Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.350-4.390)


350ἔνθα δ᾽ ἐπεὶ τὰ ἕκαστα νόῳ πεμπάσσατο κούρη,
δή ῥά μιν ὀξεῖαι κραδίην ἐλέλιξαν ἀνῖαι
νωλεμές. αἶψα δὲ νόσφιν Ἰήσονα μοῦνον ἑταίρων
ἐκπροκαλεσσαμένη ἄγεν ἄλλυδις, ὄφρ᾽ ἐλίασθεν
πολλὸν ἑκάς, στονόεντα δ᾽ ἐνωπαδὶς ἔκφατο μῦθον·
355«Αἰσονίδη, τίνα τήνδε συναρτύνασθε μενοινήν
ἀμφ᾽ ἐμοί; ἦέ σε πάγχυ λαθιφροσύναις ἐνέηκαν
ἀγλαΐαι, τῶν δ᾽ οὔ τι μετατρέπῃ, ὅσσ᾽ ἀγόρευες
χρειοῖ ἐνισχόμενος; ποῦ τοι Διὸς Ἱκεσίοιο
ὅρκια, ποῦ δὲ μελιχραὶ ὑποσχεσίαι βεβάασιν;
360ᾗς ἐγὼ οὐ κατὰ κόσμον ἀναιδήτῳ ἰότητι
πάτρην τε κλέα τε μεγάρων αὐτούς τε τοκῆας
νοσφισάμην, τά μοι ἦεν ὑπέρτατα· τηλόθι δ᾽ οἴη
λυγρῇσιν κατὰ πόντον ἅμ᾽ ἀλκυόνεσσι φορεῦμαι
σῶν ἕνεκεν καμάτων, ἵνα μοι σόος ἀμφί τε βουσίν
365ἀμφί τε γηγενέεσσιν ἀναπλήσειας ἀέθλους.
ὕστατον αὖ καὶ κῶας, ἐπεί τ᾽ ἐπαϊστὸν ἐτύχθη,
εἷλες ἐμῇ ματίῃ· κατὰ δ᾽ οὐλοὸν αἶσχος ἔχευα
θηλυτέραις· τὼ φημὶ τεὴ κούρη τε δάμαρ τε
αὐτοκασιγνήτη τε μεθ᾽ Ἑλλάδα γαῖαν ἕπεσθαι.
370πάντη νυν πρόφρων ὑπερίστασο, μηδέ με μούνην
σεῖο λίπῃς ἀπάνευθεν, ἐποιχόμενος βασιλῆας.
ἀλλ᾽ αὔτως εἴρυσο, δίκη δέ τοι ἔμπεδος ἔστω
καὶ θέμις, ἣν ἄμφω συναρέσσαμεν· ἢ σύγ᾽ ἔπειτα
φασγάνῳ αὐτίκα τόνδε μέσον διὰ λαιμὸν ἀμῆσαι,
375ὄφρ᾽ ἐπίηρα φέρωμαι ἐοικότα μαργοσύνῃσιν.
σχετλίη, εἴ κεν δή με κασιγνήτοιο δικάσσῃ
ἔμμεναι οὗτος ἄναξ, τῷ ἐπίσχετε τάσδ᾽ ἀλεγεινάς
ἄμφω συνθεσίας. πῶς ἵξομαι ὄμματα πατρός;
ἦε μάλ᾽ εὐκλειής; τίνα δ᾽ οὐ τίσιν, ἠὲ βαρεῖαν
380ἄτην οὐ σμυγερῶς δεινῶν ὕπερ, οἷα ἔοργα,
ὀτλήσω; σὺ δέ κεν θυμηδέα νόστον ἕλοιο;
μὴ τόγε παμβασίλεια Διὸς τελέσειεν ἄκοιτις,
ᾗ ἔπι κυδιάεις· μνήσαιο δὲ καί ποτ᾽ ἐμεῖο,
στρευγόμενος καμάτοισι· δέρος δέ τοι ἶσον ὀνείροις
385οἴχοιτ᾽ εἰς ἔρεβος μεταμώνιον. ἐκ δέ σε πάτρης
αὐτίκ᾽ ἐμαί σ᾽ ἐλάσειαν Ἐρινύες· οἷα καὶ αὐτή
σῇ πάθον ἀτροπίῃ. τὰ μὲν οὐ θέμις ἀκράαντα
ἐν γαίῃ πεσέειν. μάλα γὰρ μέγαν ἤλιτες ὅρκον,
νηλεές. ἀλλ᾽ οὔ θήν μοι ἐπιλλίζοντες ὀπίσσω
390δὴν ἔσσεσθ᾽ εὔκηλοι ἕκητί γε συνθεσιάων.»


Η Μήδεια συμβουλεύει τον φόνον του Αψύρτου.

350 Και τότε σαν το καθετί στο νου σκέφτηκε η κόρη
άπαυτες λύπες δυνατές ταράξαν την καρδιά της.
Κι ευτύς μακριά απ᾽ τους σύντροφους καλώντας μοναχό του
τον Ιάσονα τον έφερεν αλλού, κι άμα καθίσαν
μακριά πολύ, στεναχτερό μπροστά του τού ειπε λόγο.
355 «Του Αίσονα γιε, σαν ποιά βουλή σκεφτήκατε για μένα;
Γιά μήπως η καλοτυχιά σε λάθια σ᾽ έχει σπρώξει,
και ξέχασες τί μου᾽λεγες, σαν μού ειχες την ανάγκη;
Σαν πού ειναι τώρα οι όρκοι σου στο Δία τον Ικέσιο
και οι υποσχέσεις σου οι γλυκιές, σαν πού ειναι πηγαιμένες,
360 που μ᾽ έκαναν μ᾽ αδιάντροπη θέληση και μ᾽ απρέπεια
πατρίδα, δόξα του σπιτιού και τους γονιούς τους ίδιους
ν᾽ αφήσω, πού ητανε για με το πιο καλό· και μόνη
μακριά στο πέλαο να γυρνώ σαν θλιβερή αλκυόνα,
από τις έννοιες μου για σε, γερός να μου μπορέσεις
365 το αγώνισμα των γηγενών και των βοδιών να κάνεις;
Και τέλος το χρυσόδερμα, γι᾽ αυτό, που κι είχες έρθει
το πήρες εξαιτίας μου· κι έριξα στις γυναίκες
μαύρη ντροπή· και λέω γι᾽ αυτό κόρη σου και γυναίκα
κι ως αδερφή σ᾽ ακολουθώ στη χώρα της Ελλάδας.
370 Σ᾽ όλα πρόθυμος βόηθα με και μόνη μη μ᾽ αφήσεις
μακριά σου ακολουθώντας πια τους άλλους βασιλιάδες.
Μα κι έτσι τώρα σώσε με και σταθερός στο λόγο
να μείνεις και στο δίκαιο, που οι δυο έχουμε διαλέξει..
Γιά αλλιώς με το μαχαίρι σου στη μέση το λαιμό μου
375 θέρισ᾽ τον, μ᾽ ευχαρίστηση να λάβω αυτή που πρέπει
της αμυαλιάς μου πληρωμή. Ω! συμφορά μου, η δόλια,
αν με δικάσει στ᾽ αδερφού πάλι να πάω τα χέρια
ο βασιλιάς, π᾽ αφήσατε να κρίνει αυτή τη δίκη,
τη θλιβερή· πώς θενα ᾽ρθω μπρος στου γονιού τα μάτια;
Αλήθεια! πολυδόξαστη! και ποιά ποινή, ή μεγάλη
380 δεν θα υποφέρω συμφορά για όσα κακά εχω κάνει;
Κι εσύ θενά ᾽βρεις γυρισμό καλό για την πατρίδα;
Ας μην το κάνει αυτό ποτέ του Δία η γυναίκα,
του κόσμου όλου βασίλισσα, που εσύ σ᾽ αυτήν καυχιέσαι!
κι είθε να θυμηθείς και με, κάποτε, σαν σε πνίγουν
τα βάσανα· κι ανώφελο σαν όνειρο το δέρμα
385 μες στο τρισκόταδο ας χαθεί· και σένα απ᾽ την πατρίδα
να σ᾽ αποδιώξει ευτύς μακριά τ᾽ άδικο το δικό μου,
ως έπαθα τώρα κι εγώ από την απονιά σου.
Δεν είναι δίκιο ατέλεστα αυτά στη γη να πέσουν,
γιατί πάτησες, άσπλαχνε, πολύ μεγάλον όρκο.
Αλήθεια για πολύν καιρό στερνά δεν θα γελάτε
390 ούτε θα μένετε ήσυχοι τους όρκους σας πατώντας!»