Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.445-4.502)


445σχέτλι᾽ Ἔρως, μέγα πῆμα, μέγα στύγος ἀνθρώποισιν,
ἐκ σέθεν οὐλόμεναί τ᾽ ἔριδες στοναχαί τε γόοι τε,
ἄλγεά τ᾽ ἄλλ᾽ ἐπὶ τοῖσιν ἀπείρονα τετρήχασιν.
δυσμενέων ἐπὶ παισὶ κορύσσεο, δαῖμον, ἀερθείς,
οἷος Μηδείῃ στυγερὴν φρεσὶν ἔμβαλες ἄτην.
450πῶς γὰρ δὴ μετιόντα κακῷ ἐδάμασσεν ὀλέθρῳ
Ἄψυρτον; τὸ γὰρ ἧμιν ἐπισχερὼ ἦεν ἀοιδῆς.
ἦμος ὅτ᾽ Ἀρτέμιδος νήσῳ ἔνι τήνγ᾽ ἐλίποντο
συνθεσίῃ, τοὶ μέν ῥα διάνδιχα νηυσὶν ἔκελσαν
σφωιτέραις κρινθέντες· ὃ δ᾽ ἐς λόχον ᾖεν Ἰήσων
455δέγμενος Ἄψυρτόν τε καὶ οὓς ἐξαῦτις ἑταίρους.
αὐτὰρ ὅγ᾽ αἰνοτάτῃσιν ὑποσχεσίῃσι δολωθείς
καρπαλίμως ᾗ νηὶ διὲξ ἁλὸς οἶδμα περήσας,
νύχθ᾽ ὕπο λυγαίην ἱερῆς ἐπεβήσετο νήσου.
οἰόθι δ᾽ ἀντικρὺ μετιὼν πειρήσατο μύθοις
460εἷο κασιγνήτης, ἀταλὸς πάις οἷα χαράδρης
χειμερίης, ἣν οὐδὲ δι᾽ αἰζηοὶ περόωσιν·
εἴ κε δόλον ξείνοισιν ἐπ᾽ ἀνδράσι τεχνήσαιτο.
καὶ τὼ μὲν τὰ ἕκαστα συνῄνεον ἀλλήλοισιν·
αὐτίκα δ᾽ Αἰσονίδης πυκινοῦ ἐξᾶλτο λόχοιο,
465γυμνὸν ἀνασχόμενος παλάμῃ ξίφος· αἶψα δὲ κούρη
ἔμπαλιν ὄμματ᾽ ἔνεικε, καλυψαμένη ὀθόνῃσιν,
μὴ φόνον ἀθρήσειε κασιγνήτοιο τυπέντος.
τὸν δ᾽ ὅγε, βουτύπος ὥστε μέγαν κερεαλκέα ταῦρον,
πλῆξεν ὀπιπεύσας νηοῦ σχεδόν, ὅν ποτ᾽ ἔδειμαν
470Ἀρτέμιδι Βρυγοὶ περιναιέται ἀντιπέρηθεν.
τοῦ ὅγ᾽ ἐνὶ προδόμῳ γνὺξ ἤριπε· λοίσθια δ᾽ ἥρως
θυμὸν ἀναπνείων χερσὶν μέλαν ἀμφοτέρῃσιν
αἷμα κατ᾽ ὠτειλὴν ὑποΐσχετο· τῆς δὲ καλύπτρην
ἀργυφέην καὶ πέπλον ἀλευομένης ἐρύθηνεν.
475ὀξὺ δὲ πανδαμάτωρ λοξῷ ἴδεν οἷον ἔρεξαν
ὄμματι νηλειὴς ὀλοφώιον ἔργον Ἐρινύς.
ἥρως δ᾽ Αἰσονίδης ἐξάργματα τάμνε θανόντος,
τρὶς δ᾽ ἀπέλειξε φόνου, τρὶς δ᾽ ἐξ ἄγος ἔπτυσ᾽ ὀδόντων,
ἣ θέμις αὐθέντῃσι δολοκτασίας ἱλάεσθαι.
480ὑγρὸν δ᾽ ἐν γαίῃ κρύψεν νέκυν, ἔνθ᾽ ἔτι νῦν περ
κείαται ὀστέα κεῖνα μετ᾽ ἀνδράσιν Ἀψυρτεῦσιν.
οἳ δ᾽ ἄμυδις πυρσοῖο σέλας προπάροιθεν ἰδόντες,
τό σφιν παρθενικὴ τέκμαρ μετιοῦσιν ἄειρεν,
Κολχίδος ἀγχόθι νηὸς ἑὴν παρὰ νῆα βάλοντο
485ἥρωες· Κόλχον δ᾽ ὄλεκον στόλον, ἠύτε κίρκοι
φῦλα πελειάων, ἠὲ μέγα πῶυ λέοντες
ἀγρότεροι κλονέουσιν ἐνὶ σταθμοῖσι θορόντες.
οὐδ᾽ ἄρα τις κείνων θάνατον φύγε, πάντα δ᾽ ὅμιλον
πῦρ ἅτε δηιόωντες ἐπέδραμον· ὀψὲ δ᾽ Ἰήσων
490ἤντησεν, μεμαὼς ἐπαμυνέμεν οὐ μάλ᾽ ἀρωγῆς
δευομένοις· ἤδη δὲ καὶ ἀμφ᾽ αὐτοῖο μέλοντο.
ἔνθα δὲ ναυτιλίης πυκινὴν περὶ μητιάασκον
ἑζόμενοι βουλήν· ἐπὶ δέ σφισιν ἤλυθε κούρη
φραζομένοις· Πηλεὺς δὲ παροίτατος ἔκφατο μῦθον·
495«ἤδη νῦν κέλομαι νύκτωρ ἔτι νῆ᾽ ἐπιβάντας
εἰρεσίῃ περάαν πλόον ἀντίον, ᾧ ἐπέχουσιν
δήιοι· ἠῶθεν γὰρ ἐπαθρήσαντας ἕκαστα
ἔλπομαι οὐχ ἕνα μῦθον, ὅτις προτέρωσε δίεσθαι
ἡμέας ὀτρυνέει, τοὺς πεισέμεν· οἷα δ᾽ ἄνακτος
500εὔνιδες, ἀργαλέῃσι διχοστασίαις κεδόωνται.
ῥηιδίη δέ κεν ἄμμι κεδασθέντων δίχα λαῶν,
ἥδ᾽ εἴη μετέπειτα κατερχομένοισι κέλευθος.»


Δολοφονία του Αψύρτου.

445 Άγριε Έρωτα! μέγα κακό, βάσανο των ανθρώπων!
Για σένα μάχες θλιβερές και στεναγμοί και βόγγοι
και πόνοι ανείπωτοι πολλοί, αμέτρητοι τους πνίγουν.
Μες στων εχτρών μας, τα παιδιά, σήκω, θεέ, και χτύπα,
όπως στης Μήδειας το μυαλό φριχτήν έβαλες βλάβη.
450 Πώς μπόρεσε και δάμασε τον Άψυρτο, σαν ήρθε,
μ᾽άγριο χαμό; Αυτό κι εγώ ευτύς τώρα θα ψάλω.
Σαν στο νησί της Άρτεμης μέσα τη Μήδεια αφήσαν,
ως συμφωνήσαν, χωριστά τα πλοία τους αράξαν
ένας μακριά απ᾽ τον άλλονε κι ο Ιάσονας καρτέρι
455 έστησε, και τον Άψυρτο πρόσμενε και τους φίλους.
Κι από υποσχέσεις δολερές εκείνος γελασμένος
γοργά με το καράβι του τη θάλασσα περνώντας,
μες στη νυχτιά τη σκοτεινή στην άγια νήσο εβγήκε.
Και μπρος τραβώντας μόνος του δοκίμαζε με λόγια
460 την αδερφή του, όπως παιδί μικρό σε μια χαράδρα
χειμερινή, π᾽ ούτε γεροί άντρες δεν την περνάνε·
μήπως δόλο θα βρίσκανε για τους ξένους τους άντρες·
κι οι δυο μαζί σχεδιάζανε το καθετί από τούτα.
Κι απ᾽το κρυφό καρτέρι του πηδάει ο Αισονίδης
465 γυμνό κρατώντας το σπαθί στο χέρι· ευτύς η κόρη
τα μάτια στρέφοντας αλλού σκεπάστη με τον πέπλο,
του χτυπημένου του αδερφού να μην ιδεί το φόνο.
Κι όπως κερατοδύναμο βόιδι χτυπά ο σφαγέας,
τον χτύπησε προφυλαχτά προς το ναό, που οι Βρύγοι
470 από τ᾽ αντίκρυ κάποτε στην Άρτεμην εχτίσαν.
Σ᾽ αυτού τώρα τον πρόδομο γονατιστός γκρεμίστη·
και την ψυχή του αφήνοντας στερνά το παλικάρι
το αίμα το μαύρο της πληγής δεχόταν στα δυο χέρια·
και την ασημοκέντητη μαντήλα και τον πέπλο
της λέρωσεν ως έφευγε. Κι είδε καλά με μάτι
475 λοξόν η παγχαλάστρια η αλύπητη Ερινύα,
σαν τί έργο καταστρεφτικό κάναν εκείνοι οι δυο τους.
Κι ο Αισονίδης έκοβε άκριες του σκοτωμένου
κι έγλειψε το αίμα τρεις φορές, και τρεις φορές το κρίμα
έφτυσε από τα δόντια του, καθώς είναι συνήθεια
να ξαλαφρώνεται ο φονιάς του φονικού το κρίμα.
480 Κι έκρυψε το νεκρό ζεστό στο χώμα, όπου και τώρα
βρίσκονται αυτά τα κόκκαλα στων Αψυρτέων τη χώρα.
Κι οι ήρωες όλοι μαζί μακριά δαυλό σαν είδαν,
το φως, που η κόρη σήκωσε σ᾽ αυτούς σημείο νά ᾽ρθουν,
το πλοίο των στο Κολχικό κοντά το πλοίο εβάλαν·
485 κι όλους τους εκατάστρεψαν εκεί τους Κόλχους ναύτες,
όπως οι κίρκοι πέφτοντας πάνω στα περιστέρια,
ή και λιοντάρια του βουνού μες στα μαντριά πηδώντας,
μέγα προβατοκόπαδο εδώ κι εκεί σκορπίζουν.
Και δεν εξέφυγε κανείς το θάνατο από κείνους,
και σ᾽ όλη των τη συντροφιά σαν τη φωτιά χυθήκαν
οι ήρωες σκοτώνοντας· κι αργά κάπου ο Ιάσων
490 σ᾽ εκείνους ήρθε θέλοντας βοήθεια να τους φέρει,
όταν δεν είχαν κείνοι πια ανάγκη δα και τόσο,
και τώρα πια νιαζόντουσαν να πάνε και για κείνον.
Και σκέψη εκάνανε σοφή τότε για το ταξίδι
σε συνεδρίαση· κι εκεί ήρθε σ᾽ αυτούς η κόρη
καθώς σκεφτόνταν· κι ο Πηλεύς μίλησε πρώτος πρώτος.
495 «Σας συμβουλεύω τώρα πια νύχτα στο πλοίο να μπούμε,
με τα κουπιά τ᾽ αντίθετο να πάρουμε ταξίδι,
από τα κείθε που οι εχθροί κρατούνε· γιατί μόλις
απ᾽ το πρωί το καθετί θα ιδούνε, δεν ελπίζω
πως θα τους πείσει λόγος πια, που θα τους παρακίνα
εμάς πιο μπρος να κυνηγούν· κι ως αρχηγό δεν θα ᾽χουν
500 απ᾽ άγριες διχόνοιες θενα διασκορπιστούνε.
Κι άμα σκορπίσουνε οι εχθροί εύκολος θα μας είναι,
όταν θα κατεβαίνουμε, ο δρόμος μας κατόπι.»