Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.920-4.967)


920οἳ δ᾽ ἄχεϊ σχόμενοι τὰς μὲν λίπον, ἄλλα δ᾽ ὄπαζον
κύντερα μιξοδίῃσιν ἁλὸς ῥαιστήρια νηῶν.
τῇ μὲν γὰρ Σκύλλης λισσὴ προυφαίνετο πέτρη·
τῇ δ᾽ ἄμοτον βοάασκεν ἀναβλύζουσα Χάρυβδις·
ἄλλοθι δὲ Πλαγκταὶ μεγάλῳ ὑπὸ κύματι πέτραι
925ῥόχθεον, ᾗχι πάροιθεν ἀπέπτυεν αἰθομένη φλόξ
ἄκρων ἐκ σκοπέλων, πυριθαλπέος ὑψόθι πέτρης,
καπνῷ δ᾽ ἀχλυόεις αἰθὴρ πέλεν, οὐδέ κεν αὐγάς
ἔδρακες ἠελίοιο. τότ᾽ αὖ λήξαντος ἀπ᾽ ἔργων
Ἡφαίστου θερμὴν ἔτι κήκιε πόντος ἀυτμήν.
930ἔνθα σφιν κοῦραι Νηρηίδες ἄλλοθεν ἄλλαι
ἤντεον· ἣ δ᾽ ὄπιθεν πτερύγος θίγε πηδαλίοιο
δῖα Θέτις, Πλαγκτῇσιν ἐνὶ σπιλάδεσσιν ἐρύσσαι.
ὡς δ᾽ ὁπότ᾽ ἂν δελφῖνες ὑπὲξ ἁλὸς εὐδιόωντες
σπερχομένην ἀγεληδὸν ἑλίσσωνται περὶ νῆα
935ἄλλοτε μὲν προπάροιθεν ὁρώμενοι, ἄλλοτ᾽ ὄπισθεν,
ἄλλοτε παρβολάδην, ναύτῃσι δὲ χάρμα τέτυκται·
ὣς αἳ ὑπεκπροθέουσαι ἐπήτριμοι εἱλίσσοντο
Ἀργῴῃ περὶ νηί, Θέτις δ᾽ ἴθυνε κέλευθον.
καί ῥ᾽ ὅτε δὴ Πλαγκτῇσιν ἐνιχρίμψεσθαι ἔμελλον,
940αὐτίκ᾽ ἀνασχόμεναι λευκοῖς ἐπὶ γούνασι πέζας,
ὑψοῦ ἐπ᾽ αὐτάων σπιλάδων καὶ κύματος ἀγῆς
ῥώοντ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθα διασταδὸν ἀλλήλῃσιν.
τὴν δὲ παρηορίην κόπτεν ῥόος· ἀμφὶ δὲ κῦμα
λάβρον ἀειρόμενον πέτραις ἐπικαχλάζεσκεν,
945αἵ θ᾽ ὁτὲ μὲν κρημνοῖς ἐναλίγκιαι ἠέρι κῦρον,
ἄλλοτε δὲ βρύχιαι νεάτῳ ὑπὸ πυθμένι πόντου
ἠρήρειν, τὸ δὲ πολλὸν ὑπείρεχεν ἄγριον οἶδμα.
αἳ δ᾽, ὥστ᾽ ἠμαθόεντος ἐπισχεδὸν αἰγιαλοῖο
παρθενικαί, δίχα κόλπον ἐπ᾽ ἰξύας εἱλίξασαι,
950σφαίρῃ ἀθύρουσιν περιηγέι· ἡ μὲν ἔπειτα
ἄλλη ὑπ᾽ ἐξ ἄλλης δέχεται καὶ ἐς ἠέρα πέμπει
ὕψι μεταχρονίην· ἣ δ᾽ οὔ ποτε πίλναται οὔδει·
ὣς αἳ νῆα θέουσαν ἀμοιβαδὶς ἄλλοθεν ἄλλη
πέμπε διηερίην ἐπὶ κύμασιν, αἰὲν ἄπωθεν
955πετράων· περὶ δέ σφιν ἐρευγόμενον ζέεν ὕδωρ.
τὰς δὲ καὶ αὐτὸς ἄναξ κορυφῆς ἔπι λισσάδος ἄκρης
ὀρθὸς ἐπὶ στελεῇ τυπίδος βαρὺν ὦμον ἐρείσας
Ἥφαιστος θηεῖτο, καὶ αἰγλήεντος ὕπερθεν
οὐρανοῦ ἑστηυῖα Διὸς δάμαρ· ἀμφὶ δ᾽ Ἀθήνῃ
960βάλλε χέρας· τοῖόν μιν ἔχεν δέος εἰσορόωσαν.
ὅσση δ᾽ εἰαρινοῦ μηκύνεται ἤματος αἶσα,
τοσσάτιον μογέεσκον ἐπὶ χρόνον, ὀχλίζουσαι
νῆα διὲκ πέτρας πολυηχέας. οἳ δ᾽ ἀνέμοιο
αὖτις ἐπαυρόμενοι προτέρω θέον· ὦκα δ᾽ ἄμειβον
965Θρινακίης λειμῶνα, βοῶν τροφὸν Ἠελίοιο.
ἔνθ᾽ αἳ μὲν κατὰ βένθος ἀλίγκιαι αἰθυίῃσιν
δῦνον, ἐπεί ῥ᾽ ἀλόχοιο Διὸς πόρσυνον ἐφετμάς.


Αι Νηρηίδες διαβιβάζουν την Αργώ δια της Σκύλλας, της Χαρύβδεως και των Πλαγκτών Βράχων.

920 Και λυπημένοι οι ήρωες αφήσαν τις Σειρήνες,
κι άλλα χειρότερα κακά, καταστροφή των πλοίων
πηγαίναν στα θαλασσινά να βρούνε σταυροδρόμια.
Γιατί απ᾽ τη μιαν ο γλιστερός της Σκύλλας ήταν Βράχος,
κι από την άλλη αδιάκοπα η Χάρυβδη βογγούσε
αναφυσώντας το νερό· και παραπέρα οι Βράχοι
οι Κινητοί βογγούσανε απ᾽ το μεγάλο κύμα,
925 όπου πιο μπρος η καυτερή η φλόγα εξεπετούσε
από των βράχων την κορφή πάνω απ᾽ το φλογισμένο
το βράχο, κι από τον καπνόν σκοτείνιαζε ο αιθέρας,
και δεν μπορούσες πια να ιδείς ούτε τη λάμψη του ήλιου.
Και τώρα σαν ο Ήφαιστος τέλειωσε τη δουλειά του
θερμόν ατμόν το πέλαγος αναπετούσε ακόμα.
930 Και εδώ τους απαντήσανε οι κόρες οι Νηρηίδες
άλλες εδώ κι άλλες εκεί· και η θεϊκιά η Θέτη
άγγιζε του πηδάλιου πίσωθε τη φτερούγα
στους σκόπελους τους Κινητούς έξω να το τραβήξει.
Κι όπως στο ήσυχο πέλαγο κοπάδια τα δελφίνια
γύρω τριγύρω φέρνουνε στο βιαστικό καράβι
935 κι άλλοτε φαίνουνται μπροστά κι άλλοτε πάλι πίσω,
κι άλλοτε από τα πλάγια του, κι είναι η χαρά του ναύτη·
έτσι κι εκείνες τρέχανε μπροστά κι η μια στην άλλη
πάνω, τριγύρω απ᾽ την Αργώ το πλοίο τριγυρίζαν
κι η Θέτιδα το δρόμο του διεύθυνε. Μα όταν
στους Κινητούς εμέλλανε τους Βράχους να ζυγώσουν
940 ευτύς πάνω σηκώσανε, ως τ᾽ άσπρα γόνατά των
τα ρούχα των, και στα ψηλά απάνω από τους Βράχους
κι απάνω από το σπάσιμο, τους σπρώχναν των κυμάτων,
δώθε και κείθε στέκοντας η μια κατά την άλλη·
και το καράβι εχτύπαγε το ρέμα στον αγέρα·
και γύρω του φουσκώνοντας το ορμητικό το κύμα
945 πάνω στους βράχους κόχλαζε, π᾽ άλλοτε στον αγέρα
βγαίναν παρόμοιοι με γκρεμνούς, κι άλλοτε στου πελάου
μες στο βαθύτατο βυθό μες στα νερά ακουμπούσαν,
κι απάνωθέ τους έβγαινε πολύ τ᾽ άγριο το κύμα.
Κι εκείνες, ως σ᾽ αμμουδερό γιαλό σιμά παρθένες
στη μέση τους το φόρεμα γύρω περιτυλώντας
950 παίζουν με σφαίρα στρογγυλή· κι η μια από την άλλη
την δέχεται και στ᾽ αψηλά ώρα πολλή την στέλνει·
και δεν προφταίνει αυτή ποτέ ν᾽ αγγίσει στη γη κάτω·
έτσι κι αυτές ως έτρεχε το πλοίο η μια στην άλλη
με τη σειρά το στέλνανε πετώντας στον αγέρα
απάνω από τα κύματα, πάντα μακριά απ᾽ τους βράχους·
955 και γύρω τους ανάβραζε χυτό το μαύρο κύμα.
Κι απάνω σε μια γλιστερή βράχου κορφήν ο ίδιος
ο βασιλιάς ο Ήφαιστος ολόρθος ακουμπώντας
τον βαρύν ώμο στου σφυριού το χέρι τις κοιτούσε·
και στον αστραφτερό ουρανό στέκοντας από πάνω
του Δία η γυναίκα εκοίταζε και ξάπλωνε τα χέρια
960 στην Αθηνά· τόσο πολύ βλέποντας πήρε φόβο.
Κι όσο της ανοιξιάτικης ημέρας είν᾽ το μάκρος,
τόσον καιρό κοπιάζανε διώχνοντας οι Νηρηίδες
το πλοίο απ᾽ τους πολύβουους τους βράχους. Τότε πάλι
αγέρα πετυχαίνοντας καλόν οι Αργοναύτες
πιο μπρος τραβούσαν· και γοργά περνούσαν τα λιβάδια
965 της Τρινακρίας, που ᾽βοσκαν του Ήλιου οι αγελάδες.
Τότε οι Νηρηίδες όμοιες με αίθυιες βουτήξαν
στο βάθος, τις παραγγελιές σαν έκαναν της Ήρας.