Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.885-4.919)


885ἦμος δ᾽ ἄκρον ἔβαλλε φαεσφόρος οὐρανὸν Ἠώς,
δὴ τότε λαιψηροῖο κατηλυσίῃ ζεφύροιο
βαῖνον ἐπὶ κληῖδας ἀπὸ χθονός· ἐκ δὲ βυθοῖο
εὐναίας εἷλκον περιγηθέες, ἄλλα τε πάντα
ἄρμενα μηρύοντο κατὰ χρέος· ὕψι δὲ λαῖφος
890εἴρυσαν τανύσαντες ἐν ἱμάντεσσι κεραίης.
νῆα δ᾽ ἐυκραὴς ἄνεμος φέρεν· αἶψα δὲ νῆσον
καλὴν Ἀνθεμόεσσαν ἐσέδρακον, ἔνθα λίγειαι
Σειρῆνες σίνοντ᾽ Ἀχελωίδες ἡδείῃσιν
θέλγουσαι μολπῇσιν, ὅτις παρὰ πεῖσμα βάλοιτο.
895τὰς μὲν ἄρ᾽ εὐειδὴς Ἀχελωίῳ εὐνηθεῖσα
γείνατο Τερψιχόρη, Μουσέων μία· καί ποτε Δηοῦς
θυγατέρ᾽ ἰφθίμην ἀδμῆτ᾽ ἔτι πορσαίνεσκον
ἄμμιγα μελπόμεναι· τότε δ᾽ ἄλλο μὲν οἰωνοῖσιν,
ἄλλο δὲ παρθενικαῖς ἐναλίγκιαι ἔσκον ἰδέσθαι.
900αἰεὶ δ᾽ εὐόρμου δεδοκημέναι ἐκ περιωπῆς
ἦ θαμὰ δὴ πολέων μελιηδέα νόστον ἕλοντο,
τηκεδόνι φθινύθουσαι· ἀπηλεγέως δ᾽ ἄρα καὶ τοῖς
ἵεσαν ἐκ στομάτων ὄπα λείριον. οἳ δ᾽ ἀπὸ νηός
ἤδη πείσματ᾽ ἔμελλον ἐπ᾽ ἠιόνεσσι βαλέσθαι,
905εἰ μὴ ἄρ᾽ Οἰάγροιο πάις Θρηίκιος Ὀρφεύς
Βιστονίην ἐνὶ χερσὶν ἑαῖς φόρμιγγα τανύσσας
κραιπνὸν ἐυτροχάλοιο μέλος κανάχησεν ἀοιδῆς,
ὄφρ᾽ ἄμυδις κλονέοντος ἐπιβρομέωνται ἀκουαί
κρεγμῷ· παρθενίην δ᾽ ἐνοπὴν ἐβιήσατο φόρμιγξ.
910νῆα δ᾽ ὁμοῦ ζέφυρός τε καὶ ἠχῆεν φέρε κῦμα
πρυμνόθεν ὀρνύμενον· ταὶ δ᾽ ἄκριτον ἵεσαν αὐδήν.
ἀλλὰ καὶ ὧς Τελέοντος ἐὺς πάις, οἶος ἑταίρων
προφθάμενος, ξεστοῖο κατὰ ζυγοῦ ἔνθορε πόντῳ
Βούτης, Σειρήνων λιγυρῇ ὀπὶ θυμὸν ἰανθείς·
915νῆχε δὲ πορφυρέοιο δι᾽ οἴδματος, ὄφρ᾽ ἐπιβαίη,
σχέτλιος· ἦ τέ οἱ αἶψα καταυτόθι νόστον ἀπηύρων,
ἀλλά μιν οἰκτείρασα θεὰ Ἔρυκος μεδέουσα
Κύπρις ἔτ᾽ ἐν δίναις ἀνερέψατο, καί ῥ᾽ ἐσάωσεν
πρόφρων ἀντομένη Λιλυβηίδα ναιέμεν ἄκρην.


Οι Αργοναύται διαβαίνουσι προ των Σειρήνων.

885 Κι όταν στην άκρη του ουρανού η φωτοφόρα εφάνη
αυγή, τότε με του γοργού το φύσημα Ζεφύρου
μπαίναν στο πλοίο απ᾽ τη στεριά· κι απ᾽ το βυθό τραβούσαν
χαρούμενοι τις άγκυρες και τ᾽ άρμενα όλα τ᾽ άλλα
εμάζεψαν ως έπρεπε· και το πανί σηκώσαν
890 ψηλά και το τεντώσανε με τα σκοινιά στα ξάρτια.
Έν᾽ αγεράκι μαλακό έσπρωχνε το καράβι
κι είδανε το νησί γοργά, την όμορφη Ανθεμούσα,
εκεί όπου οι λυγερόφωνες Σειρήνες, θυγατέρες
του Αχελώου, με τα γλυκά τραγούδια των τρελαίνουν
μαγεύοντας κάθ᾽ απ᾽ αυτούς, που θ᾽ άραζε κοντά τους.
895 Αυτές, σαν έπεσε αγκαλιά, και με τον Αχελώο
κοιμήθη, τις εγέννησεν η ώρια Τερψιχόρη,
μια από τις Μούσες. Κάποτε της Δήμητρας την κόρη
την έξοχην, ανύπαντρην ακόμα, ακολουθούσαν
και τραγουδάγανε μαζί. Μα τώρα το μισό τους
κορμί φαινόταν σαν πουλί, τ᾽ άλλο μισό παρθένα·
900 και πάντα τους προσμένοντας ψηλά σ᾽ αραξοβόλι
πολλών συχνά τ᾽ ολόγλυκο το γυρισμόν επήραν
και τους ελιώσαν σαν κερί. Κι αδιάκοπα και τούτων
γλυκιά φωνή απ᾽ το στόμα των ξεχύνανε και μέλλαν
αυτοί πια τις πρυμάτσες των να ρίξουν στ᾽ ακρογιάλι,
905 αν μη του Οιάγρου το παιδί το Θρακικό, ο Ορφέας,
τη λύρα τη Βιστόνια στα χέρια του κρατώντας,
δεν βρόντα σε γοργό σκοπό γοργότρεχο τραγούδι,
για να βουίζουνε τ᾽ αυτιά μαζί σαν ετραγούδα·
και τη φωνή των κοριτσιών ενίκησεν η λύρα.
910 Κι ο Ζέφυρος και το ηχερό κύμα σπρώχναν το πλοίο
την πρύμη του σηκώνοντας· κι αυτές φωνή ξεχύναν
αμέτρητη· μα μ᾽ όλ᾽ αυτά ο καλός γιος μονάχα
πρόφτασε του Τελέοντα απ᾽ όλους τους συντρόφους
κι απ᾽ το καλόξυστο θρανί πήδησε μες στον πόντο,
ο Βούτης, απ᾽ το λυγερό τραγούδι των Σειρήνων
με μαγεμένη την ψυχή. Και μες στο μαύρο κύμα
915 κολύμπα ο μαύρος για να βγει· κι εδώ θενα του παίρναν
ευτύς το γυρισμό του αυτές, αλλά τον ελυπήθη
η Κύπρη, που τον Έρυκα αφέντρα κυβερνάει
και μέσ᾽ απ᾽ τα γυρίσματα τον άρπαξε· κι αμέσως
τον έσωσε, να κατοικεί του Λιλυβαίου την άκρη.