Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.627-4.658)


ἐκ δὲ τόθεν Ῥοδανοῖο βαθὺν ῥόον εἰσαπέβησαν,
ὅς τ᾽ εἰς Ἠριδανὸν μετανίσσεται· ἄμμιγα δ᾽ ὕδωρ
ἐν ξυνοχῇ βέβρυχε κυκώμενον. αὐτὰρ ὃ γαίης
630ἐκ μυχάτης, ἵνα τ᾽ εἰσὶ πύλαι καὶ ἐδέθλια Νυκτός,
ἔνθεν ἀπορνύμενος τῇ μέν τ᾽ ἐπερεύγεται ἀκτάς
Ὠκεανοῦ, τῇ δ᾽ αὖτε μετ᾽ Ἰονίην ἅλα βάλλει,
τῇ δ᾽ ἐπὶ Σαρδόνιον πέλαγος καὶ ἀπείρονα κόλπον
ἑπτὰ διὰ στομάτων ἵει ῥόον. ἐκ δ᾽ ἄρα τοῖο
635λίμνας εἰσέλασαν δυσχείμονας, αἵ τ᾽ ἀνὰ Κελτῶν
ἤπειρον πέπτανται ἀθέσφατον· ἔνθα κεν οἵγε
ἄτῃ ἀεικελίῃ πέλασαν· φέρε γάρ τις ἀπορρώξ
κόλπον ἐς Ὠκεανοῖο, τὸν οὐ προδαέντες ἔμελλον
εἰσβαλέειν, τόθεν οὔ κεν ὑπότροποι ἐξεσάωθεν.
640ἀλλ᾽ Ἥρη σκοπέλοιο καθ᾽ Ἑρκυνίου ἰάχησεν
οὐρανόθεν προθοροῦσα· φόβῳ δ᾽ ἐτίναχθεν ἀυτῆς
πάντες ὁμῶς· δεινὸν γὰρ ἐπὶ μέγας ἔβραχεν αἰθήρ.
ἂψ δὲ παλιντροπόωντο θεᾶς ὕπο, καί ῥ᾽ ἐνόησαν
τὴν οἶμον, τῇπέρ τε καὶ ἔπλετο νόστος ἰοῦσιν.
645δηναιοὶ δ᾽ ἀκτὰς ἁλιμυρέας εἰσαφίκοντο
Ἥρης ἐννεσίῃσι, δι᾽ ἔθνεα μυρία Κελτῶν
καὶ Λιγύων περόωντες ἀδήιοι. ἀμφὶ γὰρ αἰνήν
ἠέρα χεῦε θεὰ πάντ᾽ ἤματα νισσομένοισιν.
μεσσότατον δ᾽ ἄρα τοίγε διὰ στόμα νηὶ βαλόντες
650Στοιχάδας εἰσαπέβαν νήσους σόοι εἵνεκα κούρων
Ζηνός· ὃ δὴ βωμοί τε καὶ ἱερὰ τοῖσι τέτυκται
ἔμπεδον. οὐδ᾽ οἶον κείνης ἐπίκουροι ἕποντο
ναυτιλίης, Ζεὺς δέ σφι καὶ ὀψιγόνων πόρε νῆας.
Στοιχάδας αὖτε λιπόντες ἐς Αἰθαλίην ἐπέρησαν
655νῆσον, ἵνα ψηφῖσιν ἀπωμόρξαντο καμόντες
ἱδρῶ ἅλις· χροιῇ δὲ κατ᾽ αἰγιαλοῖο κέχυνται
εἴκελαι. ἐν δὲ σόλοι καὶ τεύχεα θέσκελα κείνων·
ἐν δὲ λιμὴν Ἀργῷος ἐπωνυμίην πεφάτισται.



Διάπλους του Ροδανού.

Κι εκείθε μες στου Ροδανού το βαθύ ρέμα εμπήκαν
που πέφτει στον Ηριδανό· και τα νερά του αντάμα
στο σμίξιμο στριφογυρνούν μουγκρίζοντας· κι εκείνος
630 από της γης τα πέρατα, της Νύχτας πού ειναι οι πύλες
κι η κατοικία, από κειδά χωρίζοντας, προς το ᾽να
χύνεται στου Ωκεανού τις όχτες, κι από τ᾽ άλλο
χύνεται μες στο Ιόνιο πέλαγος, κι απ᾽ το τρίτο
μες στο Σαρδόνιο πέλαγος και στο μεγάλο κόλπο
με στόματα ξεχύνει επτά το ρέμα του. Απ᾽ αυτόνε
635 σε λίμνες μέσα μπήκανε κακοτρικυμισμένες,
πού ειναι απλωμένες στων Κελτών την άπειρη τη χώρα·
που θα πηγαίνανε κι εκεί απ᾽ την κακή των μοίρα.
Γιατί τους έφερνε γκρεμνός στου Ωκεανού τον κόλπο,
που χωρίς να τον ξέρουνε πριν, μέλλανε να μπούνε,
κι απ᾽ όπου να ᾽ρθουνε γεροί πίσω δε θα μπορούσαν.
640 Μα η Ήρα από τον ουρανό στο σκόπελον Ερκύνιο
μπρος τρέχοντας εφώναξε· κι απ᾽ της φωνής το φόβο
όλοι μαζί ετινάχτηκαν· και φοβερά ο μεγάλος
αιθέρας μούγκρισε· κι αυτοί απ᾽ τη θεά σπρωγμένοι
πάλι πίσω γυρίζανε και νιώσανε το δρόμο,
που αν έπαιρναν θενά ειχανε και γυρισμό στο σπίτι.
645 Κι αργά στα θαλασσόβρεχτα εφτάσαν ακρογιάλια·
από της Ήρας συμβουλές, ανάμεσα περνώντας
απ᾽ άμετρους λαών Κελτών άβλαφτοι και Λιγύων.
Γιατί έχυνε τριγύρω τους πυκνή η θεά ομίχλη
καθημερνώς ως έπλεαν. Κι απ᾽ το μεσαίο στόμα
του ποταμού περάσανε το πλοίο τους και βγήκαν
650 μες στις Στοιχάδες τα νησιά γεροί, γιατί του Δία
είχανε τα παιδιά μαζί. Κι όχι σ᾽ εκείνο μόνο
βοηθήσαν το ταξίδι αυτοί· μα χάρη από το Δία
είχαν αυτοί κατοπινά καράβια να γλιτώνουν.
Και τις Στοιχάδες άφησαν, και στο νησί περάσαν
655 την Αιθαλία, π᾽ άφθονον ιδρώτα κουρασμένοι
σφουγγίζαν με τα βότσαλα, κι είναι στο χρώμα ίδια
πολλά χυμένα στο γιαλό· και δίσκοι κι όπλα εκείνων·
κι είν᾽ και λιμάνι, της Αργώς τ᾽ όνομα που ᾽χει πάρει.