Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.851-4.884)


τοὺς δ᾽ εὗρεν παρὰ νηὶ σόλῳ ῥιπῇσί τ᾽ ὀιστῶν
τερπομένους· ἣ δ᾽ ἆσσον ὀρεξαμένη χερὸς ἄκρης
Αἰακίδεω Πηλῆος· ὃ γάρ ῥά οἱ ἦεν ἀκοίτης·
οὐδέ τις εἰσιδέειν δύνατ᾽ ἔμπεδον, ἀλλ᾽ ἄρα τῷγε
855οἴῳ ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἐείσατο, φώνησέν τε·
«μηκέτι νῦν ἀκταῖς Τυρσηνίσιν ἧσθε μένοντες,
ἠῶθεν δὲ θοῆς πρυμνήσια λύετε νηός,
Ἥρῃ πειθόμενοι ἐπαρηγόνι. τῆς γὰρ ἐφετμαῖς
πασσυδίῃ κοῦραι Νηρηίδες ἀντιόωσιν
860νῆα διὲκ πέτρας, αἵ τε Πλαγκταὶ καλέονται,
ῥυσόμεναι. κείνη γὰρ ἐναίσιμος ὔμμι κέλευθος.
ἀλλὰ σὺ μή τῳ ἐμὸν δείξῃς δέμας, εὖτ᾽ ἂν ἴδηαι
ἀντομένην σὺν τῇσι· νόῳ δ᾽ ἔχε, μή με χολώσῃς
πλεῖον ἔτ᾽, ἢ τὸ πάροιθεν ἀπηλεγέως ἐχόλωσας.»
865ἦ, καὶ ἔπειτ᾽ ἀίδηλος ἐδύσατο βένθεα πόντου.
τὸν δ᾽ ἄχος αἰνὸν ἔτυψεν, ἐπεὶ πάρος οὐκέτ᾽ ἰοῦσαν
ἔδρακεν, ἐξότε πρῶτα λίπεν θάλαμόν τε καὶ εὐνήν
χωσαμένη Ἀχιλῆος ἀγαυοῦ νηπιάχοντος.
ἣ μὲν γὰρ βροτέας αἰεὶ περὶ σάρκας ἔδαιεν
870νύκτα διὰ μέσσην φλογμῷ πυρός· ἤματα δ᾽ αὖτε
ἀμβροσίῃ χρίεσκε τέρεν δέμας, ὄφρα πέλοιτο
ἀθάνατος, καί οἱ στυγερὸν χροῒ γῆρας ἀλάλκοι.
αὐτὰρ ὅγ᾽ ἐξ εὐνῆς ἀναπάλμενος εἰσενόησεν
παῖδα φίλον σπαίροντα διὰ φλογός, ἧκε δ᾽ ἀυτήν
875σμερδαλέην ἐσιδών, μέγα νήπιος· ἣ δ᾽ ἀίουσα
τὸν μὲν ἄρ᾽ ἁρπάγδην χαμάδις βάλε κεκληγῶτα,
αὐτὴ δὲ πνοιῇ ἰκέλη δέμας, ἠύτ᾽ ὄνειρος,
βῆ ῥ᾽ ἴμεν ἐκ μεγάροιο θοῶς, καὶ ἐσήλατο πόντον
χωσαμένη· μετὰ δ᾽ οὔ τι παλίσσυτος ἵκετ᾽ ὀπίσσω.
880τώ μιν ἀμηχανίη δῆσεν φρένας. ἀλλὰ καὶ ἔμπης
πᾶσαν ἐφημοσύνην Θέτιδος μετέειπεν ἑταίροις.
οἳ δ᾽ ἄρα μεσσηγὺς λῆξαν καὶ ἔπαυσαν ἀέθλους
ἐσσυμένως, δόρπον τε χαμεύνας τ᾽ ἀμφεπένοντο,
τῇς ἔνι δαισάμενοι νύκτ᾽ ἄεσαν, ὡς τὸ πάροιθεν.


Η Θέτις συμβουλεύει τον Πηλέα ν᾽ αναχωρήσουν οι Αργοναύται.

Τους ναύτες βρήκε αυτή σιμά στο πλοίο τους να παίζουν
δίσκο και βέλη ρίχνοντας· και πιάνει του Πηλέα
σιμότερα πηγαίνοντας την άκρη του χεριού του.
Γιατ᾽ ήταν άντρας της αυτός· κι άλλος κανείς δεν μπόρειε
να τηνε ιδεί, και μοναχά στα μάτια εμπρός εκείνου
855 η Θέτη εφανερώθηκε και μίλησε και τού ειπε.
«Στης Τυρρηνίας τους γιαλούς μη μένετε πια τώρα
και την αυγή του καραβιού να λύστε τις πρυμάτσες,
την Ήραν υπακούοντας που σας βοηθά· μ᾽ εκείνης
παραγγελιές όλες μαζί οι κόρες του Νηρέα
860 το πλοίο θ᾽ ανταμώσουνε και μέσ᾽ από τους βράχους
που τους καλούνε Κινητούς, αυτές θα το γλιτώσουν.
Γιατ᾽ είναι ανάμεσα απ᾽ αυτούς ο δρόμος ο γραφτός σας.
Μα μη με δείξεις κανενός σαν μ᾽ ίδεις με τις άλλες
να σ᾽ ανταμώσω· πρόσεχε μήπως και με θυμώσεις
πιότερο απ᾽ όσο πιο μπροστά σκληρά μ᾽ έχεις θυμώσει.»
865 Είπε· κι άφαντη βούτηξε στο βάθος του πελάου. .
Κι εκείνον λύπη φοβερή χτύπησε, γιατί ως τώρα
δεν την ξανάειδε ως έφυγε, τότε που πρωταφήκε
την κλίνη και το σπίτι της για το λαμπρό Αχιλλέα,
μωρό σαν ήτανε παιδί αγριοχολιασμένη.
Γιατί κάθε μεσάνυχτα μες στης φωτιάς τη φλόγα
870 τις σάρκες τις ανθρώπινες του ᾽καιγε· την ημέρα
πάλι αμβροσίαν άλειφε το τρυφερό του σώμα,
αθάνατος για να γενεί και για ναν τ᾽ αποδιώξει
απ᾽ το κορμί γεράματα μυριοκαταραμένα.
Μα αυτός απ᾽ το κρεβάτι του πηδώντας τότε βλέπει
το αγαπητό του το παιδί στις φλόγες να σπαράζει
875 κι έβαλε βροντερή φωνήν ο δόλιος βλέποντάς το.
Κι εκείνη σαν το άκουσε, κι ως το μωρό κρατούσε
που ᾽σκουζε, το πετά στη γη κάτω και με τ᾽ ανέμου
όμοια πνοή, σαν όνειρο πετάχτη από το σπίτι
έξω γοργά και πήδησε στο πέλαο θυμωμένη·
κι έπειτα πια δε γύρισε ποτέ στο σπίτι πίσω.
880 Για τούτο τώρα στάθηκεν ο νους του μ᾽ απορία·
μα μ᾽ όλ᾽ αυτά τις συμβουλές της Θέτης στους συντρόφους
είπ᾽ όλες· κι αυτοί τέλειωσαν και πάψαν τους αγώνες
γοργά και δείπνο ετοίμαζαν και στρωματσάδες κάτω·
και σαν εφάγαν, μες σ᾽ αυτές, σαν πριν εκοιμηθήκαν