Δολοφονία του Αψύρτου.
445 Άγριε Έρωτα! μέγα κακό, βάσανο των ανθρώπων!
Για σένα μάχες θλιβερές και στεναγμοί και βόγγοι
και πόνοι ανείπωτοι πολλοί, αμέτρητοι τους πνίγουν.
Μες στων εχτρών μας, τα παιδιά, σήκω, θεέ, και χτύπα,
όπως στης Μήδειας το μυαλό φριχτήν έβαλες βλάβη.
450 Πώς μπόρεσε και δάμασε τον Άψυρτο, σαν ήρθε,
μ᾽άγριο χαμό; Αυτό κι εγώ ευτύς τώρα θα ψάλω.
Σαν στο νησί της Άρτεμης μέσα τη Μήδεια αφήσαν,
ως συμφωνήσαν, χωριστά τα πλοία τους αράξαν
ένας μακριά απ᾽ τον άλλονε κι ο Ιάσονας καρτέρι
455 έστησε, και τον Άψυρτο πρόσμενε και τους φίλους.
Κι από υποσχέσεις δολερές εκείνος γελασμένος
γοργά με το καράβι του τη θάλασσα περνώντας,
μες στη νυχτιά τη σκοτεινή στην άγια νήσο εβγήκε.
Και μπρος τραβώντας μόνος του δοκίμαζε με λόγια
460 την αδερφή του, όπως παιδί μικρό σε μια χαράδρα
χειμερινή, π᾽ ούτε γεροί άντρες δεν την περνάνε·
μήπως δόλο θα βρίσκανε για τους ξένους τους άντρες·
κι οι δυο μαζί σχεδιάζανε το καθετί από τούτα.
Κι απ᾽το κρυφό καρτέρι του πηδάει ο Αισονίδης
465 γυμνό κρατώντας το σπαθί στο χέρι· ευτύς η κόρη
τα μάτια στρέφοντας αλλού σκεπάστη με τον πέπλο,
του χτυπημένου του αδερφού να μην ιδεί το φόνο.
Κι όπως κερατοδύναμο βόιδι χτυπά ο σφαγέας,
τον χτύπησε προφυλαχτά προς το ναό, που οι Βρύγοι
470 από τ᾽ αντίκρυ κάποτε στην Άρτεμην εχτίσαν.
Σ᾽ αυτού τώρα τον πρόδομο γονατιστός γκρεμίστη·
και την ψυχή του αφήνοντας στερνά το παλικάρι
το αίμα το μαύρο της πληγής δεχόταν στα δυο χέρια·
και την ασημοκέντητη μαντήλα και τον πέπλο
της λέρωσεν ως έφευγε. Κι είδε καλά με μάτι
475 λοξόν η παγχαλάστρια η αλύπητη Ερινύα,
σαν τί έργο καταστρεφτικό κάναν εκείνοι οι δυο τους.
Κι ο Αισονίδης έκοβε άκριες του σκοτωμένου
κι έγλειψε το αίμα τρεις φορές, και τρεις φορές το κρίμα
έφτυσε από τα δόντια του, καθώς είναι συνήθεια
να ξαλαφρώνεται ο φονιάς του φονικού το κρίμα.
480 Κι έκρυψε το νεκρό ζεστό στο χώμα, όπου και τώρα
βρίσκονται αυτά τα κόκκαλα στων Αψυρτέων τη χώρα.
Κι οι ήρωες όλοι μαζί μακριά δαυλό σαν είδαν,
το φως, που η κόρη σήκωσε σ᾽ αυτούς σημείο νά ᾽ρθουν,
το πλοίο των στο Κολχικό κοντά το πλοίο εβάλαν·
485 κι όλους τους εκατάστρεψαν εκεί τους Κόλχους ναύτες,
όπως οι κίρκοι πέφτοντας πάνω στα περιστέρια,
ή και λιοντάρια του βουνού μες στα μαντριά πηδώντας,
μέγα προβατοκόπαδο εδώ κι εκεί σκορπίζουν.
Και δεν εξέφυγε κανείς το θάνατο από κείνους,
και σ᾽ όλη των τη συντροφιά σαν τη φωτιά χυθήκαν
οι ήρωες σκοτώνοντας· κι αργά κάπου ο Ιάσων
490 σ᾽ εκείνους ήρθε θέλοντας βοήθεια να τους φέρει,
όταν δεν είχαν κείνοι πια ανάγκη δα και τόσο,
και τώρα πια νιαζόντουσαν να πάνε και για κείνον.
Και σκέψη εκάνανε σοφή τότε για το ταξίδι
σε συνεδρίαση· κι εκεί ήρθε σ᾽ αυτούς η κόρη
καθώς σκεφτόνταν· κι ο Πηλεύς μίλησε πρώτος πρώτος.
495 «Σας συμβουλεύω τώρα πια νύχτα στο πλοίο να μπούμε,
με τα κουπιά τ᾽ αντίθετο να πάρουμε ταξίδι,
από τα κείθε που οι εχθροί κρατούνε· γιατί μόλις
απ᾽ το πρωί το καθετί θα ιδούνε, δεν ελπίζω
πως θα τους πείσει λόγος πια, που θα τους παρακίνα
εμάς πιο μπρος να κυνηγούν· κι ως αρχηγό δεν θα ᾽χουν
500 απ᾽ άγριες διχόνοιες θενα διασκορπιστούνε.
Κι άμα σκορπίσουνε οι εχθροί εύκολος θα μας είναι,
όταν θα κατεβαίνουμε, ο δρόμος μας κατόπι.»
|