Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1068-4.1127)


τὼ δ᾽ ἔντοσθε δόμοιο κατὰ πτόλιν, ὡς τὸ πάροιθεν,
κρείων Ἀλκίνοος πολυπότνιά τ᾽ Ἀλκινόοιο
1070Ἀρήτη ἄλοχος, κούρης πέρι μητιάασκον
οἷσιν ἐνὶ λεχέεσσι διὰ κνέφας· οἷα δ᾽ ἀκοίτην
κουρίδιον θαλεροῖσι δάμαρ προσπτύσσετο μύθοις·
«ναὶ φίλος, εἰ δ᾽ ἄγε μοι πολυκηδέα ῥύεο Κόλχων
παρθενικήν, Μινύῃσι φέρων χάριν. ἐγγύθι Ἄργος
1075ἡμετέρης νήσοιο καὶ ἀνέρες Αἱμονιῆες·
Αἰήτης δ᾽ οὔτ᾽ ἄρ᾽ ναίει σχεδόν, οὐδέ τι ἴδμεν
Αἰήτην, ἀλλ᾽ οἶον ἀκούομεν· ἥδε δὲ κούρη
αἰνοπαθὴς κατά μοι νόον ἔκλασεν ἀντιόωσα.
μή μιν, ἄναξ, Κόλχοισι πόροις ἐς πατρὸς ἄγεσθαι.
1080ἀάσθη, ὅτε πρῶτα βοῶν θελκτήρια δῶκεν
φάρμακά οἱ· σχεδόθεν δὲ κακῷ κακόν, οἷά τε πολλά
ῥέζομεν ἀμπλακίῃσιν, ἀκειομένη ὑπάλυξεν
πατρὸς ὑπερφιάλοιο βαρὺν χόλον. αὐτὰρ Ἰήσων,
ὡς ἀίω, μεγάλοισιν ἐνίσχεται ἐξ ἕθεν ὅρκοις,
1085κουριδίην θήσεσθαι ἐνὶ μεγάροισιν ἄκοιτιν.
τώ, φίλε, μήτ᾽ οὖν αὐτὸν ἑκὼν ἐπίορκον ὀμόσσαι
θείης Αἰσονίδην, μήτ᾽ ἄσχετα σεῖο ἕκητι
παῖδα πατὴρ θυμῷ κεκοτηότι δηλήσαιτο.
λίην γὰρ δύσζηλοι ἑαῖς ἐπὶ παισὶ τοκῆες·
1090οἷα μὲν Ἀντιόπην εὐώπιδα μήσατο Νυκτεύς·
οἷα δὲ καὶ Δανάη πόντῳ ἔνι πήματ᾽ ἀνέτλη,
πατρὸς ἀτασθαλίῃσι· νέον γε μέν, οὐδ᾽ ἀποτηλοῦ,
ὑβριστὴς Ἔχετος γλήναις ἔνι χάλκεα κέντρα
πῆξε θυγατρὸς ἑῆς· στονόεντι δὲ κάρφεται οἴτῳ,
1095ὀρφναίῃ ἐνὶ χαλκὸν ἀλετρεύουσα καλιῇ.»
ὣς ἔφατ᾽ ἀντομένη· τοῦ δὲ φρένες ἰαίνοντο
ἧς ἀλόχου μύθοισιν, ἔπος δ᾽ ἐπὶ τοῖον ἔειπεν·
«Ἀρήτη, καί κεν σὺν τεύχεσιν ἐξελάσαιμι
Κόλχους, ἡρώεσσι φέρων χάριν, εἵνεκα κούρης.
1100ἀλλὰ Διὸς δείδοικα δίκην ἰθεῖαν ἀτίσσαι.
οὐδὲ μὲν Αἰήτην ἀθεριζέμεν, ὡς ἀγορεύεις,
λώιον· οὐ γάρ τις βασιλεύτερος Αἰήταο.
καί κ᾽ ἐθέλων, ἕκαθέν περ, ἐφ᾽ Ἑλλάδι νεῖκος ἄγοιτο.
τώ μ᾽ ἐπέοικε δίκην, ἥτις μετὰ πᾶσιν ἀρίστη
1105ἔσσεται ἀνθρώποισι, δικαζέμεν· οὐδέ σε κεύσω.
παρθενικὴν μὲν ἐοῦσαν ἑῷ ἀπὸ πατρὶ κομίσσαι
ἰθύνω· λέκτρον δὲ σὺν ἀνέρι πορσαίνουσαν
οὔ μιν ἑοῦ πόσιος νοσφίσσομαι· οὐδέ, γενέθλην
εἴ τιν᾽ ὑπὸ σπλάγχνοισι φέρει, δῄοισιν ὀπάσσω.»
1110ὣς ἄρ᾽ ἔφη· καὶ τὸν μὲν ἐπισχεδὸν εὔνασεν ὕπνος.
ἣ δ᾽ ἔπος ἐν θυμῷ πυκινὸν βάλετ᾽· αὐτίκα δ᾽ ὦρτο
ἐκ λεχέων ἀνὰ δῶμα· συνήιξαν δὲ γυναῖκες
ἀμφίπολοι, δέσποιναν ἑὴν μέτα ποιπνύουσαι.
σῖγα δ᾽ ἑὸν κήρυκα καλεσσαμένη προσέειπεν,
1115ᾗσιν ἐπιφροσύνῃσιν ἐποτρυνέουσα μιγῆναι
Αἰσονίδην κούρῃ, μηδ᾽ Ἀλκίνοον βασιλῆα
λίσσεσθαι· τὸ γὰρ αὐτὸς ἰὼν Κόλχοισι δικάσσει,
παρθενικὴν μὲν ἐοῦσαν ἑοῦ ποτὶ δώματα πατρός
ἐκδώσειν, λέκτρον δὲ σὺν ἀνέρι πορσαίνουσαν
1120οὐκέτι κουριδίης μιν ἀποτμήξειν φιλότητος.
ὣς ἄρ᾽ ἔφη· τὸν δ᾽ αἶψα πόδες φέρον ἐκ μεγάροιο,
ὥς κεν Ἰήσονι μῦθον ἐναίσιμον ἀγγείλειεν
Ἀρήτης βουλάς τε θεουδέος Ἀλκινόοιο.
τοὺς δ᾽ εὗρεν παρὰ νηὶ σὺν ἔντεσιν ἐγρήσσοντας
1125Ὑλλικῷ ἐν λιμένι, σχεδὸν ἄστεος· ἐκ δ᾽ ἄρα πᾶσαν
πέφραδεν ἀγγελίην· γήθησε δὲ θυμὸς ἑκάστου
ἡρώων· μάλα γάρ σφιν ἑαδότα μῦθον ἔειπεν.


Η Αρήτη συνηγορεί υπέρ της Μηδείας παρά τω Αλκινόω.

Στην πόλη, μες στο σπίτι τους, ο δυνατός Αλκίνος
ως πάντα του κι η σεβαστή γυναίκα του η Αρήτη
1070 τη νύχτα στο κρεβάτι τους σκεφτόνταν για την κόρη·
και σαν αγαπημένο της σύζυγον η γυναίκα
όλο με λόγια τρυφερά τονε παρακαλούσε.
«Ναι, φίλε, την πολύπαθη την κόρη από τους Κόλχους
γλίτωσε, χάρη κάνοντας στους Έλληνες· και τ᾽ Άργος
1075 προς το νησί μας είν᾽ κοντά κι οι άντρες οι Αιμόνιοι.
Ο Αιήτης ούτε κάθεται κοντά μας ούτε διόλου
Αιήτη εμείς γνωρίζουμε, μονάχα τον ακούμε·
και τούτη εδώ η κακόπαθη κόρη παρακαλώντας
μου ᾽χει τσακίσει την καρδιά. Αφέντη, μη την δώσεις
στους Κόλχους να την πάρουνε και στο γονιό να πάνε.
1080 Έσφαλε, σαν τα μαγικά βοτάνια για τα βόδια
πρωτόδωσε· κι είναι κοντά το ᾽να κακό με τ᾽ άλλο,
καθώς συχνά το κάνουμε από την αμυαλιά μας.
Για να σωθεί, την άγρια οργή ξέφυγε του γονιού της·
κι ο Ιάσονας ως άκουσα δεμένος είναι μ᾽ όρκους
1085 μεγάλους, πως γυναίκα του σπίτι του θα την πάρει.
Για τούτο, και συ φίλε μου, μην κάνεις θέλοντάς σου
τον Αισονίδη ψεύτικο να ᾽χει παρμένον όρκον,
μήτε για σε μ᾽ αβάσταχτα βάσανα την παρθένα
με χολιασμένην ο γονιός καρδιά να τιμωρήσει·
γιατ᾽ είν᾽ πολύ ζηλιάρηδες στις κόρες οι γονιοί των.
1090 Σκέψου την ομορφόματην Αντιόπην ο Νυχτέας
τί έκανε, και βάσανα πόσά επαθε η Δανάη
στη θάλασσα από του γονιού την τρέλα. Και προ ολίγου
όχι μακριά, ο Έχετος ο άγριος, στα μάτια
της θυγατέρας του έμπηξε μέσα χαλκές βελόνες·
και με τη βαριοστέναχτη μοίρα της μαραζώνει
1095 αλέθοντας το μύλο της στη σκοτεινή γωνιά της.»
Μ᾽ αυτά τον παρακάλαγε· και με τα λόγια εκείνα
μαλάκωνε κεινού η καρδιά κι αυτά της λέει τα λόγια.
«Αρήτη μου, θενά ᾽διωχνα τους Κόλχους και με τα όπλα
στους ήρωες χάρη κάνοντας, για χάρη της παρθένας·
1100 αλλά φοβάμαι του Διός το νόμο να προσβάλω.
Και τον Αιήτην, όπως λες, να μην τον λογαριάζω
δεν είν᾽ καλό· γιατί απ᾽ αυτόν δεν είναι πιο μεγάλος,
κι αν ήθελε, και πόλεμο θα ᾽φερνε στην Ελλάδα,
κι ας είν᾽ μακριά· γι᾽ αυτό θαρρώ, πως πρέπει να δικάσω
δίκη, που ᾽ν᾽ το καλύτερο πράμα σ᾽ όλο τον κόσμο·
1105 και διόλου την απόφαση δεν θενα σου την κρύψω.
Αν είν᾽ παρθένα, απόφαση θα βγάλω, στο γονιό της
να τηνε παν· κι αν έπεσε με άντρα μαζί σε κλίνη,
από τον άντρα της ποτέ δεν θα τηνε χωρίσω·
κι αν έχει στην κοιλιά παιδί, σ᾽ εχτρούς δεν τηνε δίνω.»
1110 Έτσ᾽ είπε· κι ευτύς έπειτα τον κοίμισεν ο ύπνος·
κι εκείνη απ᾽ το κρεβάτι της σηκώθη μες στο σπίτι·
και την περικυκλώσανε γυναίκες υπηρέτρες
με βιάσην όλες τρέχοντας ως είδαν την κυρά των.
Κι αυτή σιγά τον κήρυκα εκάλεσε και τού ειπε
1115 με το σοφό της το μυαλό, για να παρακινήσει
να πάρει ο Ιάσονας γυναίκα του την κόρη,
και τον Αλκίνο βασιλιά να μην παρακαλούνε.
Γιατί τέτοιαν απόφαση στους Κόλχους θα δικάσει·
αν είναι κόρη, στου γονιού το σπίτι θα την στείλει,
κι αν σε κρεβάτι αγκαλιαστή είναι πεσμένη μ᾽ άντρα
1120 από το νόμιμο άντρα της να μη τηνε χωρίσει.
Έτσ᾽ είπε αυτή· κι αυτόν γοργά τα πόδια του απ᾽ το σπίτι
τον φέρναν στον Ιάσονα τον καλό λόγο νά ειπει
και της Αρήτης τις βουλές και του θεϊκού τ᾽ Αλκίνου.
Σιμά στο πλοίο τους έβρηκεν άγρυπνους κι οπλισμένους
1125 μες στο λιμάνι το Υλλικό, σιμά στην πόλη. Κι είπε
όλα τα νέα· κι η ψυχή κάθε ήρωα εχάρη,
γιατί πολύ τους άρεσεν ο λόγος, που τους είπε.