Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.968-4.1010)


τοὺς δ᾽ ἄμυδις βληχή τε δι᾽ ἠέρος ἵκετο μήλων,
μυκηθμός τε βοῶν αὐτοσχεδὸν οὔατ᾽ ἔβαλλεν.
970καὶ τὰ μὲν ἑρσήεντα κατὰ δρία ποιμαίνεσκεν
ὁπλοτέρη Φαέθουσα θυγατρῶν Ἠελίοιο,
ἀργύρεον χαῖον παλάμῃ ἔνι πηχύνουσα·
Λαμπετίη δ᾽ ἐπὶ βουσὶν ὀρειχάλκοιο φαεινοῦ
πάλλεν ὀπηδεύουσα καλαύροπα. τὰς δὲ καὶ αὐτοί
975βοσκομένας ποταμοῖο παρ᾽ ὕδασιν εἰσορόωντο
ἂμ πεδίον καὶ ἕλος λειμώνιον· οὐδέ τις ἦεν
κυανέη μετὰ τῇσι δέμας, πᾶσαι δὲ γάλακτι
εἰδόμεναι χρυσέοισι κεράασι κυδιάασκον.
καὶ μὲν τὰς παράμειβον ἐπ᾽ ἤματι· νυκτὶ δ᾽ ἰούσῃ
980πεῖρον ἁλὸς μέγα λαῖτμα κεχαρμένοι, ὄφρα καὶ αὖτις
ἠὼς ἠριγενὴς φέγγος βάλε νισσομένοισιν.
ἔστι δέ τις πορθμοῖο παροιτέρη Ἰονίοιο
ἀμφιλαφὴς πίειρα Κεραυνίῃ εἰν ἁλὶ νῆσος,
ᾗ ὕπο δὴ κεῖσθαι δρέπανον φάτις —ἵλατε Μοῦσαι,
985οὐκ ἐθέλων ἐνέπω προτέρων ἔπος— ᾧ ἀπὸ πατρός
μήδεα νηλειῶς ἔταμε Κρόνος· οἳ δέ ἑ Δηοῦς
κλείουσι χθονίης καλαμητόμον ἔμμεναι ἅρπην.
Δηὼ γὰρ κείνῃ ἐνὶ δή ποτε νάσσατο γαίῃ,
Τιτῆνας δ᾽ ἔδαεν στάχυν ὄμπνιον ἀμήσασθαι,
990Μάκριδα φιλαμένη· Δρεπάνη τόθεν ἐκλήισται
οὔνομα, Φαιήκων ἱερὴ τροφός. ὣς δὲ καὶ αὐτοί
αἵματος Οὐρανίοιο γένος Φαίηκες ἔασιν.
τοὺς Ἀργὼ πολέεσσιν ἐνισχομένη καμάτοισιν
Θρινακίης αὔραις ἵκετ᾽ ἐξ ἁλός. οἳ δ᾽ ἀγανῇσιν
995Ἀλκίνοος λαοί τε θυηπολίῃσιν ἰόντας
δειδέχατ᾽ ἀσπασίως· ἐπὶ δέ σφισι καγχαλάασκεν
πᾶσα πόλις· φαίης κεν ἑοῖς ἐπὶ παισὶ γάνυσθαι.
καὶ δ᾽ αὐτοὶ ἥρωες ἀνὰ πληθὺν κεχάροντο,
τῷ ἴκελοι, οἷόν τε μεσαιτάτῃ ἐμβεβαῶτες
1000Αἱμονίῃ. μέλλον δὲ βοῇ ἔπι θωρήξεσθαι·
ὧδε μάλ᾽ ἀγχίμολον στρατὸς ἄσπετος ἐξεφαάνθη
Κόλχων, οἳ Πόντοιο κατὰ στόμα καὶ διὰ πέτρας
Κυανέας μαστῆρες ἀριστήων ἐπέρησαν.
Μήδειαν δ᾽ ἔξαιτον ἑοῦ ἐς πατρὸς ἄγεσθαι
1005ἵεντ᾽ ἀπροφάτως, ἠὲ στονόεσσαν ἀυτήν
νωμήσειν χαλεπῇσιν ὁμόκλεον ἀτροπίῃσιν
αὖθί τε καὶ μετέπειτα σὺν Αἰήταο κελεύθῳ.
ἀλλά σφεας κατέρυκεν ἐπειγομένους πολέμοιο
κρείων Ἀλκίνοος. λελίητο γὰρ ἀμφοτέροισιν
1010δηιοτῆτος ἄνευθεν ὑπέρβια νείκεα λῦσαι.


Άφιξις των Αργοναυτών εις Φαίακας.

Και των Αργοναυτών τ᾽ αυτιά χτύπησε απ᾽ τον αγέρα
κοντά μουγκάνισμα βοδιών και βέλασμα προβάτων.
970 Κι αυτά μέσα στα δροσερά τα δάση τα βοσκούσε
η Φαέθουσα, η μικρότερη του Ήλιου θυγατέρα,
κρατώντας στην παλάμη της ένα ραβδί ασημένιο·
κι η Λαμπετία, από λαμπρόν ορείχαλκο κρατούσε
βουκέντρα κι ακολούθαγε τα βόδια· Κι αυτοί οι ίδιοι
975 τά ειδαν σιμά στου ποταμού τα ρέματα να βόσκουν,
στον κάμπο και στου λιβαδιού το βάλτο· και δεν ήταν
κανένα μαύρο μες σ᾽ αυτά, μα ολόασπρα σαν το γάλα
παρόμοια καμαρώνανε με τα χρυσά τους κέρα.
Κι όλη τη μέρα μπρος σ᾽ αυτά περνούσαν· κι άμα η νύχτα
980 ήρθε, περνούσαν με χαρά της θάλασσας το μέγα
το διάστημα ωσόπου η αυγή να προχωρούν τους ήβρε.
Κι απ᾽ τον Ιόνιο τον πορθμό πιο μπρος είν᾽ δασωμένο
κι εύφορο μες στη θάλασσα νησί η Κεραυνία.
Κάτω από κείνο βρίσκεται, ως λένε, το δρεπάνι—
985 και Μούσες, συγχωρήστε με, θα ειπώ χωρίς να θέλω
λόγο παλιό—, που θέρισεν ο Κρόνος δίχως λύπη
απ᾽ το γονιό του τ᾽ αχαμνά, τον Ουρανό. Μα οι άλλοι
λένε πως είν᾽ της Δήμητρας, της χθόνιας το δρεπάνι,
π᾽ έκοβε σταχοκαλαμιές· γιατί σ᾽ αυτή τη χώρα
κάποτ᾽ έμενε η Δήμητρα· κι έμαθε τους Τιτάνες
990 τα πλούσια να θερίζουνε στάχυα, γιατί αγαπούσε
τη Μάκρη· κι έχει ονομαστεί Δρεπάνη από τα τότε,
η άγια των Φαιάκων τροφός· κι αυτοί οι ίδιοι είναι
οι Φαίακες, απ᾽ του Ουρανού γενιά βγαλμένη το αίμα.
Σ᾽ εκείνους έφτασε η Αργώ κόπους πολλούς τραβώντας
από το πέλαο μ᾽ άνεμους Σικελικούς· κι εκείνοι
995 ο Αλκίνοος και ο λαός μ᾽ ευγενικές θυσίες
ευχάριστα τους δέχονταν σαν ήρθαν· κι όλη η πόλη
γι᾽ αυτούς χαιρόταν· θα ᾽λεγες για τα παιδιά των χαίραν·
κι οι Αργοναύτες χαίρονταν ανάμεσα στον κόσμο,
σαν νά ειχαν μέσα στην καρδιά της Αιμονίας φτάσει.

Η Μήδεια ζητεί την προστασίαν της Αρήτης.

1000 Μα εμέλλαν με πολλή βουή στα όπλα τους να ντυθούνε.
Γιατί σιμά τους άξαφνα στρατός άμετρος φάνη
των Κόλχων, που απ᾽ την είσοδο του Πόντου και τους βράχους
τους Μαύρους επεράσανε τους ήρωες ζητώντας·
και ζήταγαν τη Μήδεια στο σπίτι του γονιού της
1005 να πάνε δίχως πρόφαση· ειδάλλως άγρια μάχη
να κάνουν απειλούσανε, και τώρα δίχως άλλο,
κι απέ ξανά σαν θα ᾽ρχονταν μαζί με τον Αιήτη·
όμως τους εσυγκράτησε που πόλεμο εποθούσαν
ο δυνατός Αλκίνοος· γιατί πολύ επεθύμα
1010 των δυο τις άγριες διαφορές να λύσει χωρίς έχτρα.