Άφιξις των Αργοναυτών εις Φαίακας.
Και των Αργοναυτών τ᾽ αυτιά χτύπησε απ᾽ τον αγέρα
κοντά μουγκάνισμα βοδιών και βέλασμα προβάτων.
970 Κι αυτά μέσα στα δροσερά τα δάση τα βοσκούσε
η Φαέθουσα, η μικρότερη του Ήλιου θυγατέρα,
κρατώντας στην παλάμη της ένα ραβδί ασημένιο·
κι η Λαμπετία, από λαμπρόν ορείχαλκο κρατούσε
βουκέντρα κι ακολούθαγε τα βόδια· Κι αυτοί οι ίδιοι
975 τά ειδαν σιμά στου ποταμού τα ρέματα να βόσκουν,
στον κάμπο και στου λιβαδιού το βάλτο· και δεν ήταν
κανένα μαύρο μες σ᾽ αυτά, μα ολόασπρα σαν το γάλα
παρόμοια καμαρώνανε με τα χρυσά τους κέρα.
Κι όλη τη μέρα μπρος σ᾽ αυτά περνούσαν· κι άμα η νύχτα
980 ήρθε, περνούσαν με χαρά της θάλασσας το μέγα
το διάστημα ωσόπου η αυγή να προχωρούν τους ήβρε.
Κι απ᾽ τον Ιόνιο τον πορθμό πιο μπρος είν᾽ δασωμένο
κι εύφορο μες στη θάλασσα νησί η Κεραυνία.
Κάτω από κείνο βρίσκεται, ως λένε, το δρεπάνι—
985 και Μούσες, συγχωρήστε με, θα ειπώ χωρίς να θέλω
λόγο παλιό—, που θέρισεν ο Κρόνος δίχως λύπη
απ᾽ το γονιό του τ᾽ αχαμνά, τον Ουρανό. Μα οι άλλοι
λένε πως είν᾽ της Δήμητρας, της χθόνιας το δρεπάνι,
π᾽ έκοβε σταχοκαλαμιές· γιατί σ᾽ αυτή τη χώρα
κάποτ᾽ έμενε η Δήμητρα· κι έμαθε τους Τιτάνες
990 τα πλούσια να θερίζουνε στάχυα, γιατί αγαπούσε
τη Μάκρη· κι έχει ονομαστεί Δρεπάνη από τα τότε,
η άγια των Φαιάκων τροφός· κι αυτοί οι ίδιοι είναι
οι Φαίακες, απ᾽ του Ουρανού γενιά βγαλμένη το αίμα.
Σ᾽ εκείνους έφτασε η Αργώ κόπους πολλούς τραβώντας
από το πέλαο μ᾽ άνεμους Σικελικούς· κι εκείνοι
995 ο Αλκίνοος και ο λαός μ᾽ ευγενικές θυσίες
ευχάριστα τους δέχονταν σαν ήρθαν· κι όλη η πόλη
γι᾽ αυτούς χαιρόταν· θα ᾽λεγες για τα παιδιά των χαίραν·
κι οι Αργοναύτες χαίρονταν ανάμεσα στον κόσμο,
σαν νά ειχαν μέσα στην καρδιά της Αιμονίας φτάσει.
Η Μήδεια ζητεί την προστασίαν της Αρήτης.
1000 Μα εμέλλαν με πολλή βουή στα όπλα τους να ντυθούνε.
Γιατί σιμά τους άξαφνα στρατός άμετρος φάνη
των Κόλχων, που απ᾽ την είσοδο του Πόντου και τους βράχους
τους Μαύρους επεράσανε τους ήρωες ζητώντας·
και ζήταγαν τη Μήδεια στο σπίτι του γονιού της
1005 να πάνε δίχως πρόφαση· ειδάλλως άγρια μάχη
να κάνουν απειλούσανε, και τώρα δίχως άλλο,
κι απέ ξανά σαν θα ᾽ρχονταν μαζί με τον Αιήτη·
όμως τους εσυγκράτησε που πόλεμο εποθούσαν
ο δυνατός Αλκίνοος· γιατί πολύ επεθύμα
1010 των δυο τις άγριες διαφορές να λύσει χωρίς έχτρα.
|