Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.659-4.717)


καρπαλίμως δ᾽ ἐνθένδε διὲξ ἁλὸς οἶδμα νέοντο
660Αὐσονίης ἀκτὰς Τυρσηνίδας εἰσορόωντες·
ἷξον δ᾽ Αἰαίης λιμένα κλυτόν· ἐκ δ᾽ ἄρα νηός
πείσματ᾽ ἐπ᾽ ἠιόνων σχεδόθεν βάλον. ἔνθα δὲ Κίρκην
εὗρον ἁλὸς νοτίδεσσι κάρη ἐπιφαιδρύνουσαν·
τοῖον γὰρ νυχίοισιν ὀνείρασιν ἐπτοίητο.
665αἵματί οἱ θάλαμοί τε καὶ ἕρκεα πάντα δόμοιο
μύρεσθαι δόκεον· φλὸξ δ᾽ ἀθρόα φάρμακ᾽ ἔδαπτεν,
οἷσι πάρος ξείνους θέλγ᾽ ἀνέρας, ὅστις ἵκοιτο·
τὴν δ᾽ αὐτὴ φονίῳ σβέσεν αἵματι πορφύρουσαν,
χερσὶν ἀφυσσαμένη· λῆξεν δ᾽ ὀλοοῖο φόβοιο.
670τὼ καὶ ἐπιπλομένης ἠοῦς νοτίδεσσι θαλάσσης
ἐγρομένη πλοκάμους τε καὶ εἵματα φαιδρύνεσκεν.
θῆρες δ᾽ οὐ θήρεσσιν ἐοικότες ὠμηστῇσιν,
οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ ἄνδρεσσιν ὁμὸν δέμας, ἄλλο δ᾽ ἀπ᾽ ἄλλων
συμμιγέες μελέων, κίον ἀθρόοι, ἠύτε μῆλα
675ἐκ σταθμῶν ἅλις εἶσιν ὀπηδεύοντα νομῆι.
τοίους καὶ προτέρης ἐξ ἰλύος ἐβλάστησεν
χθὼν αὐτὴ μικτοῖσιν ἀρηρεμένους μελέεσσιν,
οὔπω διψαλέῳ μάλ᾽ ὑπ᾽ ἠέρι πιληθεῖσα,
οὐδέ πω ἀζαλέοιο βολαῖς τόσον ἠελίοιο
680ἰκμάδας αἰνυμένη· τὰ δ᾽ ἐπὶ στίχας ἤγαγεν αἰών
συγκρίνας. τὼς οἵγε φυὴν ἀίδηλοι ἕποντο.
ἥρωας δ᾽ ἕλε θάμβος ἀπείριτον· αἶψα δ᾽ ἕκαστος
Κίρκης εἴς τε φυὴν εἴς τ᾽ ὄμματα παπταίνοντες
ῥεῖα κασιγνήτην φάσαν ἔμμεναι Αἰήταο.
685ἣ δ᾽ ὅτε δὴ νυχίων ἀπὸ δείματα πέμψεν ὀνείρων,
αὐτίκ᾽ ἔπειτ᾽ ἄψορρον ἀπέστιχε· τοὺς δ᾽ ἅμ᾽ ἕπεσθαι,
χειρὶ καταρρέξασα, δολοφροσύνῃσιν ἄνωγεν.
ἔνθ᾽ ἤτοι πληθὺς μὲν ἐφετμαῖς Αἰσονίδαο
μίμνεν ἀπηλεγέως· ὃ δ᾽ ἐρύσσατο Κολχίδα κούρην.
690ἄμφω δ᾽ ἑσπέσθην αὐτὴν ὁδόν, ἔστ᾽ ἀφίκοντο
Κίρκης ἐς μέγαρον· τοὺς δ᾽ ἐν λιπαροῖσι κέλευεν
ἥγε θρόνοις ἕζεσθαι, ἀμηχανέουσα κιόντων.
τὼ δ᾽ ἄνεῳ καὶ ἄναυδοι ἐφ᾽ ἑστίῃ ἀίξαντε
ἵζανον, ἥ τε δίκη λυγροῖς ἱκέτῃσι τέτυκται,
695ἣ μὲν ἐπ᾽ ἀμφοτέραις θεμένη χείρεσσι μέτωπα,
αὐτὰρ ὃ κωπῆεν μέγα φάσγανον ἐν χθονὶ πήξας,
ᾧπέρ τ᾽ Αἰήταο πάιν κτάνεν· οὐδέ ποτ᾽ ὄσσε
ἰθὺς ἐνὶ βλεφάροισιν ἀνέσχεθον. αὐτίκα δ᾽ ἔγνω
Κίρκη φύξιον οἶτον ἀλιτροσύνας τε φόνοιο.
700τὼ καὶ ὀπιζομένη Ζηνὸς θέμιν Ἱκεσίοιο,
ὃς μέγα μὲν κοτέει, μέγα δ᾽ ἀνδροφόνοισιν ἀρήγει,
ῥέζε θυηπολίην, οἵῃ τ᾽ ἀπολυμαίνονται
νηληεῖς ἱκέται, ὅτ᾽ ἐφέστιοι ἀντιόωσιν.
πρῶτα μὲν ἀτρέπτοιο λυτήριον ἥγε φόνοιο
705τειναμένη καθύπερθε συὸς τέκος, ἧς ἔτι μαζοί
πλήμμυρον λοχίης ἐκ νηδύος, αἵματι χεῖρας
τέγγεν, ἐπιτμήγουσα δέρην· αὖτις δὲ καὶ ἄλλοις
μείλισσεν χύτλοισι, καθάρσιον ἀγκαλέουσα
Ζῆνα, παλαμναίων τιμήορον ἱκεσιάων.
710καὶ τὰ μὲν ἀθρόα πάντα δόμων ἐκ λύματ᾽ ἔνεικαν
νηιάδες πρόπολοι, ταί οἱ πόρσυνον ἕκαστα.
ἣ δ᾽ εἴσω πελανοὺς μείλικτρά τε νηφαλίῃσιν
καῖεν ἐπ᾽ εὐχωλῇσι παρέστιος, ὄφρα χόλοιο
σμερδαλέας παύσειεν ἐρινύας, ἠδὲ καὶ αὐτός
715εὐμειδής τε πέλοιτο καὶ ἤπιος ἀμφοτέροισιν,
εἴτ᾽ οὖν ὀθνείῳ μεμιασμένοι αἵματι χεῖρας,
εἴτε καὶ ἐμφύλῳ προσκηδέες ἀντιόωσιν.


Η Κίρκη καθαρίζει τον Ιάσονα και την Μήδειαν από τον φόνον του Αψύρτου.

Γοργά απ᾽ εδώ στης θάλασσας το κύμα ταξιδεύαν
660 βλέποντας τις Τυρρηνικές ακτές της Αυσονίας·
και φτάσανε στο ξακουστό λιμάνι της Αιαίας
και δέσαν άκρη στο γιαλό του πλοίου τις πρυμάτσες.
Κι εκεί την Κίρκη εβρήκανε να βρέχει το κεφάλι
με τη νοτιά της θάλασσας· τόσό ηταν φοβισμένη
665 απ᾽ όνειρα νυχτερινά· γιατί της φάνηκε ότι
οι θάλαμοι και του σπιτιού οι τοίχοι βουτηγμένοι
ήτανε στο αίμα· κι η φωτιά τα βότανά της όλα
της έτρωγε, που μάγευε πιο πριν τον κάθε ξένο,
που θα ᾽φτανε στο σπίτι της· και τη φωτιά τη σβήνει
ως μάνιαζε με φονικό αίμα, ρίχνοντας χούφτες·
κι έτσι ξελευτερώθηκεν απ᾽ τον τρελό της φόβο.
670 Γι᾽ αυτό μόλις ξημέρωσε σηκώθη και τα ρούχα
και τα μαλλιά της δρόσιζε στης θάλασσας την άλμη.
Θεριά, που δεν εμοιάζανε σαν του βουνού θερία,
μα μήτε και μ᾽ ανθρώπινο παρόμοιο να ᾽χουν σώμα,
μα αλλιώτικο στ᾽ αλλιώτικο, μέλη ανακατεμένα,
τρέχαν σαν γιδοπρόβατα σωρόν από κοντά της,
675 ως ακλουθάνε το βοσκό απ᾽ το μαντρί σαν βγαίνει.
Τέτοια θεριά ξεφύτρωσε πιο πριν από τη λάσπη
η ίδια η γη μ᾽ ανάμιχτα μέλη συναρμοσμένα,
ακόμα πριν ν᾽ αναμιχθεί με διψασμένο αγέρα,
και πριν του ηλιού του καυτερού οι αχτίνες τη δροσιά της
680 της πάρουν. Τώρα στη σειρά ο χρόνος τα ᾽χει φέρει
όλα μαζί· έτσι φριχτά στο σώμα ακολουθούσαν.
Άμετρο θάμπος έπιασε τους ήρωες· κι αμέσως
καθώς της Κίρκης το κορμί βλέπανε και τα μάτια
εύκολα λέγαν αδερφή πως ήτανε του Αιήτη.
685 Κι αυτή το φόβο απ᾽ τ᾽ όνειρον ως έβγαλε της νύχτας
ευτύς κατόπι γύριζε πίσω· κι αυτούς μαζί της
με γλυκό τρόπο χαϊδευτά λέει ν᾽ ακολουθήσουν.
Μα ο Ιάσονας επρόσταξε εκεί να μείνουν οι άλλοι
κι αυτός μαζί του τράβηξε την κόρη την Κολχίδα·
690 κι ακλούθησαν οι δυο μαζί το δρόμο αυτό, ώσπου φτάσαν
στης Κίρκης μες στο μέγαρο, κι αυτή σε λαμπρούς θρόνους
τους πήγε να καθίσουνε μη ξέροντας τί θέλουν.
Κι αυτοί βουβοί κι αμίλητοι προς το βωμόν ορμήσαν
και κάθισαν, ως είν᾽ σωστό για θλιβερούς ικέτες,
695 η Μήδεια στο μέτωπο έχοντας τα δυο χέρια
κι αυτός το μέγα μπήγοντας πλατύ σπαθί στο χώμα,
μ᾽ εκείνο πού ειχε το παιδί σκοτώσει του Αιήτη·
και δεν εσήκωναν γραμμή μπροστά τα βλέφαρά των.
Ένιωσε τότε η Κίρκη ευτύς τη μοίρα της φυγής των
κι αμάρτημ᾽ από φονικό. Γι᾽ αυτό κι αυτή σεβάστη
700 του Δία του Ικέσιου το νόμο, που θυμώνει,
βαριά, και δίνει δυνατή βοήθεια στους φονιάδες,
κι ευτύς θυσίαν έκαμε, τέτοια που καθαρίζει,
όταν ικέτες ελεεινοί μες στο βωμό καθίσουν.
Πρώτα του φόνου του σκληρού για λύσιμο από πάνω
705 τέντωσε ένα χοιρίδιο γουρούνας, που οι μαστοί της
ήταν γεμάτοι απ᾽ την κοιλιά την ξελεχωνιασμένη·
και το λαιμό του κόβοντας με το αίμα του τα χέρια
τους έβρεχε· κι άλλα έπειτα καθαρτικά τους ρίχνει,
το Δία τον καθαρτικό καλώντας με ικεσίες,
που τους φονιάδες βοηθεί. Κι αυτά όλα από το σπίτι
710 βγάλαν τα καθαρίσματα νεράιδες υπηρέτρες,
που τοίμαζαν το καθετί· κι η Κίρκη μες στο σπίτι
έκαιγε με σεμνές ευχές μαλάγματα και πίτες
πα στο βωμό από την οργή τις άγριες Ερινύες
να πάψει, και ο Δίας αυτός ευνοϊκός να γένει
715 και μαλακός και για τους δυο, είτε με ξένον αίμα
εκείνοι δα τα χέρια των έχοντας λερωμένα
είτε και με συγγενικό τηνε παρακαλούσαν.