Φιλονικία Ίδα και Ίδμονος. Άσμα Ορφέως.
450 Κι όταν ο ήλιος προσπερνά τη μέση της ημέρας
και τα χωράφια απ᾽ των βουνών τους ίσκιους σκοτεινιάζουν,
σαν γέρνει ο ήλιος χαμηλά στης νύχτας το σκοτάδι,
τότε όλοι φυλλωσιές παχιές στην αμμουδιά εξαπλώσαν
κάτω, μπροστά από το γιαλό τον ασπρογαλιασμένο
455 και ξαπλωθήκαν στη σειρά· κι άμετρα εμπρός τους ήταν
φαγιά κι ολόγλυκο κρασί, που παίρναν με κανάτια
οι κεραστές· κι ευχάριστα κατόπι κουβεντιάζαν,
καθώς το συνηθίζουνε οι νιοι στο φαγοπότι,
η περηφάνια η βλαβερή μέσ᾽ απ᾽ αυτούς σαν λείπει.
460 Όμως με στενοχώρια του ξέταζε στην καρδιά του
ο Ιάσονας το καθετί και φαίνοταν θλιμμένος.
Και σαν τον είδε, δυνατά τον μάλωσεν ο Ίδας.
«Ποιά τάχα σκέψη στο μυαλό γυρίζεις, Αισονίδη;
πες φανερά τί σκέφτεσαι· γιά μήπως σου ᾽ρθε φόβος
465 και σε δειλιάζει, π᾽ άναντρους άντρες μόνο τρομάζει;
Μά αυτό το αντρείο δόρυ μου, που πιότερην απ᾽ άλλους
δόξα αποχτώ στους πόλεμους, και ωφέλεια δε μου δίνει
ο Δίας τόσην, όση αυτό το δόρυ, δεν θα σ᾽ εύρει
κακό σκληρό, κι ατέλεστον αγώνισμα δε θά ειναι,
470 ο Ίδας σαν σ᾽ ακολουθά, κι αν ο θεός δε θέλει·
τέτοιος να ξέρεις βοηθός σου ᾽ρθε από την Αρήνη.»
Είπε κι αρπάζει με τα δυο τα χέρια του ποτήρι
γεμάτο, κι έπινε γλυκό κρασί, κεφαλοσπάστη·
και μούσκευαν τα χείλια του, τα μαύρα του τα γένια·
475 κι όλοι φωνάξανε μαζί, κι ο Ίδμονας του λέει.
«Μαύρε μου! Είχες κι από πριν τέτοιες ολέθριες σκέψεις,
γιά μη το δυνατό κρασί σού φούσκωσε στα στήθια
τη θαρρετή σου την καρδιά και θεούς δε λογαριάζεις;
Είν᾽ άλλα της παρηγοριάς τα λόγια, που κάθ᾽ άντρας
480 δίνει θάρρος στο φίλο του· μα εσύ βλαστήμιες είπες.
Τέτοια λεν πως για τους θεούς ξερνούσανε τ᾽ αρχαία
του Αλωέα τα παιδιά, π᾽ ούτε σταλιά τούς βγαίνεις
συ στην αντρειά· μα και τα δυο απ᾽ τα γοργά τα βέλη
χαθήκανε τ᾽ Απόλλωνα, κι ας ήταν αντρειωμένα.»
485 Έτσ᾽ είπε. Δυνατά γελάει ο Ίδας τ᾽ Αφαρέα
και στρίβοντας τα μάτια του τού λέει με κοροϊδίες.
«Εμπρός και τώρα τούτο πες μ᾽ αυτές σου τις μαντείες,
αν και σε μένανε οι θεοί τέτοιο χαμό θα δώσουν,
σαν που ο δικός σου έδωκε γονιός στους Αλωϊάδες.
490 Μα σκέψου, από τα χέρια μου γερός πώς θα γλιτώσεις,
αν θα σε πιάσω ψεύτικες μαντείες να μαντεύεις.»
Και θυμωμένος έβριζε· κι η αμάχη θα προχώρα,
αν τις φωνές οι σύντροφοι δεν βάζαν στους πιασμένους,
κι ο ίδιος δεν τους μπόδαγε ο Ιάσονας· κι ο Ορφέας
495 αρπάζοντας τη λύρα του δεν άρχιζε τραγούδι.
Τραγούδαε πώς η θάλασσα κι η γη και τα επουράνια
ήτανε πριν όλα μαζί μπλεγμένα το ᾽να στ᾽ άλλο,
κι από τ᾽ ολέθριο μάλωμα χωρίστη το καθένα·
και πώς σημείο σταθερό στον ουρανό για πάντα
500 δείχνουν οι δρόμοι του ηλιού και τ᾽ άστρα κι η σελήνη.
Πώς ξεφυτρώσαν τα βουνά, τα βροντερά ποτάμια
μ᾽ όλες τις Νύμφες, τα ερπετά πώς γεννηθήκαν όλα.
Πώς βασιλεύαν στην αρχή Οφίων κι Ευρυνόμη
η Ωκεανίδα, στις κορφές του χιονισμένου Ολύμπου.
505 Κι ο Κρόνος πώς με δύναμη κι η Ρέα τις τιμές των
τους πήραν, και στου Ωκεανού τα κύματα τους ρίξαν.
Κι οι δυο τους στους μακάριους Τιτάνες βασιλεύαν,
ενόσω ακόμα ηταν παιδί, με παιδιακίσια γνώμη,
ο Δίας και ανατρέφοταν μες στη σπηλιά της Δίκτης,
κι ακόμα δεν τον είχανε της Γης οι γιοι οπλισμένο,
510 οι Κύκλωπες, με κεραυνό και με τ᾽ αστραποβρόντια·
γιατ᾽ είν᾽ αυτά, που δίνουνε τη δόξα του στο Δία.
Αυτά ειπε· και το θεϊκό τραγούδι η λύρα παύει.
Κι οι σύντροφοί του αχόρταγα, αν κι έπαψε ο Ορφέας
τεντώναν τα κεφάλια τους όλοι μαζί και μέναν
ακίνητοι απ᾽ το μάγεμα και με τ᾽ αυτιά ανοιγμένα·
515 γιατί τέτοια τούς άφησε γλυκάδα το τραγούδι.
Σε λίγο σαν εχύσανε λοιβές στο Δία, ως πρέπει,
μ᾽ ευλάβεια, και τις έσταξαν στις γλώσσες, που καιγόνταν,
τον ύπνο πια να θυμηθούν τους κάνει το σκοτάδι.
|