
Δεν είναι δίκιο ατέλεστα αυτά στη γη να πέσουν,
γιατί πάτησες, άσπλαχνε, πολύ μεγάλον όρκο.
Αλήθεια για πολύν καιρό στερνά δεν θα γελάτε
390 ούτε θα μένετε ήσυχοι τους όρκους σας πατώντας!»
|