Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1170-4.1222)


1170Ἠὼς δ᾽ ἀμβροσίοισιν ἀνερχομένη φαέεσσιν
λῦε κελαινὴν νύκτα δι᾽ ἠέρος· αἱ δ᾽ ἐγέλασσαν
ἠιόνες νήσοιο καὶ ἑρσήεσσαι ἄπωθεν
ἀτραπιτοὶ πεδίων· ἐν δὲ θρόος ἔσκεν ἀγυιαῖς·
κίνυντ᾽ ἐνναέται μὲν ἀνὰ πτόλιν, οἱ δ᾽ ἀποτηλοῦ
1175Κόλχοι Μακριδίης ἐπὶ πείρασι χερνήσοιο.
αὐτίκα δ᾽ Ἀλκίνοος μετεβήσετο συνθεσίῃσιν
ὃν νόον ἐξερέων κούρης ὕπερ· ἐν δ᾽ ὅγε χειρί
σκῆπτρον ἔχεν χρυσοῖο δικασπόλον, ᾧ ὕπο λαοί
ἰθείας ἀνὰ ἄστυ διεκρίνοντο θέμιστας.
1180τῷ δὲ καὶ ἑξείης πολεμήια τεύχεα δύντες
Φαιήκων οἱ ἄριστοι ὁμιλαδὸν ἐστιχόωντο.
ἥρωας δὲ γυναῖκες ἀολλέες ἔκτοθι πύργων
βαῖνον ἐποψόμεναι· σὺν δ᾽ ἀνέρες ἀγροιῶται
ἤντεον εἰσαΐοντες, ἐπεὶ νημερτέα βάξιν
1185Ἥρη ἐπιπροέηκεν. ἄγεν δ᾽ ὃ μὲν ἔκκριτον ἄλλων
ἀρνειὸν μήλων, ὃ δ᾽ ἀεργηλὴν ἔτι πόρτιν·
ἄλλοι δ᾽ ἀμφιφορῆας ἐπισχεδὸν ἵστασαν οἴνου
κίρνασθαι· θυέων δ᾽ ἀποτηλόθι κήκιε λιγνύς.
αἳ δὲ πολυκμήτους ἑανοὺς φέρον, οἷα γυναῖκες,
1190μείλιά τε χρυσοῖο καὶ ἀλλοίην ἐπὶ τοῖσιν
ἀγλαΐην, οἵην τε νεοζυγὲς ἐντύνονται·
θάμβευν δ᾽ εἰσορόωσαι ἀριπρεπέων ἡρώων
εἴδεα καὶ μορφάς, ἐν δέ σφισιν Οἰάγροιο
υἱὸν ὑπαὶ φόρμιγγος ἐυκρέκτου καὶ ἀοιδῆς
1195ταρφέα σιγαλόεντι πέδον κροτέοντα πεδίλῳ.
νύμφαι δ᾽ ἄμμιγα πᾶσαι, ὅτε μνήσαιτο γάμοιο,
ἱμερόενθ᾽ Ὑμέναιον ἀνήπυον· ἄλλοτε δ᾽ αὖτε
οἰόθεν οἶαι ἄειδον ἑλισσόμεναι περὶ κύκλον,
Ἥρη, σεῖο ἕκητι· σὺ γὰρ καὶ ἐπὶ φρεσὶ θῆκας
1200Ἀρήτης, πυκινὸν φάσθαι ἔπος Ἀλκινόοιο.
αὐτὰρ ὅγ᾽, ὡς τὰ πρῶτα δίκης ἀνὰ πείρατ᾽ ἔειπεν
ἰθείης, ἤδη δὲ γάμου τέλος ἐκλήιστο,
ἔμπεδον ὣς ἀλέγυνε διαμπερές· οὐδέ ἑ τάρβος
οὐλοόν, οὐδὲ βαρεῖαι ἐπήλυθον Αἰήταο
1205μήνιες, ἀρρήκτοισι δ᾽ ἐνιζεύξας ἔχεν ὅρκοις.
τὼ καὶ ὅτ᾽ ἠλεμάτως Κόλχοι μάθον ἀντιόωντες,
καί σφεας ἠὲ θέμιστας ἑὰς εἴρυσθαι ἄνωγεν,
ἢ λιμένων γαίης τ᾽ ἀποτηλόθι νῆας ἐέργειν,
δὴ τότε μιν βασιλῆος ἑοῦ τρομέοντες ἐνιπάς
1210δέχθαι μειλίξαντο συνήμονας· αὖθι δὲ νήσῳ
δὴν μάλα Φαιήκεσσι μετ᾽ ἀνδράσι ναιετάασκον,
εἰσότε Βακχιάδαι, γενεὴν Ἐφύρηθεν ἐόντες,
ἀνέρες ἐννάσσαντο μετὰ χρόνον· οἳ δὲ περαίην
νῆσον ἔβαν· κεῖθεν δὲ Κεραύνια μέλλον Ἀβάντων
1215οὔρεα Νεσταίους τε καὶ Ὠρικὸν εἰσαφικέσθαι·
ἀλλὰ τὰ μὲν στείχοντος ἅδην αἰῶνος ἐτύχθη.
Μοιράων δ᾽ ἔτι κεῖσε θύη ἐπέτεια δέχονται
καὶ Νυμφέων Νομίοιο καθ᾽ ἱερὸν Ἀπόλλωνος
βωμοί, τοὺς Μήδεια καθίσσατο. πολλὰ δ᾽ ἰοῦσιν
1220Ἀλκίνοος Μινύαις ξεινήια, πολλὰ δ᾽ ὄπασσεν
Ἀρήτη· μετὰ δ᾽ αὖτε δυώδεκα δῶκεν ἕπεσθαι
Μηδείῃ δμωὰς Φαιηκίδας ἐκ μεγάροιο.


1170 Και με τ᾽ αθάνατο η Αυγή ψηλώνοντας το φως της
έδιωχνε από τον ουρανό τη σκοτεινή τη νύχτα·
και του νησιού οι ακρογιαλιές στο φως γελάσαν όλες
και πέρα τα δροσόλουστα στους κάμπους μονοπάτια
και θόρυβο γεμίσανε οι δρόμοι όλης της πόλης.
Μέσα στην πόλη τριγυρνούν οι κάτοικοι, και πέρα
1175 στην άκρη της Μακρίδιας χερσόνησου οι Κόλχοι.
Κι αμέσως ο Αλκίνοος επήγε να δικάσει
και για την κόρη να τους πει, ό,τι έκρυβε στο νου του·
και κράταγε δικαστικό χρυσό στο χέρι σκήπτρο,
που μες στην πόλη το λαό εδίκαζε με δίκιο·
1180 και πίσω του πολεμικά όπλα ντυμένοι επήγαν
των Φαίακων οι άριστοι όλοι μαζί. Και βγαίναν
έξω απ᾽ τους πύργους μαζωχτές γυναίκες για να ιδούνε
τους ήρωες· και χωρικοί άντρες τους συναντήσαν
ακούοντας, κι αληθινή φήμη έστειλεν η Ήρα·
1185 κι έφερνε ο ένας διαλεχτό κριάρι απ᾽ το κοπάδι
κι άλλος ακόμα αδούλευτη δαμάλα· κι άλλοι στήναν
σιμά λαγήνια με κρασί να σμίξουν στη θυσία·
κι από μακριά ψηλά καπνός έβγαινε της θυσίας.
Και πέπλους πολυδούλευτους φορούσαν οι γυναίκες
1190 κι άλλα κοσμήματα χρυσά, κι άλλα λαμπρά στολίδια,
σαν κείνα, που στολίζονται οι νιόπαντρες γυναίκες.
Και θαμπωθήκαν βλέποντας ηρώων αντρειωμένων
ανάστημα και πρόσωπο· και μες σ᾽ αυτούς του Οιάγρου
το γιο με την καλόηχη λύρα, να τραγουδάει
1195 συχνά τη γη με τ᾽ όμορφο το πέδιλο χτυπώντας.
Κι οι Νύμφες όλες συντροφιά, το γάμο σαν θυμόνταν,
τον ποθητόν Υμέναιον τραγούδαγαν· κατόπι
πάλι μόνες τραγούδαγαν στριφογυρνώντας κύκλο
για χάρη σου, Ήρα· γιατί εσύ έβαλες στης Αρήτης
1200 το νου να ειπεί τη φρόνιμη του Αλκίνοου τη σκέψη.
Κι αυτός σαν πρώτα εκήρυξε της δίκαιας της δίκης
το τέλος, και του γάμου πια το τέλος τραγουδήθη
για νόμιμο τον θάρρεσε για πάντα· κι ούτε τρόμος
φριχτός, ούτε φοβήθηκε τον άγριο του Αιήτη
1205 θυμό, και μ᾽ ακατάλυτους όρκους κι αυτός εδέθη.
Γι᾽ αυτό όταν περιμένοντας οι Κόλχοι άξαφνα μάθαν,
και, ή την απόφασιν αυτή να τη δεχτούν τους είπε
ή απ᾽ τα λιμάνια του μακριά τα πλοία των να πάνε,
τότε απ᾽ του βασιλέα των τους λόγους τρομαγμένοι
1210 παρακαλέσανε κι αυτούς να τους δεχτούν κατοίκους.
Και στο νησί πολύν καιρό με Φαίακες καθίσαν,
ώσπου οι Βακχιάδες ήρθανε, γενιά από την Εφύρα
και κάθισαν στον τόπο αυτό στερνά από πολλά χρόνια.
Κι οι Κόλχοι προς τ᾽ αντικρινό πήγαν νησί· κι εκείθε
μέλλαν να πάνε στα βουνά Κεραύνια των Αβάντων
1215 και στους Νεσταίους κι Ωρικό κατοπινά να φτάσουν.
Αυτά όμως όλα από πολλά χρόνια στερνά γενήκαν.
Και των Μοιρών θυσία εκεί δέχουνται κάθε χρόνο
και των Νυμφών και στο Ιερό του Απόλλωνα του Νόμιου
οι βωμοί, που η Μήδεια έκανε· και σαν οι ξένοι φεύγαν
1220 δώρα πολλά τους έδωσαν ο Αλκίνος κι η Αρήτη·
και μ᾽ όλα αυτά και δώδεκα δούλες ν᾽ ακολουθούνε
τη Μήδεια από το μέγαρο της δίνει Φαιακίδες.