Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.503-4.551)


ὣς ἔφατ᾽· ᾔνησαν δὲ νέοι ἔπος Αἰακίδαο.
ῥίμφα δὲ νῆ᾽ ἐπιβάντες ἐπερρώοντ᾽ ἐλάτῃσιν
505νωλεμές, ὄφρ᾽ ἱερὴν Ἠλεκτρίδα νῆσον ἵκοντο,
ἀλλάων ὑπάτην, ποταμοῦ σχεδὸν Ἠριδανοῖο.
Κόλχοι δ᾽ ὁππότ᾽ ὄλεθρον ἐπεφράσθησαν ἄνακτος,
ἤτοι μὲν δίζεσθαι ἐπέχραον ἔνδοθι πάσης
Ἀργὼ καὶ Μινύας Κρονίης ἁλός. ἀλλ᾽ ἀπέρυκεν
510Ἥρη σμερδαλέῃσι κατ᾽ αἰθέρος ἀστεροπῇσιν.
ὕστατον αὖ —δὴ γάρ τε Κυταιίδος ἤθεα γαίης
στύξαν, ἀτυζόμενοι χόλον ἄγριον Αἰήταο—
ἔμπεδον ἄλλυδις ἄλλοι ἐφορμηθέντες ἔνασθεν.
οἳ μὲν ἐπ᾽ αὐτάων νήσων ἔβαν, ᾗσιν ἐπέσχον
515ἥρωες, ναίουσι δ᾽ ἐπώνυμοι Ἀψύρτοιο·
οἳ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ Ἰλλυρικοῖο μελαμβαθέος ποταμοῖο,
τύμβος ἵν᾽ Ἁρμονίης Κάδμοιό τε, πύργον ἔδειμαν,
ἀνδράσιν Ἐγχελέεσσιν ἐφέστιοι· οἳ δ᾽ ἐν ὄρεσσιν
ἐνναίουσιν, ἅπερ τε Κεραύνια κικλήσκονται
520ἐκ τόθεν, ἐξότε τούσγε Διὸς Κρονίδαο κεραυνοί
νῆσον ἐς ἀντιπέραιαν ἀπέτραπον ὁρμηθῆναι.
ἥρωες δ᾽, ὅτε δή σφιν ἐείσατο νόστος ἀπήμων,
δή ῥα τότε προμολόντες ἐπὶ χθονὶ πείσματ᾽ ἔδησαν
Ὑλλήων. νῆσοι γὰρ ἐπιπρούχοντο θαμειαί
525ἀργαλέην πλώουσιν ὁδὸν μεσσηγὺς ἔχουσαι.
οὐδέ σφιν, ὡς καὶ πρίν, ἀνάρσια μητιάασκον
Ὑλλῆες· πρὸς δ᾽ αὐτοὶ ἐμηχανόωντο κέλευθον,
μισθὸν ἀειρόμενοι τρίποδα μέγαν Ἀπόλλωνος.
δοιοὺς γὰρ τρίποδας τηλοῦ πόρε Φοῖβος ἄγεσθαι
530Αἰσονίδῃ περόωντι κατὰ χρέος, ὁππότε Πυθώ
ἱρὴν πευσόμενος μετεκίαθε τῆσδ᾽ ὑπὲρ αὐτῆς
ναυτιλίης· πέπρωτο δ᾽, ὅπῃ χθονὸς ἱδρυνθεῖεν,
μήποτε τὴν δῄοισιν ἀναστήσεσθαι ἰοῦσιν.
τούνεκεν εἰσέτι νῦν κείνῃ ὅδε κεύθεται αἴῃ
535ἀμφὶ πόλιν Ἀγανὴν Ὑλληίδα, πολλὸν ἔνερθεν
οὔδεος, ὥς κεν ἄφαντος ἀεὶ μερόπεσσι πέλοιτο.
οὐ μὲν ἔτι ζώοντα καταυτόθι τέτμον ἄνακτα
Ὕλλον, ὃν εὐειδὴς Μελίτη τέκεν Ἡρακλῆι
δήμῳ Φαιήκων. ὃ γὰρ οἰκία Ναυσιθόοιο
540Μάκριν τ᾽ εἰσαφίκανε, Διωνύσοιο τιθήνην,
νιψόμενος παίδων ὀλοὸν φόνον· ἔνθ᾽ ὅγε κούρην
Αἰγαίου ἐδάμασσεν ἐρασσάμενος ποταμοῖο,
543νηιάδα Μελίτην· ἣ δὲ σθεναρὸν τέκεν Ὕλλον.
546οὐδ᾽ ἄρ᾽ ὅγ᾽ ἡβήσας αὐτῇ ἐνὶ ἔλδετο νήσῳ
ναίειν κοιρανέοντος ὑπ᾽ ὀφρύσι Ναυσιθόοιο·
βῆ δ᾽ ἅλαδε Κρονίην, αὐτόχθονα λαὸν ἀγείρας
Φαιήκων· σὺν γάρ οἱ ἄναξ πόρσυνε κέλευθον
550ἥρως Ναυσίθοος· τόθι δ᾽ εἵσατο, καί μιν ἔπεφνον
Μέντορες, ἀγραύλοισιν ἀλεξόμενον περὶ βουσίν.


Αναχώρησις Αργοναυτών.

Έτσ᾽ είπε· κι οι νιοι δέχτηκαν το λόγο του Αιακίδη.
Γοργά στο πλοίο εμπήκανε με τα κουπιά τραβώντας
505 αδιάκοπα, ώσπου φτάσανε στην άγιαν Ηλεκτρίδα,
το τελευταίο απ᾽ τα νησιά στου Ηριδανού το στόμα.
Κι οι Κόλχοι, όταν το θάνατο του βασιλιά των νιώσαν
όρμησαν νά ᾽βρουν την Αργώ και τους Μινύες μέσα
σ᾽ όλη την Κρόνια θάλασσα. Μα η Ήρα τους μποδίζει
510 με φοβερά αστροπέλεκα στον ουρανό βροντώντας.
Και τέλος, —γιατί τώρα πια την Κυταιίδα χώρα
απόφευγαν φοβούμενοι την άγρια οργή του Αιήτη—
αλλούθε άλλοι πηγαίνοντας για πάντα κατοικήσαν.
Άλλοι στα ίδια τα νησιά βγήκαν, πού ειχαν αράξει
515 οι ήρωες, και μείνανε με τ᾽ όνομα του Αψύρτου·
κι άλλοι στο μαύρο και βαθύ το Ιλλυρικό ποτάμι,
στης Αρμονίας εκεί κοντά τον τάφο και του Κάδμου,
εχτίσαν πύργο, κι έμειναν με τους Εγχέλυες άντρες·
κι άλλοι στα όρη κατοικούν, που λέγονται Κεραύνια,
520 απ᾽ τον καιρό που οι κεραυνοί του Δία του Κρονίδη
τους μπόδισαν στ᾽ απέναντι νησί να παν ν᾽ αράξουν.
Κι οι ήρωες σαν κατάλαβαν ήσυχο το ταξίδι,
τότε δα βγήκαν κι έδεσαν πρυμάτσες στων Υλλέων
τη χώρα· γιατί εμπρός νησιά πολλά ειχανε στη μέση
525 στο δρόμο, που θα πέρναγαν και δύσκολο τον κάναν·
και δεν σκεφτόνταν πια οι Υλλείς κακό γι᾽αυτούς ως πρώτα,
μόνο φροντίζανε κι αυτοί για κείνων το ταξίδι,
τρίποδα μέγα παίρνοντας του Απόλλωνα μισθό τους
Γιατί δυο τρίποδες μακριά να πάρει ο Αισονίδης
530 του ᾽δωσε ο Φοίβος για να πάει κει που καλούσε η χρεία,
όταν στην άγια την Πυθώ πήγε για να ρωτήσει
για τούτο το ταξίδι του, κι ήταν γραφτό της μοίρας,
πως σ᾽ όποια χώρα οι τρίποδες στηνόνταν να μην έρθουν
ποτέ σ᾽ αυτή τη χώρα εχθροί και να την κυριέψουν.
Γι᾽ αυτό ως τα τώρα μες σ᾽ αυτή τη χώρα ειναι κρυμμένος
535 ο τρίποδας, στην Αγανή την πόλη των Υλλέων,
πολύ βαθιά μέσα στη γη κανείς να μην τον βλέπει.
Μα δεν πετύχαν ζωντανό το βασιλιά τον Ύλλο,
που η όμορφη τον γέννησε Μελίτη του Ηρακλέα
μες στων Φαιάκων το λαό. Γιατ᾽ ήρθε ο Ηρακλέας
540 στο σπίτι του Ναυσίθοου, στη Μάκρη, του Διονύσου
την παραμάνα, να πλυθεί απ᾽ των παιδιών τον άγριο
το φόνο· κι εκεί αγάπησε τη νύμφη τη Μελίτη
του Αιγαίου κόρη, που ᾽κανε τον αντρειωμένον Ύλλον.
546 Κι ο Ύλλος σαν μεγάλωσε δεν ήθελε να μένει
στη νήσο, που ο περήφανος βασίλευε Ναυσίθος.
Και στην Κρονία θάλασσα πήγε λαόν εγχώριο
μαζεύοντας, τους Φαίακες· γιατί σ᾽ αυτό το δρόμο
550 τον βοήθησεν ο ήρωας Ναυσίθοος· εκεί πέρα
κατοίκησε, μα οι Μέντορες τον σκότωσαν κατόπι,
σαν φύλαγε τα βόδια του πέρα μες στο λιβάδι.