Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.718-4.752)


αὐτὰρ ἐπεὶ μάλα πάντα πονήσατο, δὴ τότ᾽ ἔπειτα
εἷσεν ἐπὶ ξεστοῖσιν ἀναστήσασα θρόνοισιν,
720καὶ δ᾽ αὐτὴ πέλας ἷζεν ἐνωπαδίς. αἶψα δὲ μύθῳ
χρειὼ ναυτιλίην τε διακριδὸν ἐξερέεινεν,
ἠδ᾽ ὁπόθεν μετὰ γαῖαν ἑὴν καὶ δώματ᾽ ἰόντες
αὔτως ἱδρύνθησαν ἐφέστιοι. ἦ γὰρ ὀνείρων
μνῆστις ἀεικελίη δῦνεν φρένας ὁρμαίνουσαν·
725ἵετο δ᾽ αὖ κούρης ἐμφύλιον ἴδμεναι ὀμφήν,
αὐτίχ᾽ ὅπως ἐνόησεν ἀπ᾽ οὔδεος ὄσσε βαλοῦσαν.
πᾶσα γὰρ Ἠελίου γενεὴ ἀρίδηλος ἰδέσθαι
ἦεν, ἐπεὶ βλεφάρων ἀποτηλόθι μαρμαρυγῇσιν
οἷόν τε χρυσέην ἀντώπιον ἵεσαν αἴγλην.
730ἣ δ᾽ ἄρα τῇ τὰ ἕκαστα διειρομένῃ κατέλεξεν,
Κολχίδα γῆρυν ἱεῖσα, βαρύφρονος Αἰήταο
κούρη μειλιχίως, ἠμὲν στόλον ἠδὲ κελεύθους
ἡρώων, ὅσα τ᾽ ἀμφὶ θοοῖς ἐμόγησαν ἀέθλοις,
ὥς τε κασιγνήτης πολυκηδέος ἤλιτε βουλαῖς,
735ὥς τ᾽ ἀπονόσφιν ἄλυξεν ὑπέρβια δείματα πατρός
σὺν παισὶν Φρίξοιο· φόνον δ᾽ ἀλέεινεν ἐνισπεῖν
Ἀψύρτου. τὴν δ᾽ οὔτι νόῳ λάθεν· ἀλλὰ καὶ ἔμπης
μυρομένην ἐλέαιρεν, ἔπος δ᾽ ἐπὶ τοῖον ἔειπεν·
«σχετλίη, ἦ ῥα κακὸν καὶ ἀεικέα μήσαο νόστον.
740ἔλπομαι οὐκ ἐπὶ δήν σε βαρὺν χόλον Αἰήταο
ἐκφυγέειν· τάχα δ᾽ εἶσι καὶ Ἑλλάδος ἤθεα γαίης
τισόμενος φόνον υἷος, ὅτ᾽ ἄσχετα ἔργ᾽ ἐτέλεσσας.
ἄλλ᾽ ἐπεὶ οὖν ἱκέτις καὶ ὁμόγνιος ἔπλευ ἐμεῖο,
ἄλλο μὲν οὔτι κακὸν μητίσομαι ἐνθάδ᾽ ἰούσῃ·
745ἔρχεο δ᾽ ἐκ μεγάρων ξείνῳ συνοπηδὸς ἐοῦσα,
ὅντινα τοῦτον ἄιστον ἀείραο πατρὸς ἄνευθεν·
μηδέ με γουνάσσηαι ἐφέστιος· οὐ γὰρ ἔγωγε
αἰνήσω βουλάς τε σέθεν καὶ ἀεικέα φύξιν.»
ὣς φάτο. τὴν δ᾽ ἀμέγαρτον ἄχος λάβεν· ἀμφὶ δὲ πέπλον
750ὀφθαλμοῖσι βαλοῦσα γόον χέεν, ὄφρα μιν ἥρως
χειρὸς ἐπισχόμενος μεγάρων ἐξῆγε θύραζε
δείματι παλλομένην· λεῖπον δ᾽ ἀπὸ δώματα Κίρκης.


Κι όταν εκείνα όλα καλά τα τέλειωσε, κατόπι
τους σήκωσε και σε θρονιά τους βάζει σκαλισμένα
720 κι εκείνη αντίκρυ των κοντά κάθισε· και τους ρώτα
ευτύς για το ταξίδι τους και ποιάν είχαν ανάγκη,
και πούθε προς τη χώρα της ήρθανε και το σπίτι
κι έτσι καθίσαν στο βωμό· γιατί φριχτή του ονείρου
ως σκέφτοταν, ενθύμηση ερχόταν στο μυαλό της·
725 κι ήθελε τη συγγενική φωνή να ιδεί της κόρης,
που το ᾽νιωσε ως την κοίταξε μπαίνοντας στο κατώφλι.
Γιατ᾽ όλη του Ήλιου τη γενιά εύκολα τη γνωρίζεις·
γιατί απ᾽ τα βλέφαρα μακριά αστράφτοντας τα μάτια
ξεχύνανε καταντικρύ σαν κάποια χρυσή λάμψη.
730 Κι η Μήδεια, σαν τη ρώτα αυτή, το καθετί της είπε
γλώσσα μιλώντας Κολχική, του σοβαρού του Αιήτη
η θυγατέρα μαλακά, τους δρόμους, το ταξίδι
των ήρωων κι όσα υπόφεραν με τους τραχιούς αγώνες,
πώς απ᾽ της πολυβάσανης της αδερφής της λόγια
735 έσφαλε, κι έφυγε μακριά με τα παιδιά του Φρίξου
απ᾽ του γονιού της την οργή· μα τ᾽ Άψυρτου το φόνο
απόφυγε να τονε ειπεί· μα η Κίρκη δε γελάστη·
μα την λυπήθη μ᾽ όλ᾽ αυτά, που κλαιγε, και της είπε.
«Αλήθεια, μαύρη μου, κακό κι άπρεπο δρόμο εσκέφτης·
740 μα δεν ελπίζω για πολύ την άγρια οργή του Αιήτη
να την ξεφύγεις· γλήγορα θα ᾽ρθει και στης Ελλάδας
τα μέρη για να εκδικηθεί το φόνο του παιδιού του,
γιατί και συ δα αβάσταχτα έργα έχεις κανωμένα.
Μα, σαν ικέτης μου έτυχες και συγγενής μου ακόμα,
άλλο κακό δε θα σκεφτώ για σένα εδώ που μου ᾽ρθες.
745 Μα πήγαινε απ᾽ το σπίτι μου, τον ξένο ακολουθώντας
αυτόν, που δίχως του γονιού τη γνώμη άγνωστο πήρες·
και στο βωμό γονατιστή μη με παρακαλέσεις,
γιατί τουλάχιστον εγώ δεν θενα σου παινέσω
την άπρεπή σου τη φυγή ή την κακή τη σκέψη.»
Έτσ᾽ είπε αυτή, κι ανείπωτη της Μήδειας ήρθε λύπη
750 και στέναζε σκεπάζοντας τα μάτια με τον πέπλο,
ωσόπου από το χέρι της ο Ιάσονας τραβώντας
την έβγαλε απ᾽ το μέγαρο τρεμάμενη απ᾽ το φόβο·
κι από της Κίρκης φύγανε κι οι δυο μακριά το σπίτι.