Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1128-4.1169)


αὐτίκα δὲ κρητῆρα κερασσάμενοι μακάρεσσιν
ἣ θέμις, εὐαγέως ἐπιβώμια μῆλ᾽ ἐρύσαντες,
1130αὐτονυχὶ κούρῃ θαλαμήιον ἔντυον εὐνήν
ἄντρῳ ἐν ἠγαθέῳ, τόθι δή ποτε Μάκρις ἔναιεν,
κούρη Ἀρισταίοιο μελίφρονος, ὅς ῥα μελισσέων
ἔργα πολυκμήτοιό τ᾽ ἀνεύρατο πῖαρ ἐλαίης.
κείνη δὴ πάμπρωτα Διὸς Νυσήιον υἷα
1135Εὐβοίης ἔντοσθεν Ἀβαντίδος ᾧ ἐνὶ κόλπῳ
δέξατο, καὶ μέλιτι ξηρὸν περὶ χεῖλος ἔδευσεν,
εὖτέ μιν Ἑρμείας φέρεν ἐκ πυρός· ἔδρακε δ᾽ Ἥρη,
καί ἑ χολωσαμένη πάσης ἐξήλασε νήσου.
ἣ δ᾽ ἄρα Φαιήκων ἱερῷ ἐνὶ τηλόθεν ἄντρῳ
1140νάσσατο, καὶ πόρεν ὄλβον ἀθέσφατον ἐνναέτῃσιν.
ἔνθα τότ᾽ ἐστόρεσαν λέκτρον μέγα· τοῖο δ᾽ ὕπερθεν
χρύσεον αἰγλῆεν κῶας βάλον, ὄφρα πέλοιτο
τιμήεις τε γάμος καὶ ἀοίδιμος. ἄνθεα δέ σφιν
νύμφαι ἀμεργόμεναι λευκοῖς ἐνὶ ποικίλα κόλποις
1145ἐσφόρεον· πάσας δὲ πυρὸς ὡς ἄμφεπεν αἴγλη·
τοῖον ἀπὸ χρυσέων θυσάνων ἀμαρύσσετο φέγγος.
δαῖε δ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖς γλυκερὸν πόθον· ἴσχε δ᾽ ἑκάστην
αἰδὼς ἱεμένην περ ὅμως ἐπὶ χεῖρα βαλέσθαι.
αἳ μέν τ᾽ Αἰγαίου ποταμοῦ καλέοντο θύγατρες·
1150αἳ δ᾽ ὄρεος κορυφὰς Μελιτηίου ἀμφενέμοντο·
αἳ δ᾽ ἔσαν ἐκ πεδίων ἀλσηίδες. ὦρσε γὰρ αὐτή
Ἥρη Ζηνὸς ἄκοιτις, Ἰήσονα κυδαίνουσα.
κεῖνο καὶ εἰσέτι νῦν ἱερὸν κληίζεται ἄντρον
Μηδείης, ὅθι τούσγε σὺν ἀλλήλοισιν ἔμιξαν
1155τεινάμεναι ἑανοὺς εὐώδεας. οἳ δ᾽ ἐνὶ χερσίν
δούρατα νωμήσαντες ἀρήια, μὴ πρὶν ἐς ἀλκήν
δυσμενέων ἀίδηλος ἐπιβρίσειεν ὅμιλος,
κράατα δ᾽ εὐφύλλοις ἐστεμμένοι ἀκρεμόνεσσιν,
ἐμμελέως, Ὀρφῆος ὑπαὶ λίγα φορμίζοντος
1160νυμφιδίαις ὑμέναιον ἐπὶ προμολῇσιν ἄειδον.
οὐ μὲν ἐν Ἀλκινόοιο γάμον μενέαινε τελέσσαι
ἥρως Αἰσονίδης, μεγάροις δ᾽ ἐνὶ πατρὸς ἑοῖο,
νοστήσας ἐς Ἰωλκὸν ὑπότροπος· ὣς δὲ καὶ αὐτή
Μήδεια φρονέεσκε. τότ᾽ αὖ χρεὼ ἦγε μιγῆναι.
1165ἀλλὰ γὰρ οὔποτε φῦλα δυηπαθέων ἀνθρώπων
τερπωλῆς ἐπέβημεν ὅλῳ ποδί· σὺν δέ τις αἰεί
πικρὴ παρμέμβλωκεν ἐυφροσύνῃσιν ἀνίη.
τὼ καὶ τοὺς γλυκερῇ περ ἰαινομένους φιλότητι
δεῖμ᾽ ἔχεν, εἰ τελέοιτο διάκρισις Ἀλκινόοιο.


Γάμος Ιάσονος και Μηδείας.

Κι ευτύς εσμίξαν στους θεούς νερόκρασου κρατήρα,
ως πρέπει, και μ᾽ ευλάβεια προς το βωμό ετραβήξαν
1130 πρόβατα, και την ίδια αυτή τοιμάζανε τη νύχτα
γάμου κρεβάτι στην σπηλιά την άγια για την κόρη·
εκεί που η Μάκρη κάθοταν, η κόρη του Αρισταίου
του ξακουσμένου, που έβρηκε τη μελισσοκομία
κι από την πολυκούραστην ελιά να βγάζει λάδι.
Γιατί του Δία πρώτη αυτή τον γιον από τη Νύσα
1135 στην Αβαντίδαν Εύβοια, δέχτη στην αγκαλιά της
και το στεγνό τ᾽ αχείλι του τού τ᾽ άλειψε με μέλι,
όταν τον έφερε ο Ερμής απ᾽ τη φωτιά βγαλμένο.
Αλλά την ανακάλυψεν η Ήρα και για τούτο
θύμωσε και την έδιωξε απ᾽ όληνε τη νήσο.
Κι αυτή μακριά στων Φαίακων το σπήλιο τ᾽ αγιασμένο
1140 κάθισε κι έδωσε ευτυχιάν άμετρη στους κατοίκους.
Μέγα κρεβάτι τότ᾽ εκεί στρώσανε κι από πάνω
τ᾽ αστραφτερό χρυσόδερμα βάλανε για να γίνει
ο γάμος κείνος ξακουστός και τιμημένος. Κι άνθη
Νεράιδες εμαζέψανε πολύχρωμα και φέρναν
στους κρυσταλλένιους κόρφους των· και τις εφώτιζε όλες
1145 σαν κάποια λάμψη από φωτιά· γιατί τέτοια λαμπράδα
φεγγοβολούσε απ᾽ τα χρυσά μαλλιά· και γλυκό πόθο
ξάναβε μες στα μάτια των· κι η καθεμιά εποθούσε
στο δέρμα χέρι ν᾽ άπλωνε, ντροπή όμως τις κρατούσε.
Άλλες του Αιγαίου ποταμού λεγόνταν θυγατέρες,
1150 και στου Μελίτιου τις κορφές άλλες εκατοικούσαν,
κι άλλες Νεράιδες των δασών από τους κάμπους ήταν.
Γιατί τις εξεσήκωσεν όλες η ίδια η Ήρα
του Δία η γυναίκα, θέλοντας τον ήρωα να τιμήσει.
Κι ως τώρα ακόμα τη σπηλιά την αγιασμένη εκείνη
σπηλιά της Μήδειας την καλούν, γιατί εκεί μέσα οι Νύμφες
τη Μήδεια και τον Ιάσονα τους σμίξαν σε ζευγάρι,
1155 τους μυρωμένους πέπλους των κρατώντας πάνωθέ τους.
Κι οι ήρωες στα χέρια των πήραν τα δόρατά των,
μήπως ριχτεί για πόλεμο στρατός εχτρών του ξάφνου·
και με πολύφυλλα κλαδιά σαν στέψαν τα κεφάλια
κι ο Ορφέας έπαιζε γλυκά τη λύρα, εκείνοι εψάλλαν
1160 απ᾽ έξω από το νυφικό τ᾽ άντρο τραγούδια γάμου.
Μα ο Ιάσονας δεν ήθελε το γάμο του να κάνει
στο μέγαρο του Αλκίνοου, μα στου γονιού του μέσα
το σπίτι, σαν θα γύριζε στην Ιωλκό και πάλι·
κι έτσι ήθελε κι η Μήδεια· μα έβιαζε η ανάγκη.
1165 Γιατί ποτέ οι βαριόμοιροι ανθρώποι δεν μπορούμε
ολόκληροι μες στη χαρά να μπούμε· μόνο πάντα
μες στις χαρές και μια πικρή σμίγεται στενοχώρια.
Γι᾽αυτό κι αν από το γλυκό τον πόθον εξανάψαν
είχαν και φόβο αν θα γενεί του Αλκίνοου η κρίση.