Οι Αργοναύται διαβαίνουσι προ των Σειρήνων.
885 Κι όταν στην άκρη του ουρανού η φωτοφόρα εφάνη
αυγή, τότε με του γοργού το φύσημα Ζεφύρου
μπαίναν στο πλοίο απ᾽ τη στεριά· κι απ᾽ το βυθό τραβούσαν
χαρούμενοι τις άγκυρες και τ᾽ άρμενα όλα τ᾽ άλλα
εμάζεψαν ως έπρεπε· και το πανί σηκώσαν
890 ψηλά και το τεντώσανε με τα σκοινιά στα ξάρτια.
Έν᾽ αγεράκι μαλακό έσπρωχνε το καράβι
κι είδανε το νησί γοργά, την όμορφη Ανθεμούσα,
εκεί όπου οι λυγερόφωνες Σειρήνες, θυγατέρες
του Αχελώου, με τα γλυκά τραγούδια των τρελαίνουν
μαγεύοντας κάθ᾽ απ᾽ αυτούς, που θ᾽ άραζε κοντά τους.
895 Αυτές, σαν έπεσε αγκαλιά, και με τον Αχελώο
κοιμήθη, τις εγέννησεν η ώρια Τερψιχόρη,
μια από τις Μούσες. Κάποτε της Δήμητρας την κόρη
την έξοχην, ανύπαντρην ακόμα, ακολουθούσαν
και τραγουδάγανε μαζί. Μα τώρα το μισό τους
κορμί φαινόταν σαν πουλί, τ᾽ άλλο μισό παρθένα·
900 και πάντα τους προσμένοντας ψηλά σ᾽ αραξοβόλι
πολλών συχνά τ᾽ ολόγλυκο το γυρισμόν επήραν
και τους ελιώσαν σαν κερί. Κι αδιάκοπα και τούτων
γλυκιά φωνή απ᾽ το στόμα των ξεχύνανε και μέλλαν
αυτοί πια τις πρυμάτσες των να ρίξουν στ᾽ ακρογιάλι,
905 αν μη του Οιάγρου το παιδί το Θρακικό, ο Ορφέας,
τη λύρα τη Βιστόνια στα χέρια του κρατώντας,
δεν βρόντα σε γοργό σκοπό γοργότρεχο τραγούδι,
για να βουίζουνε τ᾽ αυτιά μαζί σαν ετραγούδα·
και τη φωνή των κοριτσιών ενίκησεν η λύρα.
910 Κι ο Ζέφυρος και το ηχερό κύμα σπρώχναν το πλοίο
την πρύμη του σηκώνοντας· κι αυτές φωνή ξεχύναν
αμέτρητη· μα μ᾽ όλ᾽ αυτά ο καλός γιος μονάχα
πρόφτασε του Τελέοντα απ᾽ όλους τους συντρόφους
κι απ᾽ το καλόξυστο θρανί πήδησε μες στον πόντο,
ο Βούτης, απ᾽ το λυγερό τραγούδι των Σειρήνων
με μαγεμένη την ψυχή. Και μες στο μαύρο κύμα
915 κολύμπα ο μαύρος για να βγει· κι εδώ θενα του παίρναν
ευτύς το γυρισμό του αυτές, αλλά τον ελυπήθη
η Κύπρη, που τον Έρυκα αφέντρα κυβερνάει
και μέσ᾽ απ᾽ τα γυρίσματα τον άρπαξε· κι αμέσως
τον έσωσε, να κατοικεί του Λιλυβαίου την άκρη.
|