Κι όταν εκείνα όλα καλά τα τέλειωσε, κατόπι
τους σήκωσε και σε θρονιά τους βάζει σκαλισμένα
720 κι εκείνη αντίκρυ των κοντά κάθισε· και τους ρώτα
ευτύς για το ταξίδι τους και ποιάν είχαν ανάγκη,
και πούθε προς τη χώρα της ήρθανε και το σπίτι
κι έτσι καθίσαν στο βωμό· γιατί φριχτή του ονείρου
ως σκέφτοταν, ενθύμηση ερχόταν στο μυαλό της·
725 κι ήθελε τη συγγενική φωνή να ιδεί της κόρης,
που το ᾽νιωσε ως την κοίταξε μπαίνοντας στο κατώφλι.
Γιατ᾽ όλη του Ήλιου τη γενιά εύκολα τη γνωρίζεις·
γιατί απ᾽ τα βλέφαρα μακριά αστράφτοντας τα μάτια
ξεχύνανε καταντικρύ σαν κάποια χρυσή λάμψη.
730 Κι η Μήδεια, σαν τη ρώτα αυτή, το καθετί της είπε
γλώσσα μιλώντας Κολχική, του σοβαρού του Αιήτη
η θυγατέρα μαλακά, τους δρόμους, το ταξίδι
των ήρωων κι όσα υπόφεραν με τους τραχιούς αγώνες,
πώς απ᾽ της πολυβάσανης της αδερφής της λόγια
735 έσφαλε, κι έφυγε μακριά με τα παιδιά του Φρίξου
απ᾽ του γονιού της την οργή· μα τ᾽ Άψυρτου το φόνο
απόφυγε να τονε ειπεί· μα η Κίρκη δε γελάστη·
μα την λυπήθη μ᾽ όλ᾽ αυτά, που κλαιγε, και της είπε.
«Αλήθεια, μαύρη μου, κακό κι άπρεπο δρόμο εσκέφτης·
740 μα δεν ελπίζω για πολύ την άγρια οργή του Αιήτη
να την ξεφύγεις· γλήγορα θα ᾽ρθει και στης Ελλάδας
τα μέρη για να εκδικηθεί το φόνο του παιδιού του,
γιατί και συ δα αβάσταχτα έργα έχεις κανωμένα.
Μα, σαν ικέτης μου έτυχες και συγγενής μου ακόμα,
άλλο κακό δε θα σκεφτώ για σένα εδώ που μου ᾽ρθες.
745 Μα πήγαινε απ᾽ το σπίτι μου, τον ξένο ακολουθώντας
αυτόν, που δίχως του γονιού τη γνώμη άγνωστο πήρες·
και στο βωμό γονατιστή μη με παρακαλέσεις,
γιατί τουλάχιστον εγώ δεν θενα σου παινέσω
την άπρεπή σου τη φυγή ή την κακή τη σκέψη.»
Έτσ᾽ είπε αυτή, κι ανείπωτη της Μήδειας ήρθε λύπη
750 και στέναζε σκεπάζοντας τα μάτια με τον πέπλο,
ωσόπου από το χέρι της ο Ιάσονας τραβώντας
την έβγαλε απ᾽ το μέγαρο τρεμάμενη απ᾽ το φόβο·
κι από της Κίρκης φύγανε κι οι δυο μακριά το σπίτι.
|