Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.391-4.444)


ὣς φάτ᾽ ἀναζείουσα βαρὺν χόλον· ἵετο δ᾽ ἥγε
νῆα καταφλέξαι, διά τ᾽ ἔμπεδα πάντα κεάσσαι,
ἐν δὲ πεσεῖν αὐτὴ μαλερῷ πυρί. τοῖα δ᾽ Ἰήσων
μειλιχίοις ἐπέεσσιν ὑποδδείσας προσέειπεν·
395«ἴσχεο, δαιμονίη. τὰ μὲν ἁνδάνει οὐδ᾽ ἐμοὶ αὐτῷ.
ἀλλά τιν᾽ ἀμβολίην διζήμεθα δηιοτῆτος.
ὅσσον δυσμενέων ἀνδρῶν νέφος ἀμφιδέδηεν
εἵνεκα σεῦ. πάντες γάρ, ὅσοι χθόνα τήνδε νέμονται,
Ἀψύρτῳ μεμάασιν ἀμυνέμεν, ὄφρα σε πατρί,
400οἷά τε ληισθεῖσαν, ὑπότροπον οἴκαδ᾽ ἄγοιντο.
αὐτοὶ δὲ στυγερῷ κεν ὀλοίμεθα πάντες ὀλέθρῳ,
μίξαντες δαῒ χεῖρας· ὅ τοι καὶ ῥίγιον ἄλγος
ἔσσεται, εἴ σε θανόντες ἕλωρ κείνοισι λίποιμεν.
ἥδε δὲ συνθεσίη κρανέει δόλον, ᾧ μιν ἐς ἄτην
405βήσομεν. οὐδ᾽ ἂν ὁμῶς περιναιέται ἀντιόωσιν
Κόλχοις ἦρα φέροντες ὑπὲρ σέο νόσφιν ἄνακτος,
ὅς τοι ἀοσσητήρ τε κασίγνητός τε τέτυκται·
οὐδ᾽ ἂν ἐγὼ Κόλχοισιν ὑπείξω μὴ πολεμίζειν
ἀντιβίην, ὅτε μή με διὲξ εἰῶσι νέεσθαι.»
410ἴσκεν ὑποσσαίνων· ἣ δ᾽ οὐλοὸν ἔκφατο μῦθον·
«φράζεο νῦν. χρειὼ γὰρ ἀεικελίοισιν ἐπ᾽ ἔργοις
καὶ τόδε μητίσασθαι, ἐπεὶ τὸ πρῶτον ἀάσθην
ἀμπλακίῃ, θεόθεν δὲ κακὰς ἤνυσσα μενοινάς.
τύνη μὲν κατὰ μῶλον ἀλέξεο δούρατα Κόλχων·
415αὐτὰρ ἐγὼ κεῖνόν γε τεὰς ἐς χεῖρας ἱκέσθαι
μειλίξω· σὺ δέ μιν φαιδροῖς ἀγαπάζεο δώροις.
εἴ κέν πως κήρυκας ἀπερχομένους πεπίθοιμι
οἰόθεν οἶον ἐμοῖσι συναρθμῆσαι ἐπέεσσιν,
ἔνθ᾽ εἴ τοι τόδε ἔργον ἐφανδάνει, οὔτι μεγαίρω,
420κτεῖνέ τε καὶ Κόλχοισιν ἀείρεο δηιοτῆτα.»
ὣς τώγε ξυμβάντε μέγαν δόλον ἠρτύναντο
Ἀψύρτῳ, καὶ πολλὰ πόρον ξεινήια δῶρα,
οἷς μέτα καὶ πέπλον δόσαν ἱερὸν Ὑψιπυλείης
πορφύρεον. τὸν μέν ῥα Διωνύσῳ κάμον αὐταί
425Δίῃ ἐν ἀμφιάλῳ Χάριτες θεαί· αὐτὰρ ὃ παιδί
δῶκε Θόαντι μεταῦτις· ὃ δ᾽ αὖ λίπεν Ὑψιπυλείῃ·
ἣ δ᾽ ἔπορ᾽ Αἰσονίδῃ πολέσιν μετὰ καὶ τὸ φέρεσθαι
γλήνεσιν εὐεργὲς ξεινήιον. οὔ μιν ἀφάσσων,
οὔτε κεν εἰσορόων γλυκὺν ἵμερον ἐμπλήσειας.
430τοῦ δὲ καὶ ἀμβροσίη ὀδμὴ πέλεν ἐξέτι κείνου,
ἐξ οὗ ἄναξ αὐτὸς Νυσήιος ἐγκατέλεκτο
ἀκροχάλιξ οἴνῳ καὶ νέκταρι, καλὰ μεμαρπώς
στήθεα παρθενικῆς Μινωίδος, ἥν ποτε Θησεύς
Κνωσσόθεν ἑσπομένην Δίῃ ἔνι κάλλιπε νήσῳ.
435ἣ δ᾽ ὅτε κηρύκεσσιν ἐπεξυνώσατο μύθους,
θελγέμεν, εὖτ᾽ ἂν πρῶτα θεᾶς περὶ νηὸν ἵκηται
συνθεσίῃ, νυκτός τε μέλαν κνέφας ἀμφιβάλῃσιν,
ἐλθέμεν, ὄφρα δόλον συμφράσσεται, ὥς κεν ἑλοῦσα
χρύσειον μέγα κῶας ὑπότροπος αὖτις ὀπίσσω
440βαίη ἐς Αἰήταο δόμους· πέρι γάρ μιν ἀνάγκῃ
υἱῆες Φρίξοιο δόσαν ξείνοισιν ἄγεσθαι·
τοῖα παραιφαμένη θελκτήρια φάρμακ᾽ ἔπασσεν
αἰθέρι καὶ πνοιῇσι, τά κεν καὶ ἄπωθεν ἐόντα
ἄγριον ἠλιβάτοιο κατ᾽ οὔρεος ἤγαγε θῆρα.


Έτσ᾽ είπε απ᾽ το βαρύ θυμό βράζοντας· και πεθύμα
το πλοίο να κάψει κι όλα του στη γη να κομματιάσει,
κι αυτή στην καυτερή φωτιά να πέσει. Μα ο Ιάσων
τέτοια με μαλακή φωνή της είπε τρομαγμένος.
395 «Πάψε, κουτή· μήτε κι εμέ μ᾽ αρέσουν όλα ετούτα,
μα προσπαθούμε αναβολή να βρούμε του πολέμου,
γιατί σύννεφο ολόγυρα αντρών εχτρών μάς καίει
για σε· γιατί όσοι αυτήν εδώ τη χώρα κατοικούνε
θέλουνε να βοηθήσουνε τον Άψυρτο και πίσω
400 σαν και κλεμμένη στο γονιό, στο σπίτι να σε πάνε.
Και μεις μ᾽ άγριο θάνατον όλοι μας θα χαθούμε
πόλεμο αν στήσουμε· και θα ᾽ν᾽ για σε πιο φριχτός πόνος
αν σκοτωμένοι, λάφυρο σ᾽ αφήσουμε σ᾽ εκείνους.
Κι η συμφωνία μας αυτή θα μας τοιμάσει δόλο
405 που θα τους ξεγελάσουμε· κι οι κάτοικοι τριγύρω
δεν θενα σε βοηθήσουνε, τους Κόλχους συμπαθώντας,
χωρίς να θέλει ο βασιλιάς, πού ειναι για σένα τώρα
περασπιστής σου κι αδερφός. Μα ούτε κι εγώ στους Κόλχους
θα υποχωρήσω πόλεμο γερό χωρίς να στήσω,
αν ίσως δεν μ᾽ αφήνουνε μαζί με σε να φύγω.»
410 Της μίλαγε χαϊδευτικά· κι αυτή φριχτό λέει λόγο.
«Και τώρα σκέψου· γιατί πια στην ελεεινή μας θέση
κι αυτή πρέπει να κάνουμε τη σκέψη, μια και μπήκα
στην αμαρτία, κι από θεού κακές έκανα σκέψες.
Στη μάχη εσύ να φυλαχτείς τα δόρατα των Κόλχων
415 κι εγώ στα χέρια σου να ᾽ρθει θα καταφέρω εκείνον·
και συ περιποιήσου τον με δώρα ταιριασμένα,
μήπως πείσω τους κήρυκες να φύγουν, κι απέ νά ᾽ρθει
ν᾽ ακούσει εκείνος μοναχά τα λόγια τα δικά μου·
κι αν η δουλειά σ᾽ αρέσει αυτή τότε δε σ᾽ εμποδίζω.
420 Σκότωσ᾽ τον και ξεσήκωσε πόλεμο με τους Κόλχους.»
Αυτά σαν εσυμφώνησαν δόλο ετοιμάσαν μέγα
στον Άψυρτο, και φιλικά πολλά του στείλαν δώρα·
και πέπλο του ᾽στειλαν μ᾽ αυτά της Υψιπύλης άγιο,
κόκκινο, που το υφάνανε οι Χάριτες οι ίδιες
425 για το θεό Διόνυσο μες στο νησί τη Δία.
Κι αυτός στερνά στο Θόαντα το ᾽δωσε στο παιδί του·
κι αυτός ύστερα τ᾽ άφησε στην κόρη του Υψιπύλη·
κι εκείνη στον Ιάσονα το ᾽δωσε να το πάρει
μ᾽ άλλα πολλά κεντήματα καλόφιαχτα για δώρο.
Αγγίζοντάς το ή βλέποντας δεν χόρταινες τη γλύκα·
430 κι έβγαζε ακόμα αθάνατη μια μυρουδιά από τότε,
όπου Νυσαίος βασιλιάς μέσα σ᾽ αυτό κοιμήθη,
σαν ήταν μισομέθυστος από κρασί και νέκταρ,
τα όμορφα στήθια πιάνοντας της Μινωίδας κόρης,
που κάποτε από την Κνωσσό, σαν τον ακολουθούσε,
στη νήσο Δία την άφησεν ο ήρωας Θησέας.
435 Κι η Μήδεια με τους κήρυκες τους Κόλχους τα μιλήσαν
και τους επαρακίνησε, μες στης θεάς σαν φτάσει,
ως συμφωνήσαν, το ναό, και το πηχτό σκοτάδι
της νύχτας θα την σκέπαζε να ᾽ρθουν για να σκεφτούνε
δόλο, πώς το χρυσόδερμα παίρνοντας το μεγάλο
440 πίσω πάλι θα γύριζε στο μέγαρο του Αιήτη·
γιατί του Φρίξου τα παιδιά την δώσαν με τη βία
στους ξένους να την πάρουνε· και τέτοια λέγοντάς τους
βοτάνια γύρω μαγικά έχυνε στον αιθέρα
και στους ανέμους, πού ειχανε δύναμη να της φέρουν
κι άγρια θεριά από μακριά από τ᾽ απόγκρεμνα όρη.