Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.592-4.626)


ὣς Ἀργὼ ἰάχησεν ὑπὸ κνέφας· οἳ δ᾽ ἀνόρουσαν
Τυνδαρίδαι, καὶ χεῖρας ἀνέσχεθον ἀθανάτοισιν
εὐχόμενοι τὰ ἕκαστα· κατηφείη δ᾽ ἔχεν ἄλλους
595ἥρωας Μινύας. ἣ δ᾽ ἔσσυτο πολλὸν ἐπιπρό
λαίφεσιν, ἐς δ᾽ ἔβαλον μύχατον ῥόον Ἠριδανοῖο·
ἔνθα ποτ᾽ αἰθαλόεντι τυπεὶς πρὸς στέρνα κεραυνῷ
ἡμιδαὴς Φαέθων πέσεν ἅρματος Ἠελίοιο
λίμνης ἐς προχοὰς πολυβενθέος· ἣ δ᾽ ἔτι νῦν περ
600τραύματος αἰθομένοιο βαρὺν ἀνακηκίει ἀτμόν.
οὐδέ τις ὕδωρ κεῖνο διὰ πτερὰ κοῦφα τανύσσας
οἰωνὸς δύναται βαλέειν ὕπερ· ἀλλὰ μεσηγύς
φλογμῷ ἐπιθρῴσκει πεποτημένος. ἀμφὶ δὲ κοῦραι
Ἡλιάδες ταναῇσιν ἐελμέναι αἰγείροισιν
605μύρονται κινυρὸν μέλεαι γόον· ἐκ δὲ φαεινάς
ἠλέκτρου λιβάδας βλεφάρων προχέουσιν ἔραζε,
αἳ μέν τ᾽ ἠελίῳ ψαμάθοις ἔπι τερσαίνονται·
εὖτ᾽ ἂν δὲ κλύζῃσι κελαινῆς οἴδματα λίμνης
ἠιόνας πνοιῇ πολυηχέος ἐξ ἀνέμοιο,
610δὴ τότ᾽ ἐς Ἠριδανὸν προκυλίνδεται ἀθρόα πάντα
κυμαίνοντι ῥόῳ. Κελτοὶ δ᾽ ἐπὶ βάξιν ἔθεντο,
ὡς ἄρ᾽ Ἀπόλλωνος τάδε δάκρυα Λητοΐδαο
ἐμφέρεται δίναις, ἅτε μυρία χεῦε πάροιθεν,
ἦμος Ὑπερβορέων ἱερὸν γένος εἰσαφίκανεν,
615οὐρανὸν αἰγλήεντα λιπὼν ἐκ πατρὸς ἐνιπῆς,
χωόμενος περὶ παιδί, τὸν ἐν λιπαρῇ Λακερείῃ
δῖα Κορωνὶς ἔτικτεν ἐπὶ προχοαῖς Ἀμύροιο.
καὶ τὰ μὲν ὣς κείνοισι μετ᾽ ἀνδράσι κεκλήισται.
τοὺς δ᾽ οὔτε βρώμης ᾕρει πόθος, οὐδὲ ποτοῖο,
620οὔτ᾽ ἐπὶ γηθοσύνας τράπετο νόος. ἀλλ᾽ ἄρα τοίγε
ἤματα μὲν στρεύγοντο περιβληχρὸν βαρύθοντες
ὀδμῇ λευγαλέῃ, τήν ῥ᾽ ἄσχετον ἐξανίεσκον
τυφομένου Φαέθοντος ἐπιρροαὶ Ἠριδανοῖο·
νύκτας δ᾽ αὖ γόον ὀξὺν ὀδυρομένων ἐσάκουον
625Ἡλιάδων λιγέως· τὰ δὲ δάκρυα μυρομένῃσιν
οἷον ἐλαιηραὶ στάγες ὕδασιν ἐμφορέοντο.


Έτσι η Αργώ στα σκοτεινά μίλα, και πεταχτήκαν
οι Τυνδαρίδες κι αψηλά σηκώνοντας τα χέρια
στους αθανάτους εύχονταν το καθετί από τούτα.
595 Μα στενοχώρια έπνιξε τους άλλους τους Μινύες.
Και το καράβι εμπρός πολύ με τα πανιά του ορμάει
και πέσαν μέσα στο βαθύ του Ηριδανού το ρέμα,
που κάποτε με κεραυνό χτυπήθη ασβολωμένο
στα στήθια του ο Φαέθοντας μισόμαθος, κι απ᾽ τ᾽ άρμα
έπεσε του Ήλιου, στης βαθιάς της λίμνης κει τις όχτες·
600 και τώρ᾽ ακόμα απ᾽ την πληγή την καυτερή της βγάζει
ατμό βαρύ· κι απ᾽ το νερό απάνωθε από κείνο
όρνιο ν᾽ απλώσει τα φτερά τ᾽ ανάλαφρ᾽ από πάνω
δεν ημπορεί· καταμεσής πνιγμένο από τη φλόγα
τινάζεται· και γύρωθεν οι θυγατέρες του Ήλιου
605 όμοιες με λεύκες αψηλές θρηνούν με μαύρο κλάμα
και λαμπερά απ᾽ τα μάτια των χύνουν ηλέκτρου δάκρυα
στη γη· και που ξεραίνονται στην άμμο από τον ήλιο·
κι όταν τα μαύρα κύματα της λίμνης πλημμυρίζουν
τις όχτες απ᾽ το φύσημα του βουερού του ανέμου,
610 τότε όλα στον Ηριδανό κυλάν μαζί, στο ρέμα
που κυματίζει. Μα οι Κελτοί εβγάλαν λόγο ότι
αυτά ειναι του Απόλλωνα του Λητοΐδη δάκρυα,
που μες στα ρέματα κυλάν, π᾽ άφθονα τά ειχε χύσει,
όταν στων Υπερβόρειων έφτασε τ᾽ άγια μέρη,
615 σαν άφησε το λαμπερό ουρανό απ᾽ του γονιού του
την προσταγή, για το παιδί θλιμμένος, οπού η θεία
η Κορωνίδα εγέννησε στην όμορφη Λακέρεια,
σιμά εκειδά στις εκβολές του ποταμού τ᾽ Αμύρου.
Τέτοιος ο λόγος είν᾽ γι᾽ αυτά σ᾽ εκείνους τους ανθρώπους.
Μα ετούτους δεν τους έπιανε φαγιού ή πιοτού ο πόθος
620 ούτε στρεφόταν στη χαράν ο νους των· μα τις μέρες
σιγά σιγά στραγγίζανε στα πόδια, σκοτωμένοι
απ᾽ τη φριχτή τη μυρουδιά, π᾽ άφθονη ξεπετούσε
απ᾽ τον καυτό Φαέθοντα του Ηριδανού το ρέμα·
τις νύχτες πάλι ακούγανε τους δυνατούς τους βόγγους
625 των Ηλιάδων λυγερά που κλαίγαν· κι ως θρηνούσαν
τα δάκρυα των, στάλες λαδιού, μες στα νερά κυλούσαν.