Κι η Μήδεια από το θλιβερό φόβο παρακαλούσε
του Ιάσονα τους σύντροφους, κι έπιανε με τα χέρια
τα γόνατα της γυναικός τ᾽ Αλκίνοου της Αρήτης.
«Βασίλισσα, παρακαλώ, λυπήσου μη με δώσεις
1015 στους Κόλχους να με πάρουνε στο σπίτι του γονιού μου,
αν είσαι από γενιά και συ ανθρώπινη, που τρέχει
γοργός ο νους στη συμφορά από μυαλού αλαφράδα·
και μένα εφύγαν τα μυαλά· όχι όμως από τρέλα.
Κι ας είναι μάρτυς το ιερό του Ηλιού το φως, κι ας είναι
1020 της νυχτοπόρας τα όργια της κόρης της Περσίδας,
ότι δεν έφυγα από κει θέλοντας, μ᾽ άντρες ξένους,
μα ο φριχτός φόβος μ᾽ έκανε, ναν το σκεφτώ να φύγω,
γιατί έσφαλα, κι άλλη καμιά δεν ήταν σωτηρία·
κι η ζώνη μου η παρθενική ακόμα στου γονιού μου
1025 το μέγαρον αμόλυντη κι απείραχτη είναι μέσα.
Μόνε σπλαχνίσου, σεβαστή, μάλαξε τον καλό σου·
Και σέν᾽ ας δώσουνε οι θεοί ζωήν ευτυχισμένη,
χαρές, παιδιά, κι απόρθητης της πόλης σας τη δόξα.»
Με τέτοια επαρακάλαγε, κλαίγοντας, την Αρήτη·
1030 και έλεγε τέτοια καθενός πάλι απ᾽ τους Αργοναύτες.
«Για σας, ω γενναιότατοι, και για τ᾽ αγώνισμά σας,
που κόπιασα, τώρα πονώ· που με τη θέλησή μου
και τους ταύρους εζέψατε και το κακό το θέρος
θερίσατε των γηγενών· για με στην Αιμονία
1035 γυρίζοντας θα φέρετε τ᾽ ολόχρυσο το δέρμα.
Εγώ ειμαι που ᾽χασα γονιούς, που ᾽χασα την πατρίδα,
το σπίτι μου και τη χαρά για όλη τη ζωή μου·
για σας πάλι στα σπίτια σας κατόρθωσα να πάτε
και στην πατρίδα· τους γονιούς πάλι θα ξαναϊδείτε
1040 με μάτια ολόχαρα· μα εμέ κακιά μου επήρε τύχη
κάθε χαρά· και μισητή πλανιέμαι με τους ξένους.
Τις συμφωνίες κρατήσετε, τους όρκους. Φοβηθείτε
την Ικετεύτρια Ερινύν, των θεών την εκδικήτρα,
μην πέσω πάλι εγώ ξανά στα χέρια του Αιήτη,
να μην πεθάνω θάνατο πολυβασανισμένο.
1045 Πύργους δεν έχω για βοηθούς ούτε ναούς ούτ᾽ άλλη
βοήθεια, και μοναχά εσάς ασπίδα μου προβάλλω.
Σκληρόκαρδοι κι ανέσπλαχνοι! δεν ντρέπεται η καρδιά σας
να βλέπετε τα χέρια μου στα γόνατα ν᾽ απλώνω
στης ξένης της βασίλισσας μ᾽ απελπισιά; Και μ᾽ όλους
1050 τους Κόλχους, για να πάρετε το δέρμα επιθυμώντας,
θα πολεμούσατε, κι αυτόν τον αντρειωμένο Αιήτη·
μα τώρα ελησμονήσατε την αντρειά σας όλη,
σαν μόνοι ετούτοι εφτάσανε εδώθε αποκομμένοι.»
Έτσι παρακαλώντας τους μιλούσε· κι όποιον κείνη
θλιμμένη επαρακάλαγε τη θάρραινε· και σειούσαν
1055 μες στις παλάμες τα μακριά κοντάρια και τραβούσαν
από τις θήκες τα σπαθιά· κι αβοήθητη της λέγαν
πως δεν θα την αφήνανε αν έχαναν τη δίκη.
Κι ενώ στενοχωριότανε η συντροφιά, τους ήρθε
η Νύχτα, των ανθρώπινων των έργων η κοιμίστρα,
κι αμέσως καταλάγιασεν ολόκληρο τον κόσμο·
1060 μα αυτήν δεν την εκοίμισεν ούτε λιγάκι ο ύπνος,
μόνε η καρδιά στα στήθια της πηδούσε λυπημένη.
Κι όπως γυρίζει ολονυχτίς γυναίκα κλώστρα αδράχτι
και γύρω της παιδιά ορφανά θρηνούν τον νεκρόν άντρα·
και δάκρυα τής σταλάζουνε στα μάγουλά της, όταν
1065 θυμάται ποιά την έβρηκε κατακαημένη μοίρα·
έτσι κι αυτής τα μάγουλα βρεχόνταν· κι η καρδιά της
στρεφόταν απ᾽ τους δυνατούς τους πόνους τρυπημένη.
|